Αντιπολεμικό κίνημα
Ξεσκίζουν τις «ουδετερότητες»

Τα βαρέα πυροβόλα Howitzer που παρέδωσαν οι ΗΠΑ στον Ουκρανικό στρατό, σε δράση στο έδαφος της Ουκρανίας. Φωτό: Reuters

Την περασμένη Κυριακή, η κυβέρνηση της Φινλανδίας ανακοίνωσε την απόφασή της να ζητήσει επίσημα την ένταξή της στο ΝΑΤΟ ενώ την ίδια απόφαση ανακοίνωσε ότι έλαβε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα που βρίσκεται στην κυβέρνηση στην Σουηδία. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αναμένεται να κλιμακώσει την ένταση ανάμεσα στα δύο ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα ΝΑΤΟ-ΕΕ και Ρωσίας-Κίνας καθώς αφενός αφορά την επέκταση της νατοϊκής επιρροής στα σύνορα της Ρωσίας αφετέρου στη σύγκρουση συμφερόντων που διεξάγεται στην Αρκτική.

Η στροφή της Φινλανδίας από την ουδετερότητα στην ένταξη στο ΝΑΤΟ μπορεί να ολοκληρώνεται με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αλλά ήταν ξεκινημένη από πριν. Όπως διαβάζουμε στην Wall Street Journal: «Mετά τον Ψυχρό Πόλεμο, άλλα ευρωπαϊκά έθνη μείωσαν τις στρατιωτικές δαπάνες και χαλάρωσαν τα μέτρα αντικατασκοπείας.  “Εμείς δεν το κάναμε” είπε ο υπουργός Άμυνας της Φινλανδίας Kaikkonen. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο στρατός της Φινλανδίας διεξάγει κοινές ασκήσεις με το ΝΑΤΟ,  έχει στείλει στρατό στην Βοσνία, το Κόσσοβο και στο Αφγανιστάν, κατέχει το μεγαλύτερο πυροβολικό της Δυτικής Ευρώπης με 1.500 κανόνια, έχει αγοράσει προηγμένους αμερικανικούς πυραύλους εδάφους-αέρος, διαθέτει μια από τις καλύτερες άμυνες στον κυβερνοχώρο και εξακολουθεί να έχει υποχρεωτική θητεία». 

Στο κείμενο που ακολουθεί παρουσιάζουμε τα βασικά σημεία από άρθρο του Τσάρλι Κίμπερ, διευθυντή της εφημερίδας Socialist Worker, για το ρόλο της Βρετανίας στην στροφή της Φινλανδίας καθώς η Δύση προετοιμάζεται για έναν παρατεταμένο πόλεμο με τη Ρωσία.


Σχεδόν τρεις μήνες από τότε που η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, ο πόλεμος έχει εισέλθει σε μια νέα πιο επικίνδυνη φάση. Οι ελπίδες μιας γρήγορης νίκης έχουν χαθεί και για τις δύο πλευρές που προετοιμάζονται για συνέχιση του σφαγείου. 

Ο Πούτιν πίστευε ότι θα μπορούσε με μια καταστροφική γρήγορη επίθεση να εξαλείψει την ουκρανική κυβέρνηση και να εγκαταστήσει ένα καθεστώς μαριονέτα στη θέση της. Αυτές οι φαντασιώσεις εξατμίστηκαν γρήγορα μετά τις πολλαπλές αποτυχίες του ρωσικού στρατού. Τότε η Δύση και ο Ζελένσκι άρχισαν να φαντάζονται ότι θα μπορούσε να υπάρξει αλλαγή καθεστώτος στη Μόσχα σαν επακόλουθο της κατάρρευσης της ρωσικής οικονομίας, της διεθνούς απομόνωσης, ίσως μιας εξέγερσης μέρους του ρωσικού στρατού. Προς το παρόν τουλάχιστον, οι κυρώσεις έχουν συσπειρώσει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού πίσω από τον Πούτιν και το καθεστώς συναλλάσσεται εμπορικά με χώρες που βρίσκονται εκτός της άμεσης επιρροής των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, σε επίπεδα ρεκόρ.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει σταθεροποιηθεί σε μια φρικτή μακροχρόνια αντιπαράθεση, με τους στρατηγούς και τους πολιτικούς να προσδοκούν ανοιχτά μια μακρά σύγκρουση. Πιο ξεκάθαρα από ποτέ,  αναδεικνύεται ότι πρόκειται για ένα πόλεμο μεταξύ ανταγωνιστικών ιμπεριαλισμών -που έχουν τη δυνατότητα  ολοκληρωτικών επιθέσεων με πυρηνικά όπλα. 

