Διεθνή
Γαλλία: Ασταμάτητος αγώνας

31/10, Παρίσι. Φωτό: LFI

 

Με υποσχέσεις και υποχωρήσεις, αλλά και απαγορεύσεις διαδηλώσεων και κυκλοφορίας, 70.000 πάνοπλους αστυνομικούς, ελικόπτερα, έφιππους και δεκάδες αύρες, αλλαγές στις διαδρομές των πορειών έξω από τα κέντρα πολλών μεγάλων πόλεων καθώς και με ασταμάτητη μιντιακή προπαγάνδα και εκφοβισμό προσπάθησαν και πάλι ο πρόεδρος Μακρόν και η κυβέρνηση Λεκορνί να σταματήσουν στις 31 Οκτώρη το εκρηκτικό κίνημα διαδηλώσεων στη Γαλλία. Και απέτυχαν.

Για τρίτη συνεχόμενη φορά, το κίνημα που ξεκίνησαν τα λυκειόπαιδα και πλέον έχει αγκαλιάσει τα σχολεία, τις σχολές, τους εργατικούς χώρους και τα συνδικάτα δεν έδειξε κανένα σημάδι υποχώρησης παρά τις αντίθετες προβλέψεις και τις τρικλοποδιές. Πάνω από 500.000 διαδηλωτές, σε 290 συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα με αυξημένη παρουσία των συνδικάτων αψήφησαν τις προσπάθειες διάσπασης του κινήματος και έκαναν ένα μεγάλο βήμα προς τον επόμενο σημαντικό σταθμό του κινήματος, την πανεργατική απεργιακή 5 Νοέμβρη.

Στα σχολεία και στις σχολές επικρατεί αναβρασμός. Το κίνημα της νεολαίας ανάγκασε την κυβέρνηση να παρουσιάσει ένα πλάνο που “απαντά” σε όλα τους τα αιτήματα: σταδιακή κατάργηση της πλατφόρμας-σφαγείο Parcoursup, μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα στα σχολεία, 1.300 νέες θέσεις εκπαιδευτικών, 15.000 χιλιάδες παραπάνω θέσεις στα πανεπιστήμια, και πέντε επιπλέον δισεκατομμύρια ευρώ για την Παιδεία.

Γενικές συνελεύσεις

Μπροστά όμως σε αυτές τις μακρινές υποσχέσεις που οι σύλλογοι μαθητών και φοιτητών αποκαλούν “ψίχουλα”, τη Δευτέρα 2 Νοέμβρη δεκάδες σχολεία και σχολές πραγματοποιούσαν γενικές συνελεύσεις για να οργανώσουν την εθνική ημέρα δράσης τους στις 3 Νοέμβρη και τη συμμετοχή τους στην πανεργατική απεργία στις 5 του μήνα.

Το εργατικό κίνημα από την πλευρά του βρίσκεται σε πυρετώδεις προετοιμασίες. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (CGT, CFDT, FO, FSU) καλούν στην απεργία. Η οργάνωσή της όμως, το άπλωμά της και τα αιτήματά της πέφτουν στις πλάτες των πιο μαχητικών κομματιών σε κάθε εργατικό χώρο. Όπως είπε στην Εργατική Αλληλεγγύη η Βανίνα Τζουντιτσελί, μέλος της αδερφής οργάνωσης του ΣΕΚ στη Γαλλία, A2C, “οι ηγεσίες των συνδικάτων δεν κάλεσαν αυτή την απεργία ως κλιμάκωση. Αντιθέτως την είχαν προκηρύξει από τις 3 Οκτώβρη σε μια προσπάθεια εκτόνωσης του κινήματος με μια μακρινή κινητοποίηση. Όμως το κίνημα δεν κόπασε και τώρα υπάρχει η δυνατότητα η απεργία αυτή να λειτουργήσει σαν δυναμίτης, να υπάρξει συνέχεια και εξέλιξη σε ένα απεργιακό κύμα διαρκείας που θα συνδεθεί με τους μαθητές και τους φοιτητές. Σε αυτή την κατεύθυνση τα εμπόδια των συνδικαλιστικών ηγεσιών θα ξεπεραστούν μόνο με τη δράση από τα κάτω”.  

