Πολιτισμός
Σίντνεϊ Πουατιέ (1927-2022): Ο πρωταγωνιστής του αντιρατσισμού

28/8/63, Η πορεία στην Ουάσιγκτον. Φωτό: Warren K. Leffler

Έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη 6 Ιανουαρίου, σε ηλικία 94 ετών ένας θρύλος του Χόλιγουντ, ο ηθοποιός (Σερ) Σίντνεϊ Πουατιέ. Ο ίδιος δεν χρησιμοποιούσε αυτόν τον τίτλο, που του απονεμήθηκε το 1974 από την Βασίλισσα της Αγγλίας, καθώς είχε ακόμα υπηκοότητα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας από τις Μπαχάμες.

Ο Σίντνεϊ Πουατιέ, Αμερικάνος με καταγωγή από τις Μπαχάμες, ήταν ένας ηθοποιός που «έσπασε» πολλά ταμπού στο Χόλιγουντ τις δεκαετίες του 1950 και 1960.

Γεννήθηκε πρόωρα στο Μαϊάμι το 1927 κατά την επίσκεψη των γονιών του στις ΗΠΑ, παίρνοντας για το λόγο αυτό αυτόματα την αμερικανική υπηκοότητα. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Κατ Άιλαντ και στο Νασάου. Φοίτησε σε σχολείο μόλις έναν χρόνο. Επέστρεψε στις ΗΠΑ σε ηλικία 15 ετών, λέγοντας ψέματα για την ηλικία του ώστε να υπηρετήσει στον αμερικανικό στρατό κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν αποστρατεύτηκε έκανε δουλειές του ποδαριού. Εργάστηκε ως λαντζέρης σε διάφορα εστιατόρια και ξενοδοχεία. Τότε έμαθε να διαβάζει για πρώτη φορά στη ζωή του. Ένας γηραιός Εβραίος σερβιτόρος, καθόταν συχνά πλάι του και τον βοηθούσε να διαβάζει τις τοπικές εφημερίδες.

Σπούδασε την υποκριτική στο American Negro Theatre School of Drama. Στην αρχή τα πράγματα δεν ήταν εύκολα γιατί δεν ήταν καλός τραγουδιστής και ο συγκεκριμένος θίασος ανέβαζε κυρίως μιούζικαλ. Τότε ήταν επίσης που συνειδητοποίησε και το πρόβλημα με την ακοή του. Ξεχώρισε όμως, όταν ο θίασος ανέβασε τη «Λυσιστράτη». Εκεί τον πρόσεξε ο τότε διευθυντής της εταιρείας 20th Century Fox ο οποίος πίστεψε στο ταλέντο του και τον συμπεριέλαβε στο καστ της ταινίας «Το Μίσος Προστάζει» (1950). Ο Πουατιέ νωρίτερα, είχε δουλέψει αμισθί στην ταινία «Sepia Cinderella» (1947), ενώ επίσης είχε παίξει σε τρεις ταινίες μικρού μήκους για τον αμερικανικό στρατό. 

Επέλεγε με μεγάλη προσοχή τους ρόλους του, απορρίπτοντας την επικρατούσα αντίληψη του Χόλιγουντ ότι οι μαύροι ηθοποιοί μπορούν να εμφανιστούν μόνο σε «υποδεέστερους» ρόλους, ως εργάτες, υπηρέτες και λούστροι. Πράγματι, όπως είχε εκμυστηρευτεί σε παλαιότερη του συνέντευξη: «Όταν ξεκίνησα την καριέρα μου, οι ρόλοι που προορίζονταν για τους μαύρους ηθοποιούς ήταν “πάντα αρνητικοί, χαζοί και πολύ αδύναμοι”. Αυτό ήταν το υπόβαθρο όταν ήρθα πριν από 20 χρόνια και επέλεξα να μην συμμετάσχω στα στερεότυπα… Έχω τέσσερα παιδιά. Πηγαίνουν να δουν ταινίες όλη την ώρα, αλλά σπάνια βλέπουν τον εαυτό τους να αντανακλάται μέσα σε αυτές».

