Οι “Παρτιζάνοι των Αθηνών” βγάζουν στην επιφάνεια μια ιδιαίτερα υποφωτισμένη πλευρά της Αντίστασης την περίοδο της ναζιστικής κατοχής. Για δεκαετίες ολόκληρες η συλλογική μνήμη που διαμορφωνόταν από τις κυρίαρχες δυνάμεις της αριστεράς για τη συγκεκριμένη περίοδο περιοριζόταν στην αντίσταση στο “βουνό” και την εικόνα του ελασίτη με το άλογο, τα γένια και τα φυσεκλίκια. Χρειάστηκε να γίνει μια ολόκληρη προσπάθεια τα τελευταία χρόνια, από νέους ιστορικούς, συγγραφείς αλλά και εκδηλώσεις οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς, για να αναδειχθεί η μάχη που έδωσε η εργατική τάξη στα μεγάλα αστικά κέντρα ενάντια στους ναζί. “Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών”, το ντοκιμαντέρ του Ξενοφώντα Βαρδαρού, Γιάννη Ξυδά και της ομάδας Συλλογική Μνήμη, προσθέτει άλλο ένα -πολύτιμο λιθάρι- σε αυτή την προσπάθεια.
Στην – κάτι παραπάνω από – μία ώρα της ταινίας, μιλούν 14 αγωνιστές κι αγωνίστριες εκείνης της περιόδου. Τα γεγονότα εκείνων των χρόνων τους βρήκαν άλλους μαθητές, άλλους φοιτητές. Άνθρωποι απλοί. Στο ντοκιμαντέρ δεν γίνεται καμία προσπάθεια ειδωλοποίησης, ή αναγωγής των αγωνιστών αυτών σε ύψη που δεν μπορούν να φτάσουν οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες της κάθε περιόδου. Αντίθετα κυριαρχεί η εικόνα ότι “άλλος δρόμος δεν υπήρχε”, παρά της αντίστασης -εκτός κι αν γινόσουν γερμανοτσολιάς, χίτης, ή χαφιές, η μάχη ενάντια στους οποίους είναι κομμάτι της ταινίας.
Μέσα από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις τους και το πλούσιο αρχειακό υλικό περνάει από μπροστά μας όλη η περίοδος της κατοχής. Από την παράδοση της Αθήνας και την παθητική αντίσταση της έρημης πόλης εκείνη την ημέρα του Απρίλη του '41, στα πρώτα δίκτυα νεολαίας, αυτά που ίδρυσαν λίγο αργότερα την ΕΠΟΝ, τις οργανώσεις γυναικών, τον αγώνα ενάντια στην πείνα με τις απαλλοτριώσεις των τροφίμων από τους μαυραγορίτες και την αναδιανομή τους στο λαό. Διανομές που “με δέκα ρεβύθια να επιπλέουν σε ένα μαύρο ζουμί” έσωσαν χιλιάδες ανθρώπους από το θάνατο, την περίοδο του λιμού τα πρώτα χρόνια της κατοχής. “Θέλουμε φαγητό με λάδι και ξηρούς καρπούς το βράδυ” είναι ένα από τα χαρακτηριστικά συνθήματα που διαβάζει ο θεατής σε μία από τις εαμικές προκηρύξεις που περνάνε από την οθόνη, ακούγοντας παράλληλα για το πως οργανώνονταν διαδηλώσεις ενάντια στην πείνα.
Οι απεργίες είναι η συνέχεια. Ο θεατής έχει τη δυνατότητα να ακούσει γλαφυρές περιγραφές για τις απεργίες που ακολούθησαν το '42 και ειδικά τη μεγάλη απεργία ενάντια στην επιστράτευση το Μάρτη του 1943. Σπάνιο υλικό από την ταινία “Γωνία Αρμπάτ και Μπουμπουλίνας” του επίσης συνεντευξιαζόμενου Μάνου Ζαχαρία, προβάλλει τις διαδηλώσεις που εισέβαλαν στο υπουργείο Εργασίας, έκαψαν τους καταλόγους και τσάκισαν την επιστράτευση.