Τα κόμματα και οι οργανώσεις της Αριστεράς από την πλευρά τους καλούν σύσσωμα στην απεργία. Ο πρόεδρος της Ανυπότακτης Γαλλίας, Ζαν Λικ Μελανσόν, προειδοποίησε την κυβέρνηση πως κινδυνεύει από μια “γενική απεργία μεγάλης κλίμακας”. Την ίδια στιγμή όμως “τα μηνύματα που έρχονται διαρκώς από την ηγεσία της Ανυπότακτης Γαλλίας είναι πως η νίκη θα κριθεί στις κάλπες”, τονίζει η Βανίνα Τζουντιτσελί. “Η δυναμική όμως αυτού του κινήματος” συμπληρώνει, “είναι πολύ μεγαλύτερη. Η 5 Νοέμβρη δεν πρέπει να αποτελέσει απλά τη στιγμή μιας εκλογικής καμπάνιας. Η επαναστατική Αριστερά μπορεί να παίξει ρόλο μέσα στο κίνημα ώστε να πάρει χαρακτήρα συνολικής σύγκρουσης με το καπιταλιστικό σύστημα και με τον φασισμό”.


“Τσακίστε τους φασίστες”

“Δικά σας τα λόγια - Δικοί μας οι νεκροί”. Με αυτό το σύνθημα διαδήλωσαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σε όλη τη Γαλλία για να τιμήσουν τον Πένγκο Μπόσιο Ουανγκί που δολοφονήθηκε στις 23 Οκτώβρη από τον φασίστα Κέβιν Τεσιέ στην πόλη της Τραπ και για να φωνάξουν “είμαστε όλοι αντιφασίστες¨.

Τη σκανδάλη του όπλου που σκότωσε τον Πένγκο Μπόσιο Ουανγκί, τραυμάτισε σοβαρά ένα δωδεκάχρονο κορίτσι και άφησε πίσω του άλλους τέσσερις τραυματίες δεν την τράβηξε ένας “σχιζοφρενής” όπως έσπευσε να ισχυριστεί τόσο ο ίδιος όσο και τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Ο Τεσιέ παραδέχτηκε άλλωστε κατά την ανάκριση πως “στόχευσε συγκεκριμένα”, ανθρώπους μου έμοιαζαν “μουσουλμάνοι, Αφρικανοί ή βορειοαφρικανοί” μετά από “τους βανδαλισμούς” που είχαν γίνει στις διαδηλώσεις στις 17 Οκτώβρη. Εν τω μεταξύ στο σπίτι του βρέθηκαν από την αστυνομία αυτοκόλλητα με το σύνθημα “Ζήτω η Γαλλία και η Εθνική Συπείρωση-Περήφανος που είμαι Γάλλος”.

Την αμέσως επόμενη μέρα πραγματοποιήθηκαν συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις στην Τραπ αλλά και σε άλλες πόλεις. Την Δευτέρα 26, την Παρασκευή 30 και το Σάββατο 31 Οκτώβρη, Παρίσι, Λιόν, Ρεν, Τουλούζη, Μασσαλία, Νάντη, Βρέστη, Νίκαια, Γκρενόμπλ και Στρασβούργο έδωσαν συνέχεια στην δυναμική κινητοποίηση του αντιφασιστικού κινήματος που είχε αποκλείσει το συνέδριο των φασιστών της Εθνικής Συσπείρωσης του Μπαρντελά και της Λεπέν στις 24 του μήνα στην Ορλεάνη.

Στην συγκέντρωση που κάλεσε ο Αλί Ραμπέ, δήμαρχος της Τραπ, στις 30 Οκτωβρίου, διαδήλωσαν περίπου 15.000 άνθρωποι με όλα τα κόμματα της Αριστεράς να δίνουν το παρόν. Φασιστικές συνάξεις απομονώθηκαν τόσο στη Μασσαλία από εκατοντάδες διαδηλωτές όσο και στο Παρίσι όπου η κυβέρνηση απαγόρευσε αρχικά μια εκδήλωση με τίτλο “Επαναμετανάστευση” αλλά δυο μέρες αργότερα την επέτρεψε και μάλιστα την περιφρουρήσε με δεκάδες αστυνομικούς. Στη Λιόν, οι φασίστες αναγκάστηκαν να πραγματοποιήσουν μια συγκέντρωση νύχτα και στα γρήγορα.

 Σε ανακοίνωση-κάλεσμα για διαδήλωση στη Μασσαλία η αντιρατσιστική-αντιφασιστική κίνηση Πορείες Αλληλεγγύης τονίζει πως “αυτό το ρατσιστικό και ισλαμοφοβικό έγκλημα δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Εντάσσεται σε ένα πολιτικό και μιντιακό κλίμα που τροφοδοτείται από ρητορικές και νόμους που στοχοποιούν τους μετανάστες και τους μουσουλμάνους ως εσωτερικούς εχθρούς, ανοίγουν τον δρόμο στην ακροδεξιά και αποθρασύνουν τους φασίστες, δίνοντάς τους το θάρρος να επιτίθενται και να σκοτώνουν. Η κυβέρνηση φέρει ευθύνη γι'αυτό”.