Όσκαρ

Πήρε τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο το 1955, στην ταινία «Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα», ενώ τρία χρόνια αργότερα, το 1958, ήταν υποψήφιος για Όσκαρ μαζί με τον συμπρωταγωνιστή του Τόνι Κέρτις στην ταινία «Όταν Σπάσαμε τις Αλυσίδες». Μπορεί να μην κατάφερε τότε να πάρει το βραβείο, κατάφερε όμως να αγαπηθεί από το κινηματογραφικό κοινό. Ακολούθησαν οι ταινίες «Porgy and Bess» (1959) και «Paris Blues» (1961). Πέντε χρόνια αργότερα από την πρώτη του υποψηφιότητα, το 1963, ο Σίντνεϊ Πουατιέ θα έσπαγε όλα τα προγνωστικά παίρνοντας το Όσκαρ Α’ Αντρικού Ρόλου για την ταινία «Κάτω από το βλέμμα του Θεού». Ήταν ο πρώτος μαύρος ηθοποιός που κέρδιζε κάτι τέτοιο. Το πόσο ριζοσπαστικό ήταν αυτό, αποδεικνύεται και από το ότι χρειάστηκαν μόλις... 38 ολόκληρα χρόνια για να πάρει το Όσκαρ καλύτερου Α’ Αντρικού Ρόλου ο Ντένζελ Ουάσιγκτον το 2001, για την ταινία «Training Day». Την ώρα της απονομής ο Ουάσιγκτον απέδωσε τα εύσημα στον Πουατιέ, λέγοντας: «Πάντα θα σε κυνηγώ. Πάντα θα ακολουθώ τα βήματά σου. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω, κύριε Πουατιέ».

Το 2002 ο Πουατιέ, τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας για τη συνολική συνεισφορά του στον κινηματογράφο. Στην ομιλία του είχε πει χαρακτηριστικά: «Ήρθα στο Χόλυγουντ όταν ήμουν 22 ετών, σε μια εποχή πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Το 1949 η διαδρομή που έκανα θα θεωρούνταν αδύνατη. Πράγματι, όσο κι αν προσπαθούσα, τίποτε δεν θα γινόταν αν δεν υπήρχαν μερικοί τολμηροί σκηνοθέτες που διέθεταν υψηλό αίσθημα πολιτικής ευθύνης, για να γυρίσουν αυτές τις ταινίες. Εγώ, απλώς επωφελήθηκα από την προσπάθειά τους αυτή. Η βιομηχανία του σινεμά επωφελήθηκε από την προσπάθειά τους. Η ίδια, η Αμερική επωφελήθηκε από την προσπάθειά τους αυτή». Ο Πουατιέ ήταν ένας από τους πολλούς ηθοποιούς που συμμετείχαν στην «Πορεία στην Ουάσιγκτον» (28 Αυγούστου 1963), κατά τη διάρκεια του Κινήματος Πολιτικών Δικαιωμάτων της δεκαετίας του '60, όταν περισσότεροι από 250.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν εκεί και άκουσαν τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ να εκφωνεί την περίφημη ομιλία του «I Have a Dream», ο οποίος δολοφονήθηκε αργότερα το 1968.

Ρατσισμός

Ένα χρόνο νωρίτερα, ο Σίντνεϊ Πουατιέ πρωταγωνίστησε σε τρεις ταινίες που ασχολούνταν με το πρόβλημα του ρατσισμού. Το «Στον Κύριό μας με Αγάπη», το «Μάντεψε ποιος θα ‘ρθει Απόψε» και τέλος το αστυνομικό θρίλερ «Ιστορία ενός Εγκλήματος», στην οποία υποδύεται τον Βίρτζιλ Τιμπς. Έναν μαύρο ντετέκτιβ που καλείται να διαλευκάνει μια σειρά δολοφονιών σε μια μικρή πόλη του Μισισιπή, όπου κυριαρχούσε ο ρατσισμός. Μια από τις πιο διάσημες σκηνές της ταινίας δείχνει τον Βίρτζιλ Τιμπς να χαστουκίζεται από έναν πλούσιο μεσήλικα λευκό άνδρα και ο Πουατιέ να του το ανταποδίδει! Μια σκηνή άνευ προηγουμένου για την εποχή εκείνη, «σοκάροντας» το κοινό στις ΗΠΑ. Παραμένει άγνωστο αν ο Πουατιέ αυτοσχεδίασε το χαστούκι στα γυρίσματα ή αν ήταν στο σενάριο. Ανεξάρτητα όμως, η σκηνή έχει δικαίως αναγνωριστεί ως «εμβληματική», όσον αφορά τον ρατσισμό. Σε κάθε περίπτωση, είχε κάθε λόγο να το κάνει, αφού τόσο ο Πουατιέ, όσο και ο φίλος του Χάρι Μπελαφόντε, παραλίγο να δολοφονηθούν από μέλη της Κου Κλουξ Κλαν σε επίσκεψή τους στην Πολιτεία του Μισισιπή. Γεγονός που αναπόφευκτα τον σημάδεψε ιδιαίτερα. 

Έτσι όταν πρωταγωνίστησε στην ταινία, επέμεινε τα γυρίσματα να συνεχιστούν στις Βόρειες Πολιτείες των ΗΠΑ. Όταν χρειάστηκε δε, να επισκεφτεί το Τενεσί για τις εξωτερικές λήψεις, ο Πουατιέ κοιμόταν κάθε βράδυ μ’ ένα όπλο κάτω από το μαξιλάρι του. Παρόλα αυτά το συνεργείο σύντομα εγκατέλειψε το Τενεσί, όταν η ζωή του Πουατιέ απειλήθηκε γι’ ακόμη μια φορά…

Αντίο, κύριε Πουατιέ.