Ο «Ιησούς από τη Ναζαρέτ» (1977) είναι μια τηλεοπτική μίνι σειρά του Ιταλού σκηνοθέτη Φράνκο Τζεφιρέλι που «…απέδωσε με ευλάβεια τα Πάθη του Ιησού, αναπαριστώντας τα γεγονότα με πίστη στις Γραφές και απόλυτο σεβασμό στην ιερότητα του θέματος» και κατάφερε -τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα- κάθε χρόνο να ταυτιστεί με την κορύφωση των εορτών του Πάσχα, μιας κι αν δεν ξεκινήσει Μ. Τετάρτη την προβολή της ο ΑΝΤ1, οι περισσότεροι εργαζόμενοι, θα προσπέρναγαν την ιερότητα της σημαντικότερης αυτής χριστιανικής εορτής «αβρόχοις ποσί».
Έτσι, κάθε χρόνο λοιπόν, πιστοί, άπιστοι ή οπαδοί άλλων δογμάτων, θρησκειών και αιρέσεων, κουρασμένοι στο τέλος της ημέρας, κάθονται σπίτι τους και χαζεύουν για πολλοστή φορά τις διδαχές και τα θαύματα, μέσα από ένα καστ λαμπρών ηθοποιών, μαγνητισμένοι από την φιγούρα και το βλέμμα του Ρόμπερτ Πάουελ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Για να συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο, πρέπει τουλάχιστον να ισχύουν τρία πράγματα: Το έργο να έχει μια μεγαλύτερη ή μικρότερη καλλιτεχνική αξία, να έχει κάτι να «διδάξει» (ιστορία;) και τέλος μια «πρόταση». Αυτό που ο δημιουργός του δηλαδή, φιλοδοξεί να περάσει (μήνυμα;) στο κοινό που θα το δει, ακούσει, διαβάσει, αισθανθεί.
Ακόμα κι όταν καλλιτέχνες ανήκουν ιδεολογικά στη Δεξιά, με συντηρητικές απόψεις και πάντα στη «σωστή» πλευρά της Ιστορίας, μπορεί ένα έργο τους να αναγνωρίζεται και να αφορά περισσότερους. Πρόχειρο τέτοιο κινηματογραφικό παράδειγμα, είναι ο Μελ Γκίμπσον και η ταινία του «Braveheart» (1995), όπου 31 χρόνια μετά, το «Freedom» που φώναξε ο Σκωτσέζος Ουίλλιαμ Ουάλλας όταν τον διαμέλισαν οι Άγγλοι, αντηχεί ακόμη στα αυτιά εκατομμυρίων θεατών.
Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Καποδίστριας» που παίζεται στις κινηματογραφικές αίθουσες, από τα Χριστούγεννα και καταγράφει ρεκόρ εισιτηρίων και απανωτά sold out, δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Αξίζει όμως να μελετηθεί για δύο κυρίως λόγους: Για τα πλήθη που συρρέουν φανατικά να την δουν και για το πως μπορεί να γυρίζεται κάτι τόσο κινηματογραφικά κακό και παρόλα αυτά να εργαλειοποιείται από το εγχώριο πολιτικό σύστημα. Στο τελευταίο βέβαια, επανέρχεται το ερώτημα περί αυγού και κότας… Δηλαδή, ο «Καποδίστριας» έλκει το κοινό στις αίθουσες ή του συγκεκριμένου κοινού τ’ αυτιά έρχεται να χαϊδέψει ο «Καποδίστριας»;
Όπως και να ‘χει η ταινία δεν βλέπεται, γιατί δεν πατάει σε κανέναν κινηματογραφικό κανόνα. Προσοχή: Δεν τους σπάει δημιουργώντας καινούργιους. Απλά νομίζει ότι μπορεί να τους αγνοεί. Σεναριακά και σκηνοθετικά μπάζει πιο πολύ κι από τον Τιτανικό όταν βυθιζόταν. Διακρίνεται για την αποσπασματική της ροή, χωρίς έστω να έχει ως μπούσουλα την Ιστορία. Απουσία σκηνοθετικών και σεναριακών αρμών, βλέπουμε κολπάκια που προσπαθούν να «κόψουν δρόμο» και πονάνε τα μάτια μας. Όπως το εύρημα με το φάντασμα-καλόγερο Νικόδημο (Νικορέστης Χανιωτάκης) που δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο και πετάγεται κάθε τόσο για να πει (στους θεατές) τι προηγήθηκε, τι μεσολάβησε, ή τι πρόκειται να γίνει, αφού στο πανί δεν θα τα δουν ποτέ!