Ταπείνωση

Η Δύση αναζητά την ευκαιρία να ανατρέψει την ταπείνωσή της στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Επιδιώκει την ταπείνωση της Ρωσίας ως ένα σταθμό για μια επιτυχή αντιπαράθεση με την Κίνα. Είναι μια ευκαιρία να «απωθήσει τη Ρωσία από την παγκόσμια σκηνή», όπως είπε χαρακτηριστικά ένας πρώην αξιωματούχος των ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, ο Πούτιν πιστεύει ότι η κατάληψη ολόκληρου του Ντονμπάς μπορεί να του επιτρέψει να κηρύξει τη δική του νίκη και να ανυψώσει τον δικό του ρόλο. 

Αλλά κανένας από αυτούς τους στόχους δεν μπορεί να επιτευχθεί εύκολα. Τα ρωσικά στρατεύματα προωθούνται σε κάποια μέρη της νότιας και ανατολικής Ουκρανίας αλλά στη συνέχεια συχνά απωθούνται από αντεπιθέσεις. Οι ρωσικές δυνάμεις δεν έχουν ακόμη πλησιάσει το Κραματόρσκ και το Σλοβιάνσκ, οι οποίες είναι οι καλύτερα προστατευμένες πόλεις που ελέγχονται από την Ουκρανία στο Ντονμπάς.

Σε μια προσπάθεια να απογειώσουν τα δικά τους οφέλη, οι ΗΠΑ έχουν αναβαθμίσει  ποιοτικά την υποστήριξή τους στην Ουκρανία. Η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ ενέκρινε την περασμένη εβδομάδα ένα  νέο πακέτο βοήθειας 40 δις. δολαρίων προς την Ουκρανία. Πρόκειται για ένα ποσό μεγαλύτερο από τις συνολικές ομοσπονδιακές δαπάνες για τη δημόσια Υγεία. Η νέα χρηματοδότηση ανεβάζει τη βοήθεια των ΗΠΑ στην Ουκρανία, μόνο για το 2022, σε πάνω από 54 δισεκατομμύρια δολάρια. (Ολόκληρος ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της Ρωσίας για το 2021 ήταν περίπου 67 δις δολάρια). 

Ως «μέχρι πρότινος αδιανόητη» περιγράφει ένας ανώτερος αξιωματούχος της συμμαχίας  την αλλαγή στην παρουσία του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη. Πάνω από 40.000 στρατιώτες  βρίσκονται τώρα εκεί υπό την άμεση διοίκηση του ΝΑΤΟ. Δεκαπλάσιοι από όσους βρίσκονταν εκεί μια ημέρα πριν από την εισβολή του Πούτιν. Κατά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι ΗΠΑ είχαν 200.000 στρατιώτες στη Δυτική Γερμανία. Σήμερα, η ανατολική πλευρά του ΝΑΤΟ, από τη Βαλτική στο βορρά, μέχρι τη Βουλγαρία στη Μαύρη Θάλασσα, διαθέτει περίπου 330.000 στρατιώτες.

Ο πόλεμος θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολλούς μήνες ή ακόμη και χρόνια. Και είναι ο λαός της Ουκρανίας και οι Ρώσοι στρατευμένοι που γίνονται τροφή των κανονιών σε αυτόν τον αγώνα. Ο ουκρανικός στρατός λειτουργεί ως προέκταση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Η ικανότητά του να νικάει τον ρωσικό στρατό εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη ροή των δυτικών όπλων και την παροχή αμερικανικών στρατιωτικών πληροφοριών. 

Καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται, η Ουκρανία γίνεται όλο και περισσότερο υποτελής της Δύσης και λιγότερο ανεξάρτητη. Τον Φεβρουάριο η ιδέα ότι ο πόλεμος ήταν ένα παράδειγμα ουκρανικής εθνικής αντίστασης σε μια εισβολή φαινόταν εύλογη σε πολλούς ανθρώπους. Ούτε τότε ίσχυε, αλλά σήμερα οποιοδήποτε στοιχείο ενός απελευθερωτικού πολέμου ενάντια στον ρωσικό ιμπεριαλισμό εντάσσεται εξ ολοκλήρου και υποτάσσεται στον πόλεμο του ΝΑΤΟ κατά της Ρωσίας.

