Ο Χιλιανός σκηνοθέτης Πατρίσιο Γκουσμάν που πέθανε την περασμένη βδομάδα μάς άφησε μια τεράστια κληρονομιά που συνδέει τον κινηματογράφο, την ιστορία, τη μνήμη και την επανάσταση. Ο Γκουσμάν έκανε το μεγάλο άλμα με την ταινία “Η μάχη της Χιλής”. Σήμερα θεωρείται το καλύτερο ντοκιμαντέρ στην ιστορία της χώρας. Κι όμως, η ταινία γυρίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, αλλά προβλήθηκε πρώτη φορά στην ίδια τη Χιλή το 1997, εφτά χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας. Για να φτάσει να προβληθεί στη χιλιάνικη τηλεόραση έπρεπε να φτάσουμε στο 2021, σχεδόν μισό αιώνα αφού ο Γκουσμάν κατάφερε να πάρει τα φιλμ του και να εγκαταλείψει σώος τη χώρα ενώ ο στρατός ξεκινούσε το μακελειό. Χιλιάδες άλλοι αγωνιστές δεν τα κατάφεραν, ανάμεσά τους καλλιτέχνες που συνεργάστηκαν με τον Γκουσμάν για την ίδια την ταινία.
Ο Χόρχε Μίλερ, υπεύθυνος φωτογραφίας στη “Μάχη της Χιλής” και η συντρόφισσά του Κάρμεν Μπουένο, βοηθός παραγωγής, πιάστηκαν από τις μυστικές υπηρεσίες της δικτατορίας, βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν στα μπουντρούμια της χούντας. Ήταν και οι δυο τους μέλη του MIR, της μεγαλύτερης οργάνωσης της επαναστατικής Αριστεράς της Χιλής. Σε μια σκηνή της τριλογίας, ο Γκουσμάν συνάπτει το φιλμ που είχε γυρίσει ο σουηδο-αργεντινός κάμεραμαν Λεονάρντο Χένρικσεν. Είναι τη στιγμή του “τανκετάσο”, μιας πρόβας πραξικοπήματος που έγινε τον Ιούνη του 1973, δυομισυ μήνες πριν από το πραξικόπημα του Πινοτσέτ. Ο Χένρικσεν παρακολουθεί με την κάμερά του τις μονάδες των πραξικοπηματιών του στρατού που επιχειρούν να εισβάλουν στη Μονέδα, το προεδρικό μέγαρο του στρατού. Οι στρατιωτικοί χτυπάνε τον κόσμο που προσπαθεί να σταματήσει το πραξικόπημα. Ο Χένρικσεν ζουμάρει σε έναν από τους επικεφαλής, ο στρατιωτικός στρέφει την κάνη του προς τον καμεραμάν, πυροβολεί και τον σκοτώνει. Ο Χένρικσεν κινηματογράφησε τον ίδιο του το θάνατο. Ο Θάνος Μικρούτσικος δυο χρόνια αργότερα μελοποίησε τους στίχους του Βολφ Μπίρμαν, την “Μπαλάντα του Οπερατέρ”, για “κάποιον που ταινία γυρίζει τη στιγμή του φόνου του”. Όμως, ο αμέσως προηγούμενος στίχος του Μπίρμαν λέει: “Αυτό το φιλμ μάθημα ας μας γίνει”.
Στην Ιστορία της ανθρωπότητας δεν υπάρχει “εξωτερικός παρατηρητής”, ούτε οπερατέρ που καταγράφει την αλήθεια από τα έξω. Την ιστορία τη γράφουν οι απλοί άνθρωποι. Κι όταν οι δυνάμεις της συντήρησης και της καταστολής νικάνε, διαγράφουν και την ιστορία. Το να θυμάσαι είναι πράξη επαναστατική. Ο Γκουσμάν αφιέρωσε το έργο του σε αυτό το καθήκον όλη του την υπόλοιπη ζωή.