Πολύτιμες είναι οι διηγήσεις που έχουν να κάνουν με την αντίσταση στις γειτονιές. Οι ιστορίες πιάνουν όλη την Αθήνα. Από την Κηφισιά, στην Καλογρέζα,, την Καισαριανή, το Χαϊδάρι, το Δουργούτι, τα Εξάρχεια, δίνεται η εικόνα μιας πρωτεύουσας που αντιστέκεται. Αγωνιστές κι αγωνίστριες που δεν παλεύουν για λογαριασμό των κατοίκων αλλά μαζί με όλο τον κόσμο. Για το πως θα βρει όπλα ο ΕΛΑΣ της Αθήνας “πιστόλι, το πιστόλι” από σκοτωμένους ναζί ή ντόπιους συνεργάτες τους. Για το πώς θα γραφτούν τα συνθήματα στους τοίχους που θα μεταφέρουν τη “γραμμή” στις γειτονιές, τα χωνιά που θα μεταφέρουν τις ειδήσεις, τις μικρές “παρελάσεις” στις γειτονιές για να κρατήσουν υψηλό το ηθικό του λαού, το ξεπάστρεμα των χαφιέδων και των δοσίλογων. Αλλά και το ρίσκο, τις συλλήψεις, τα κυνηγητά, τα μπλόκα, τις εκτελέσεις.
“Για να χτίσουμε τον κόσμο που θέλαμε”
Το ντοκιμαντέρ φτάνει στα Δεκεμβριανά, την προδοσία και την έκρηξη που όπως τη χαρακτηρίζει μία από τις μαρτυρίες “ήταν αναπόφευκτη”. “Γιατί δεν παλεύαμε απλά για να διώξουμε τους ναζί αλλά για να χτίσουμε τον κόσμο που θέλαμε”. Στην Αθήνα των Παρτιζάνων δεν πολεμούσαν απλά οι Έλληνες εναντίον Γερμανών, αλλά η τάξη των από πάνω, εναντίον της τάξης των από κάτω. Και γι'αυτό παρά την πείνα και το θάνατο, “δεν ήμασταν άνθρωποι δυστυχισμένοι” θα πει μια αγωνίστρια. “Πιστεύαμε ότι θα νικήσουμε και θα χτίσουμε μιαν άλλη Ελλάδα”.
Το ντοκιμαντέρ ούτε αποτιμά ούτε κριτικάρει τη γραμμή του ΕΑΜ ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ εκείνης της περιόδου. Ένας παράγοντας που είναι απαραίτητος αν θέλουμε να κατανοήσουμε τις Βάρκιζες που ακολούθησαν. Αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός του. Και μόνο για το γεγονός ότι διασώζει 14 πολύτιμες μαρτυρίες, τις δένει με ένα σπάνιο αρχειακό υλικό και φωτίζει μια “θαμμένη” πτυχή της Αντίστασης, είναι μια πολύτιμη ταινία. Και δικαιολογημένα – με ελάχιστη έως μηδενική διαφήμιση – έχει μεγάλη ανταπόκριση.
“Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών” που έκανε πρεμιέρα στο 20ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης τον Φεβρουάριο που μας πέρασε και από τα μέσα Απρίλη παίζεται στον κινηματογράφο Μικρόκοσμος, αποτέλεσε μια μικρή έκπληξη από την αποδοχή του κόσμου που πλημμύρισε τις αίθουσες στις οποίες παίχτηκε. Ειδικά στην Αθήνα η παράσταση ξεκίνησε για τέσσερις μόλις προβολές και έχει φτάσει δεκαπέντε μέρες μετά να κάνει σολντ αουτ και να κόβει εκατοντάδες εισιτήρια. Στα πολλά θετικά της ταινίας είναι και η πρωτότυπη μουσική των drog-A-tek, που ντύνει τις διηγήσεις.
Η ταινία παίζεται στο Σινέ Μικρόκοσμος στο Κουκάκι (Λ. Συγγρού 106, μετρό Συγγρού-Φιξ), καθημερινά στις 7μμ, ενώ την Κυριακή 6 Μάη θα ταξιδέψει μέχρι τις ΗΠΑ και το κινηματογραφικό φεστιβάλ Workers Unite της Νέας Υόρκης.