Εκτός από την μαύρη άμαξα με δυο άλογα, να ταξιδεύει στο χιονισμένο ρωσικό τοπίο στην αρχή της ταινίας, γενικό πλάνο δεν θα ξαναδούμε δυο ώρες. Ούτε ένα ευρωπαϊκό παλάτι απ’ έξω, ούτε ένα Ναύπλιο, ούτε τίποτα. Θα εγκλωβιστούμε σε εσωτερικούς χώρους και εξωτερικούς με κλειστά πλάνα. Ακόμα και το γιουρούσι των φουστανελάδων χωρίς αντιπάλους, με έφιππο (!) τον Κολοκοτρώνη, που σηματοδοτεί στην ταινία το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης του 1821, κάνει τα γυρίσματα του Τζέιμς Πάρις («Παπαφλέσσας» - 1971) να μοιάζουν με χολιγουντιανές υπερπαραγωγές (βοηθούσε βέβαια κι ο στρατός τότε).
Καστ
Ο Αντώνης Μυριαγκός στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Κυβερνήτη το παλεύει όσο του επιτρέπεται, αλλά στο τέλος θα πέσει κι αυτός ηρωικά μαχόμενος, έξω από την είσοδο του Άγιου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831…
Εντύπωση προκαλεί ότι πλαισιώνεται από καλούς Έλληνες και ξένους ηθοποιούς, όπως ο Φίνμπαρ Λιντς στον ρόλο του Καγκελάριου της (τότε) Αυστροουγγαρίας, Μέτερνιχ, ο Τάσος Χαλκιάς στο ρόλο του πρωθυπουργού, Νικόλαου Σπηλιάδη, ο Παύλος Κοντογιαννίδης ως Γεώργιος Κουντουριώτης, ο Μάξιμος Μουμούρης ως Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Δημήτρης Γεωργιάδης ως Τσάρος Αλέξανδρος, η Μαίρη Βιδάλη ως Μαντώ Μαυρογένους, ο Μιχάλης Ιατρόπουλος ως Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Νίκος Νικολάου ως Ανδρέας Ζαΐμης, ο Τάσος Παλαντζίδης ως «Σαμάνος» και ο Πάνος Σκουρολιάκος ως κτηνοτρόφος χωρίς Φεράρι. Οι ερμηνείες τους συνθέτουν ένα σύνολο που επιχειρεί να αποδώσει με στόμφο το ιστορικό βάρος της εποχής και των γεγονότων, που όμως υπηρετείται από αποσπασματικές ατάκες, σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού και μόνο, καθώς και σύνδεσης με το τωρινό γίγνεσθαι. Όλο αυτό σε κάνει να πιστεύεις ότι όσα βλέπεις, γίνονται μάλλον στο πλαίσιο σχολικής παράστασης κι ουχί αυτοσχεδιασμού και ότι μπορεί στην τηλεοπτική της προβολή -που έπεται της κινηματογραφικής- να μας δείξουν επιτέλους στους τίτλους τέλους ως making of τα αυθόρμητα ξεσπάσματα των ηθοποιών κατά το γύρισμα των σκηνών τους.