Η Μάχη της Χιλής
Ας μείνουμε όμως λίγο παραπάνω στη “Μάχη της Χιλής”. Είναι στην πραγματικότητα τρεις ταινίες. “Η εξέγερση των αστών”, “Το πραξικόπημα” και “Η λαϊκή εξουσία”. Ο Γκουσμάν είχε φύγει για σπουδές και δουλειά στο εξωτερικό και επέστρεψε στη Χιλή εμπνευσμένος από τη νίκη του Σαλβαδόρ Αλιέντε στις εκλογές του 1970. Η πρώτη του ταινία στη Χιλή ήταν “Ο πρώτος χρόνος”, στην οποία παρακολουθεί τους πρώτους δώδεκα μήνες της καινούργιας αριστερής κυβέρνησης στην εξουσία. Τα φιλμ που συνέχισε να γυρίζει με τους συνεργάτες του σκόπευε να αποτελέσουν τη συνέχεια, “Ο δεύτερος” και “Ο τρίτος χρόνος”. Όμως ο τρίτος χρόνος της κυβέρνησης δεν ολοκληρώθηκε, και τέταρτος δεν υπήρξε ποτέ. Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε δολοφονήθηκε υπερασπιζόμενος το προεδρικό μέγαρο. Έτσι, τα φιλμ του Γκουσμάν αντί για μια γραμμική καταγραφή της ιστορίας, είναι η πραγματική ζωντανή ιστορία. Με την κάμερα στο χέρι, σε διαρκή κίνηση, μας δείχνει μια Χιλή που σκίζεται στα δύο, τους από πάνω και τους από κάτω. Αυτοί που φαίνονται πιο λυσσασμένοι όμως είναι οι από πάνω. Ορκίζονται στη δημοκρατία, αλλά το μίσος για την αριστερή κυβέρνηση τούς κόβει την ανάσα. Μπαίνει στα σπίτια των πλούσιων και τους αφήνει να μιλήσουν. Αλλά πριν από αυτούς μιλάνε τα ακριβά τους έπιπλα και τα χαλιά. Γι’αυτούς ο Αλιέντε είναι αυτός που απειλεί να τους τα πάρει. Η κάμερα μπαίνει στις παρελάσεις των φασιστών της “Πατρίδα και Ελευθερία”. Από τις τάξεις τους θα στρατολογηθούν οι βασανιστές και οι δολοφόνοι. Στο φτωχό κόσμο υπάρχει ελπίδα, αλλά υπάρχει και αμφιβολία. Ο Αλιέντε προσπαθεί να καθησυχάσει τη Δεξιά, “Δεν είμαστε σοσιαλιστική κυβέρνηση” τους λέει. “Υπερασπίζουμε τη συνταγματική νομιμότητα”. Ένας εργάτης όμως λέει στην κάμερα “Η αλήθεια είναι πως είμαστε δύο τάξεις, η αστική τάξη και το προλεταριάτο και κάποια στιγμή η σύγκρουση θα έρθει, θέλοντας και μη”.
Η σύγκρουση όπως ξέρουμε ήρθε, και η πλευρά των πλούσιων αποδείχθηκε πολύ πιο προετοιμασμένη. Ο Πινοτσέτ που έκανε το πραξικόπημα το Σεπτέμβρη, τον Ιούνη είχε καταγραφεί ως νομοταγής στρατιωτικός που κατέστειλε το “Τανκετάσο”. Τον Αύγουστο ο ίδιος ο Αλιέντε τον έχρισε Αρχηγό του Στρατού. Αυτά καταγράφονται στη δεύτερη ταινία της τριλογίας. Το τρίτο μέρος της τριλογίας καταγράφει αυτό που κατεξοχήν θέλησαν να σβήσουν από τη μνήμη μας. Επιστρέφει χρονικά πριν από το πραξικόπημα και μας φέρνει να συμμετέχουμε στις συνελεύσεις των εργοστασίων, των άκληρων αγροτών που έχουν καταλάβει τα χωράφια, των γειτονιών που αυτοοργανώνονται. Ο κόσμος δεν είχε μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, περιμένοντας την κυβέρνηση του Αλιέντε να “υλοποιήσει τις υποσχέσεις της”. Όχι μόνο έκανε αγώνες, αλλά προχώρησε στο σχηματισμό οργάνων συντονισμού, τα λεγόμενα “Κορδόνες”, από τα “κορδόνια” που σχημάτιζαν τα εργοστάσια στις λεωφόρους των βιομηχανικών περιοχών. Η ταινία δεν μας κάνει μάθημα, δεν μας δίνει την εναλλακτική λύση. Αλλά από μόνοι τους οι πρωταγωνιστές μάς θέτουν το ερώτημα. Αν αυτοί οι άνθρωποι που έκαναν τεράστια βήματα εργατικού ελέγχου δεν είχαν ακούσει τον Αλιέντε, την ηγεσία του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος που τους ζητούσαν “να μην κάνουν υπερβολές και κινήσεις εκτός νόμου γιατί θα προκαλέσουν”, τι μπορούσε να έχει συμβεί;
Ο Γκουσμάν κουβάλησε τη μάχη της μνήμης σε όλες τους τις ταινίες. Αλλά πού καταγράφεται η μνήμη; Ένα εργαλείο που χρησιμοποιεί σε επόμενά του φιλμ είναι ο ίδιος ο κινηματογραφιστής να ξυπνήσει τις μνήμες. Ψάχνει παλιούς πρωταγωνιστές ή απλούς ανθρώπους και τους δείχνει φωτογραφίες τους ή πλάνα τους που ούτε οι ίδιοι ήξεραν πως υπάρχουν. Μοιάζει με ψυχαναλυτικό τέχνασμα, αλλά είναι μάχη ενάντια στη λήθη. Αν θυμηθείς τους αγώνες, θυμάσαι και τις δυνατότητες που υπήρχαν.