Επίθεση

Η δολοφονία του Πένγκο ήρθε, όχι τυχαία, λίγες μέρες μετά τη λυσσαλέα επίθεση της κυβέρνησης, των αντιδραστικών δημάρχων, των φασιστών και των καναλιών ενάντια στους νέους -κατά πλειονότητα μουσουλμάνους- των φτωχών προαστίων των μεγάλων πόλεων.

Η κυβερνητική εκπρόσωπος Μοντ Μπρεζόν κατήγγειλε αμέσως ως κύριους υπεύθυνους τα “αποβράσματα”, ο Υπουργός Δικαιοσύνης Νταρμανέν κατηγόρησε “ένα μείγμα ανθρώπων από μεταναστευτικό περιβάλλον και αλλοδαπών υπήκοων”, ενώ ο Ρεταγιό των Ρεπουμπλικάνων, μίλησε για “σύνδεση μεταξύ της μαζικής μετανάστευσης -που προκαλεί αναταραχές σε θέματα ασφάλειας- και των όσων έχουν συμβεί”.

Τα κανάλια ξεσάλωσαν φτάνοντας μέχρι και σε ψεύτικες κατηγορίες πως δήθεν στοχοποιήθηκαν ιδιαίτερα τα μαγαζιά Εβραίων ιδιοκτητών, ψέματα που διαψεύστηκαν από το ίδιο το Αντιπροσωπευτικό Συμβούλιο των Γαλλικών Εβραϊκών Ιδρυμάτων (Crif). Η εκστρατεία μίσους ήταν τόσο έντονη που μέχρι και ο Τραμπ άδραξε την ευκαιρία να πει πως “η  Γαλλία φλέγεται” εξαιτίας της μετανάστευσης “ανθρώπων από έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο”.

Την ίδια στιγμή όπως φάνηκε σε δεκάδες βίντεο και όπως καταγγέλουν οι Πορείες Αλληλεγγύης “Το Σάββατο 24 Οκτωβρίου, η αστυνομία συνεργαζόταν με φασιστικές πολιτοφυλακές σε διάφορες πόλεις προκειμένου να “διατηρήσουν την τάξη” και να “προστατεύσουν τα καταστήματα””. Στην πραγματικότητα, οι φασίστες με τις πλάτες της αστυνομίας χτυπούσαν μετανάστες, λυκειόπαιδα και εκπαιδευτικούς που διαδήλωναν ενάντια στην κυβέρνηση.

Το όπλο του Τεσιέ όμως δεν οπλίστηκε μόνο λίγες μέρες πριν. Η πολυπολιτισμική πόλη της Τραπ βρίσκεται εδώ και χρόνια στο στόχαστρο των φασιστών και των ρατσιστικών πολιτικών της κυβέρνησης Μακρόν. Το 2021 ο φασίστας Ερίκ Ζεμούρ μιλούσε για “ισλαμοκρατία”, και η Λεπέν για “μια επικράτεια που χάθηκε για τη Γαλλική Δημοκρατία υπό το βάρος της μαζικής, αδιάλειπτης μετανάστευσης”.

Την ίδια χρονιά, μετά την επανεκλογή του δημάρχου της πόλης, ο Ζορντάν Μπαρντελά  πρόεδρος σήμερα της Εθνικής Συσπείρωσης, είχε ζητήσει την απομάκρυνση του Ραμπέ από τη θέση του και την υπαγωγή του δήμου σε καθεστώς άμεσης κρατικής κηδεμονίας μιλώντας για “μικροσκοπικές ισλαμικές δημοκρατίες”. Αργότερα είχε στοχοποιήσει την πόλη ως την “ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της τζιχάντ” καλώντας τους πολίτες “να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους”.

“Η μαζική αντιφασιστική διαδήλωση στην Ορλεάνη πραγματοποιήθηκε την πιο κατάλληλη στιγμή”, είπε στην Εργατική Αλληλεγγύη ο συντονιστής της κίνησης Πορείες Αλληλεγγύης, Ντενί Γκοντάρ. “Κάτω από την πίεση του μαζικού κινήματος της νεολαίας που είχε ξεκάθαρα αντιρατσιστικά και αντιφασιστικά χαρακτηριστικά, συνδικάτα και οργανώσεις της Αριστεράς δεν μπορούσαν πλέον να αγνοήσουν το κάλεσμα για να απομονώσουμε και να αποκλείσουμε τους φασίστες. Η δολοφονία του Ουανγκί και οι επιθέσεις στις διαδηλώσεις επιβεβαίωσαν μια ακόμη φορά ότι ο φασισμός δεν είναι απλά μια επικίνδυνη ιδεολογία αλλά πραγματική δολοφονική βία ενάντια στους μετανάστες, την Αριστερά, το εργατικό κίνημα και την ενότητα του”.