Σε μια περίοδο που ο πόλεμος ξαναφουντώνει στη Μέση Ανατολή, μια σύγχρονη ταινία για τις πληγές που άφησε πίσω του ο εμφύλιος του Λιβάνου δε μπορεί παρά να προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον. Και πράγματι, η «Προσβολή» δημιουργεί προσδοκίες, καθώς ξεκινά παρουσιάζοντας με συναρπαστικό τρόπο τον κόσμο του ακροδεξιού χριστιανού μηχανικού αυτοκινήτων Τόνι: Εθνικιστικές συγκεντρώσεις του Χριστιανικού κόμματος, δουλειά στο συνεργείο του, σπίτι –στη χριστιανική συνοικία της Βηρυτού όπου μένει με την –έγκυο- σύντροφό του.
Με αφορμή ένα χαλασμένο λούκι βεράντας, ο Τόνι τσακώνεται άσχημα με τον Παλαιστίνιο μηχανικό Γιάσερ που δουλεύει για τον εργολάβο που εκτελεί επισκευές στην περιοχή. Ο Τόνι μισεί τους Παλαιστίνιους. Στο συνεργείο του, μια γιγάντια οθόνη προβάλλει ευλαβικά τα κυρήγματα μίσους του Μπασίρ Τζεμαγιέλ, ηγέτη των φαλαγγιτών χριστιανών που δολοφονήθηκε στον εμφύλιο. Όταν ο Γιάσερ τον επισκέπτεται με υπόδειξη του εργοταξιάρχη για να μη χάσει τη δουλειά του, ο Τόνι του θυμίζει με χαιρεκακία τις σφαγές των Παλαιστίνιων από τον Σαρόν στα στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα, με αποτέλεσμα ο Γιάσερ να του σπάσει δυο πλευρά.
Η υπόθεση φτάνει στα δικαστήρια αλλά αντί να λυθεί κλιμακώνεται σε πολιτική αντιπαράθεση που σταδιακά ξεδιπλώνει το κουβάρι της πρόσφατης ιστορίας του Λιβάνου. Σφαγή των Παλαιστίνων τον «Μαύρο Σεπτέμβρη» του 1970 στην Ιορδανία, φυγή στη Βηρυτό, πολιτική κρίση και πόλωση, εμφύλιος στον Λίβανο. Τον Τόνι αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει ένας μεγαλοδικηγόρος – αλεπού του Χριστιανικού κόμματος, τον Γιάσερ, που δουλεύει χωρίς ένσημα και κινείται με «laissez passer» σαν διαβατήριο η νεαρή δικηγόρος μιας ΜΚΟ. Η ταινία εξελίσσεται σε δικαστικό δράμα και η αντιπαράθεση μετατρέπεται σε διαδηλώσεις δεξιών κατά Παλαιστινιων μέσα από την εμπλοκή των ΜΜΕ και των πολιτικών.
Σ’αυτό το σημείο γίνεται εμφανής η πρόθεση του δημιουργού να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στους δυο πρωταγωνιστές, στην πραγματικότητα, ανάμεσα σ’αυτό που αντιπροσωπεύει καθένας τους στη Λιβανέζικη ιστορία. «Κανείς δεν έχει το μονοπώλιο στον πόνο», ακούγεται να αγορεύει ο σαρδόνιος δικηγόρος του Τόνι, αποκαλύπτοντας ότι ο πελάτης του υπήρξε επίσης θύμα του πολέμου, ήταν παιδί όταν η οικογένειά του εκδιώχθηκε από την πόλη τους, το Νταμούρ που καταλήφθηκε από Παλαιστίνιους αντάρτες. Έτσι δικαιολογείται το μίσος του για τους Παλαιστίνιους...
Αυτή η οπτική ωστόσο είναι ολότελα λανθασμένη. Ο εμφύλιος στο Λίβανο δεν έγινε λόγω φανατισμού δυο μερίδων του πληθυσμού που δεν είχαν αλληλοκατανόηση μεταξύ τους, αλλά λόγω της πολιτικής κρίσης στη διακυβέρνηση της χώρας, η οποία οξύνθηκε από την παρουσία των Παλαιστίνιων προσφύγων και των πολιτικών τους οργανώσεων. Η Λιβανέζικη κοινωνία πολώθηκε ανάμεσα στη συμμαχία μουσουλμάνων - αριστεράς – PLO και τη χριστιανική δεξιά που υποστηριζόταν από τις ΗΠΑ. Η τελευταία άνοιξε τον δρόμο για να εισβάλει το Ισραήλ και να σφάξει τους Παλαιστίνιους. Δεν ήταν ισοδύναμοι οι αντίπαλοι και δεν έφταιγαν όλοι γενικά. Η αστική τάξη των Μαρωνιτών ήταν κυρίαρχη απέναντι στη μουσουλμανική φτωχολογιά και τους Παλαιστίνιους. Η σφαγή στο Νταμούρ πράγματι είναι γεγονός αλλά υπήρξε σαν αντίποινα στις σφαγές των ακροδεξιών φαλαγγιτών.
Η «Προσβολή» είναι καλογυρισμένη και ενδιαφέρουσα στην παρακολούθηση, αλλά «κλείνει το μάτι» στις ίσες αποστάσεις και εξαντλείται στην έκκληση για ανεκτικότητα και ανθρωπιά σαν απάντηση στη διχόνοια. Πρόκειται όμως για ακριβώς το αντίθετο: Οι ασυμφιλίωτες αντιθέσεις μέσα στη Λιβανέζικη κοινωνία και τη Μέση Ανατολή πυροδότησαν τον πόλεμο και όχι η μισαλλοδοξία των ανθρώπων. Η ταινία ήταν υποψήφια για ξενόγλωσσο Όσκαρ, αλλά στο Λίβανο έκοψε εισητήρια αποκλειστικά σε κοινό χριστιανών, προκαλώντας επικρίσεις ότι επιχειρεί να ξεπλύνει τα εγκλήματα δεξιάς και σιωνιστών στην ιστορία της χώρας.