Υπερβατικό
Ο Σμαραγδής χρεώνεται κάθε φορά το καλλιτεχνικό «κλέψιμο» που επιχειρεί να κάνει στις ταινίες του, πιστεύοντας ότι θα περάσει απαρατήρητο από κοινό και κριτικούς. Ότι αρκεί να συμμετέχουν στις ταινίες του λαμπροί ηθοποιοί από την Ελλάδα και το εξωτερικό (Δημήτρης Καταλειφός, Μάγια Λυμπεροπούλου, Βασίλης Διαμαντόπουλος, Σεμπάστιαν Κοχ, Κατρίν Ντενέβ, Τζον Κλιζ, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Νίκος Καρδώνης, Αργύρης Ξάφης κ.ά.) που υπηρετούν ένα -κατά τον ίδιο και πολλούς ακόμα- «εθνικό αφήγημα», ώστε όλες οι δομικές ελλείψεις και αδυναμίες να παραβλέπονται. Άλλωστε, στην διελκυστίνδα των ημερών σε κοινωνικά δίκτυα και ΜΜΕ, για το τι είναι και σε ποιους αρέσει ή όχι ο «Καποδίστριας», εξαιρώντας τις μπατριωτικές κορώνες, οι «σοβαρές» υπερασπιστικές γραμμές κινούνται στο ότι «δεν είναι ντοκιμαντέρ», «ο λαός ψάχνει για πρότυπα επειδή δεν υπάρχουν σήμερα ηγέτες να τον καθοδηγήσουν (sic) κι ο Σμαραγδής τα δίνει», «καλύπτει ένα τεράστιο κενό της ελληνικής ιστορικής φιλμογραφίας» την ώρα δε, που οι κακεντρεχείς -Αριστεροί επί το πλείστον- μιλάνε για πράγματα μικρά… Και μάλιστα σε συνέντευξή του το διατυπώνει πιο ειλικρινά: «Αυτό που βιώνουμε είναι διχαστικές τακτικές που εφαρμόζουν ορισμένοι κύκλοι -για να μην χρησιμοποιήσω τη λέξη "συμμορίες" του καιρού μας». Πως να μην προβληματίζει ύστερα, η έμφαση που δίνεται στην ταινία, να αποκαλείται από τον φτωχό και βασανισμένο λαό (που απεικονίζεται με μουντζουρωμένα πρόσωπα…) ο Καποδίστριας συνεχώς ως «Μπάρμπα Γιάννης»;
Εάν ο προϋπολογισμός των 5 εκατ. ευρώ για τον οποίο έχει μιλήσει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, δεν επαρκούσε για να υλοποιήσει το καλλιτεχνικό του όραμα στον «Καποδίστρια», τότε όφειλε να αναβάλει τα γυρίσματα για όταν θα συγκέντρωνε το ποσό που απαιτούνταν. Προβληματίζει βέβαια, το ότι και σε προηγούμενες ταινίες του («Καβάφης» 1996, «El Greko» 2007, «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι» 2012, «Καζαντζάκης» 2017) κινείται στο ίδιο αρπακολατζίδικο μοτίβο.
Ο Σμαραγδής δεν «διακωμωδείται από προοδευτικούς κύκλους λόγω του θρησκευτικού και πατριωτικού του προσανατολισμού», αφού κάτι τέτοιο είναι δικαίωμά του. Διακωμωδείται επειδή ο ίδιος το επιτρέπει. Αφού κάποιοι που επιλέγει για μπουρλοτιέρηδες, τον αφήνουν να μιλά για «υπνώσεις» του πρωταγωνιστή του και «εγκρίσεις» του ίδιου του Καποδίστρια για την υλοποίηση της ταινίας, εκθειάζοντας μόνο την ομοιότητα του Μυριαγκού με το ιστορικό πρόσωπο που υποδύεται.
Όταν μια ταινία ομολογείται ότι πηγαίνει στον αυτόματο («Αισθανόμασταν ότι κάποιος οδηγούσε την ταινία και δεν ήταν ο σκηνοθέτης») και το «Δαμάζοντας τα Κύματα» (1996) του Λαρς Φον Τρίερ να έχεις ως πρότυπο, για την τελική σκηνή της «ανάληψης» του Καποδίστρια στους ουρανούς, δεν αρκεί να επιλέξεις την ηθοποιό και τελευταία απόγονο του Ιωάννη Καποδίστρια (Ναταλία Καποδίστρια) για το ρόλο της Παναγίας.
«Φρόνιμα και ταχτικά, πάω με ‘κείνον που νικά…» (Κώστας Βάρναλης)
Πάνος Κατσαχνιάς