Οι ισχυρισμοί για το ποια είναι η βάση αυτής της σύγκρουσης έχουν  αλλάξει ανοιχτά. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας Κουλέμπα δήλωσε πρόσφατα στην εφημερίδα Financial Times ότι «η εικόνα της νίκης είναι μια εξελισσόμενη έννοια. Στους πρώτους μήνες του πολέμου η νίκη για εμάς θα ήταν μια απόσυρση των ρωσικών δυνάμεων στις θέσεις που κατείχαν πριν από τις 24 Φεβρουαρίου συνοδευόμενη με αποζημίωση για τις ζημιές που προκλήθηκαν… Τώρα, νίκη για εμάς σε αυτόν τον πόλεμο είναι η απελευθέρωση και των υπόλοιπων εδαφών μας». Ο Κουλέμπα εννοεί μια επίθεση για την ανάκτηση ολόκληρου του Ντονμπάς και πιθανώς της Κριμαίας. Και τα δύο απαιτούν ένα δολοφονικό πόλεμο με την ενίσχυση των δυτικών όπλων εναντίον της Ρωσίας σε αυτό που θεωρεί δικό της έδαφος.  

Συμφωνία

Την περασμένη εβδομάδα ο Μπόρις Τζόνσον υπέγραψε συμφωνία ασφαλείας με τη Φινλανδία και τη Σουηδία προσφέροντας στρατιωτική υποστήριξη και στις δύο χώρες σε περίπτωση επίθεσης πριν ακόμη καν ζητηθεί και επικυρωθεί η πιθανή ένταξη τους στο ΝΑΤΟ. Η Φινλανδία έχει σύνορα 832 μιλίων με τη Ρωσία. Ο Ζελένσκι έχει σταματήσει να ζητά από τη Δύση μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στην Ουκρανία επειδή βλέπει την χερσαία ζώνη επιρροής του ΝΑΤΟ να εκτείνεται όλο και περισσότερο γύρω από τη Ρωσία. 

Ο επικεφαλής αρθρογράφος εξωτερικών ειδήσεων των Financial Times, Γ. Ράχμαν, έγραψε την περασμένη εβδομάδα: «Είναι δύσκολο να φανταστούμε έναν αγώνα μέχρι τέλους σε μια πυρηνική εποχή -όταν το “τέλος” θα μπορούσε να είναι ο Αρμαγεδώνας». Όμως, προσθέτει, ότι καμία πλευρά δεν συμβιβάζεται. «Ο Πούτιν δεν μπορεί ακόμη να δεχτεί μια ειρηνευτική συμφωνία στην οποία η Ρωσία δεν θα κερδίζει απολύτως τίποτα -ενώ θα έχει χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες στρατιώτες. Και ο Ζελένσκι δεν μπορεί να δεχτεί μια ειρηνευτική διευθέτηση που περιλαμβάνει την εκχώρηση περαιτέρω ουκρανικού εδάφους, πέρα ​​από την Κριμαία».

Οι αδυναμίες που αντιμετωπίζουν και οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να ανατρέψουν το σημερινό αδιέξοδο. Τα σχέδια της Ρωσίας μπορεί να μην τελεσφορήσουν και το αντιπολεμικό κίνημα να αναβιώσει, αναγκάζοντας τον Πούτιν σε μια βιαστική συμφωνία. Και οι συμμαχίες των δυτικών θα μπορούσαν να σπάσουν καθώς οι προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου εξαντλούνται, οι τιμές αυξάνονται περαιτέρω και η εγχώρια αντιπολίτευση ξεσπά. Αλλά προς το παρόν το τρομακτικό κόστος όλων αυτών βαραίνει την εργατική τάξη. Η συντριβή των παγκόσμιων δικτύων εφοδιασμού σημαίνει πείνα σε τεράστιες περιοχές του κόσμου. 

Το 1914 η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραψε: «Η μαζική σφαγή έχει γίνει το κουραστικό και μονότονο θέμα της ημέρας και το τέλος δεν πλησιάζει». Ακριβώς όπως οι επαναστάτες τότε, χρειαζόμαστε μια ανανεωμένη αντίθεση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, μια νέα φάση αντίστασης, που θα συνδυάζει την αντίθεση στην ιμπεριαλιστική σφαγή και την αντίσταση στον στραγγαλισμό του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης.