Ο Γαλλοαλγερινός τραγουδοποιός Ρασίντ Ταχά που πέθανε ξαφνικά στις 12 Σεπτέμβρη έγινε παγκόσμια γνωστός για το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ύφος του, που συνδύαζε παραδοσιακές μουσικές της πατρίδας τους -της Βόρειας Αφρικής- με μοντέρνα ρεύματα όπως το ροκ, το πανκ και το ρυθμ εντ μπλουζ. Αρκετοί τον θυμούνται να ερμηνεύει το «Rock the Casbah» των Clash με τον δικό του εκρηκτικό τρόπο παρέα με τον Μικ Τζόουνς, ενώ ενθουσίασε με την εμφάνισή του στις συναυλίες του 4ου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στην Αθήνα το 2006.
Όμως ο Ρασίντ Ταχά δεν ήταν απλά ένας εμπνευσμένος μουλτι-έθνικ μουσικός. Ήταν το πρόσωπο και η ψυχή της «άλλης» Γαλλίας, των μεταναστών, της φτωχολογιάς των προαστίων και ταυτίστηκε με τους αγώνες της γενιάς του ενάντια στον ρατσισμό, την αστυνομική καταστολή και την άνοδο του φασισμού.
Αλγερία
Γεννημένος στην Αλγερία το 1958, μεγάλωσε μέσα στα χρόνια του σκληρού αγώνα για την ανεξαρτησία από τη Γαλλία ακούγοντας τις λαϊκές μουσικές της χώρας του, όπως οι Rai και Chaabi. Όταν ήταν δέκα χρονών μετακόμισε με την οικογένειά του στη Γαλλία και στο σχολείο βρέθηκε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τον ρατσισμό του Γαλλικού κράτους. Τα παράτησε κι έπιασε δουλειά στη Λυόν, σ’ένα εργοστάσιο καυστήρων θέρμανσης. Τα βράδυα έβαζε μουσική στο μπαρ Les Refoules (που σημαίνει κατασταλθέντες). Στα πλατώ του DJ άρχισε να αναμειγνύει μουσικές, όπως της μεγάλης Αιγύπτιας τραγουδίστριας Ουμ Καλθούμ με Led Zeppelin, Clash, Johnny Cash κ.α. Το 1981, με τους φίλους του Μοχάμεντ και Μοκτάρ έφτιαξαν τη μπάντα Carte de sejour, που σημαίνει «Άδεια παραμονής» και συνέχισαν να πειραματίζονται στη μίξη διαφορετικών μουσικών ειδών και γλωσσών, ωστόσο αντιμετώπισαν την εχθρότητα των ιδιοκτητών κλαμπ, που «δεν ήθελαν Άραβες στα μαγαζιά τους». Το 1986 έγιναν αρνητικά διάσημοι διασκευάζοντας ένα κλασικό πατριωτικό τραγούδι της δεκαετίας του ’40 με τίτλο «Γλυκιά Γαλλία». Το τραγούδι, που υμνούσε τη Γαλλία και τις ομορφιές της, στα χέρια του Ταχά και της παρέας του, με ούτι, παραδοσιακά κρουστά και Άραβες μουσικούς, ανθρώπους που ήταν ουσιαστικά εξοστρακισμένοι από την ειδυλλιακή γλυκιά Γαλλία, ηχούσε τόσο προκλητικά ειρωνικό, που απαγορεύτηκε από την (κατά τα άλλα πλουραλιστική) Γαλλική ραδιοφωνία!
Ο Ταχά είχε επηρεαστεί όχι μόνο από την πανκ μουσική, αλλά και από το αντιφασιστικό κίνημα της εποχής. Γνώριζε για την πρωτοβουλία «Rock Against Racism» στη Βρετανία και προσπάθησε να να κάνει κάτι αντίστοιχο στη Γαλλία με την μουσική του και την έμπρακτη υποστήριξη στο αντιρατσιστικό κίνημα, που τότε πάλευε την άνοδο του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου του φασίστα Λεπέν. Ξεκινώντας σόλο καριέρα στο Παρίσι ηχογράφησε τα άλμπουμ «Μπαρμπές», από την ομώνυμη φτωχική συνοικία στα βόρεια της πόλης, διασκεύασε το Αλγερινό λαϊκό τραγούδι «Ya Raya» που αναφερόταν στην περιπλάνηση του ταξιδευτή και κατ’επέκταση του μετανάστη. Έγραψε το «Voila voila» με στίχους-γροθιά κατά της ξενοφοβίας: «…το μάθημα δεν ήταν αρκετό, η μνήμη μας επιλεκτική «Έξω οι ξένοι», το φάρμακο των πολιτισμένων...». Το κομμάτι αυτό, με τον προκλητικό στίχο αγαπήθηκε και χορεύτηκε με πάθος στα κλαμπ όλης της Ευρώπης. Επίσης ηχογράφησε και μουσική πιο κοντά στην παράδοση του Μαγκρέμπ, με τα άλμπουμ «Diwân» και «Diwân 2».
Καθώς η μουσική Έθνικ άρχισε να αναγνωρίζεται καλλιτεχνικά και εμπορικά, ο Ρασίντ Ταχά έγινε παγκόσμια γνωστός, έδωσε συναυλίες σε όλο τον κόσμο μπροστά σε χιλιάδες, ενώ διάσημοι καλλιτέχνες ενδιαφέρθηκαν για τη μουσική του. Ο ίδιος έμεινε πιστός στις ιδέες του. Στο άλμπουμ «Tékitoi?» (2004) που μεταφράζεται «Εσύ ποιός είσαι;» αναφέρεται στην ισλαμοφοβία αλλά και στον αντισημιτισμό. Είναι η εποχή μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001, με τους πολέμους του Μπους και του Μπλερ στο Ιράκ. Ο Ταχά στάθηκε στο πλευρό του αντιπολεμικού κινήματος. Τον Νοέμβρη του 2005 συμμετείχε μαζί με τον Μπράιαν Ίνο σε μεγάλη συναυλία για την ενίσχυση της Συμμαχίας Σταματήστε τον Πόλεμο Βρετανίας και της οργάνωσης «Οικογένειες στρατιωτών κατά του πολέμου». «Το να εμφανιστώ σε μια αντιπολεμική συναυλία είναι η λογική συνέχεια των πράξεών μου σαν μουσικός και σαν άνθρωπος», είχε δηλώσει.
Ο θάνατός του είναι μεγάλη απώλεια, ωστόσο πρόλαβε με το έργο του να ανοίξει νέους δρόμους στη μουσική. Απέδειξε ότι η μίξη διαφορετικών πολιτισμών δεν είναι κίνδυνος αλλά πλούτος, κι αυτή είναι η κληρονομιά που άφησε στην τέχνη και στον κόσμο που έκφρασε μ’αυτήν.