Ο Γκουσμάν στις τελευταίες του ταινίες, ιδιαίτερα στη λεγόμενη “δεύτερη τριλογία” πηγαίνει αυτή την αναζήτηση της μνήμης ακόμη παραπέρα. Ο ίδιος ο τόπος, η φύση, το τοπίο έχουν το αποτύπωμα του διαφορετικού τρόπου που βιώνουν τη ζωή τους οι διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Στο “Νοσταλγώντας το φως” η κάμερα κοιταέι τα τηλεσκόπια στην έρημο Ατακάμα, το πιο ξηρό μέρος του πλανήτη. Τα υπερσύγχρονα τηλεσκόπια κοιτούν προς τα αστέρια. Μπορεί να παρασυρθούμε και να κοιτάξουμε κι εμείς προς τα πάνω. Όμως την ίδια στιγμή οι “Γυναίκες της Καλάμα”, εκεί δίπλα, κοιτάνε προς τα κάτω σκάβουν με αυτοσχέδια φτυάρια γιατί ψάχνουν τα οστά των ανθρώπων τους, κάποιων από τους πάνω από 30 χιλιάδες που δολοφόνησε η δικτατορία. Στο “Μαργαριταρένιο κουμπί” ο αέρας δίνει τη θέση του στο νερό. Στο νερό όπου βύθιζαν φορτωμένους με σίδερα τους “εξαφανισμένους” οι πραξικοπηματίες, το ίδιο νερό από όπου μετέφεραν τον κλεμμένο πλούτο και τους σκλαβωμένους ανθρώπους οι αποικιοκράτες. Στην “Οροσειρά των ονείρων” στο κέντρο μπαίνει ο μόνος πιθανός σιωπηλός παρατηρητής, οι Άνδεις, που χωρίζουν τη Χιλή από τον υπόλοιπο κόσμο. Όμως, όπως και στη ζωή, το να παραμένεις σιωπηλός δεν σημαίνει πως γλυτώνεις από τα τραύματα και τις ουλές.
Ο νεοφιλελευθερισμός έχει τις ρίζες του στην αγριότητα της δικτατορίας της Χιλής. Εκεί πρωτοπειραματίστηκαν τα “παιδιά του Σικάγο”, οι επίγονοι του Φρίντμαν και οι υπερασπιστές της “ελευθερίας της αγοράς”. Η ελευθερία της αγοράς τους στηρίχτηκε στα μαζικά βασανιστήρια, στους πνιγμούς, τα πεταμένα πτώματα από τα αεροπλάνα, μια γενιά εξαφανισμένων. Το προϊόν της δικής τους βαρβαρότητας το ξέρουμε, γιατί παραμένει ενεργό γύρω μας. Για τη μνήμη της δικιάς μας εναλλακτικής λύσης ευτυχώς έχουμε το έργο του Πατρίσιο Γκουσμάν.
Νίκος Λούντος


«Η Χιλή της μακράς δικτατορίας του Πινοτσέτ αποτέλεσε τον δραματικό προπομπό της νεοφιλελεύθερης σταυροφορίας με τη βίαιη μεταβολή των βιομηχανικών σχέσεων, τη διαμόρφωση πολιτικής από μη αιρετές ομάδες συμφερόντων και την εργαλειοποίηση των κρατικών θεσμών ως εγγυητή εξυπηρέτησης του μεγάλου κεφαλαίου και ενίοτε διασώστη του» αναφέρει το δελτίο τύπου που έφτασε στην Εργατική Αλληλεγγύη για το νέο βιβλίο «Η Χιλή του Πινοτσέτ, μια ιστορία από το μέλλον» από τον Άρη Καπαράκη και τις εκδόσεις Τόπος, που μόλις κυκλοφόρησε.

