Ο μάρτυρας ήταν αυτός που βοήθησε να βάλουν τον αναίσθητο Παύλο πάνω στο ασθενοφόρο. Στο νοσοκομείο έμαθε για τον θάνατό του.
Κρίσιμος αυτόπτης μάρτυρας ήταν ο μάρτυρας που κατέθεσε κατά την 9η συνεδρίαση στο εφετείο της Χρυσής Αυγής (24/10). Ο Δημήτρης Μελαχροινόπουλος, φίλος του Παύλου Φύσσα, θύμα κι ο ίδιος της οργανωμένης επίθεσης του τάγματος εφόδου της Νίκαιας, είδε με τα ίδια του τα μάτια τη δολοφονία.
Ξεκίνησε περιγράφοντας το πώς το κομμάτι της παρέας στο οποίο ήταν ο ίδιος έφτασε στο Κοράλλι, όπου καθόταν ήδη ο Παύλος Φύσσας με την κοπέλα του και τον Γ. Δούλβαρη. Πάρκαραν κοντά στο μαγαζί και, πηγαίνοντας μέσα, είδαν κάποιον να βγαίνει. Όπως εξήγησε αργότερα ήταν ο Μιχάλαρος, τον οποίο σε ερώτηση της εισαγγελέως περιέγραψε ως εξής: “ψηλός, είχε τατουάζ μαίανδρο, φορούσε μαύρη μπλούζα και στρατιωτικό παντελόνι μαύρο γκρι”, τη γνωστή στολή του τάγματος εφόδου της Νίκαιας δηλαδή. Τον Μιχάλαρο περιέγραψε με παρόμοια λόγια και έχει αναγνωρίσει και ο Π. Σεϊρλής, ο πρώτος αυτόπτης μάρτυρας που κατέθεσε.
Μετά το τέλος του αγώνα, “βγαίνοντας έξω είδαμε 4-5 άτομα με οπλισμό στα οχήματά μας”. Ένας άντρας που βρισκόταν εκεί ρώτησε “«τι έγινε ρε παιδιά» και λέμε μας έχουν κλείσει και δεν μπορούμε να φύγουμε. Πήγε σε αυτούς και επέστρεψε και μας είπε «φύγετε για να φυγουν κι αυτοί». Εμείς είπαμε «δε φεύγουμε, θέλουμε να ξεπαρκάρουμε και να φύγουμε». Και ξαναπήγε να τους το πει. Αυτό κράτησε 10-15 λεπτά”. Πρόκειται για τον Δ. Χατζησταμάτη, σωφρονιστικό υπάλληλο που βρέθηκε τυχαία στο σημείο και θεώρησε ότι μπορεί να εκτονώσει την κατάσταση. Ο Δ. Χατζησταμάτης αναμένεται να καταθέσει ως αυτόπτης μάρτυρας αργότερα στη δίκη.
“Ανεβαίνοντας την Κεφαλληνίας βλέπω 6-8 μηχανάκια και στη γωνία το αμάξι που ήταν ο Ρουπακιάς. Ρωτάει τον Παύλο, «αυτή είναι η Κεφαλληνίας;» και φεύγει με φόρα προς τα εκεί”. Όπως εκτιμά ο ίδιος, αλλά όπως έχουν πει και άλλοι μάρτυρες ήδη “μάλλον σταμάτησε για να παρατηρήσει τον Παύλο”. Για την εμφάνιση και τον εξοπλισμό των χρυσαυγιτών που είχαν αρχίζει να μαζεύονται κατά δεκάδες πλέον, ο μάρτυρας κατέθεσε: “Φορούσαν μαύρες μπλούζες, μαύρα με γκρι παντελόνια. Ο ένας είχε καδρόνι, ο άλλος στειλιάρι, στο φως του στύλου είδα ο ένας να έχει σιδηρογροθιά γιατί γυάλιζε”. Στις προσπάθειες της υπεράσπισης αργότερα να αμφισβητήσουν την ύπαρξη σιδηρογροθιάς απάντησε ξεκάθαρα: “το είδα σίγουρα. Το διέκρινα”.
Όταν ξεδιπλώθηκε το τάγμα εφόδου και ξεκίνησε η επίθεση ο Παύλος Φύσσας είπε “τώρα τρέχουμε”. Ο μάρτυρας περιγράφει τις συγκλονιστικές στιγμές που έζησε: “Κοιτούσα πίσω μου κι είχαν μείνει ο Παύλος και ο Κοντονικόλας. Γυρνάω πίσω να βοηθήσω, και δέχομαι κι εγώ ένα χτύπημα στην πλάτη”. Περιγράφει μάλιστα ότι οι χρυσαυγίτες που είχαν παραταχθεί απέναντί τους στην Π. Τσαλδάρη “μας φώναζαν «θα σας σκοτώσουμε», «θα σας γαμήσουμε»”. Σημείωσε ότι οι δεκάδες χρυσαυγίτες που το έκαναν αυτό έπαιζαν ρόλο εμψύχωσης στην ομάδα που έκανε την επίθεση στην παρέα του Φύσσα.
Περιέγραψε το ποδοβολητό που επικρατούσε, καθώς και τα “κύματα” επιθέσεων: 5-6 έφευγαν από την κύρια ομάδα και περνούσαν απέναντι για να χτυπήσουν τα θύματά τους, γύριζαν και τέλος άλλοι 5-6 έκαναν το ίδιο. Ο Παύλος Φύσσας εγκλωβίστηκε από μια τέτοια ομάδα. Ο μάρτυρας περιγράφει: “Με ρίχνουν κάτω, σηκώνομαι και την ώρα εκείνη βλέπω το αμάξι του Ρουπακιά ανάποδα στο δρόμο, και βλέπω - ήμουν στα 3-4 μέτρα μακριά του - να τον αγκαλιάζει και να δέχεται μαχαιριές”. Και πιο συγκεκριμένα: “Οι τελευταίοι [5-6 που επιτίθενται στον Παύλο] έκαναν έναν κλοιό. Έκαναν χώρο την ώρα που ήρθε ο Ρουπακιάς”. Στην ερώτηση της προέδρου “Αισθανθήκατε ότι τον περιμένανε;” απαντά: “ναι, εκείνη την ώρα δεν το κατάλαβα αλλά εκ των υστέρων νομίζω τον περίμεναν”.
Η εισαγγελέας τον ρώτησε: “Δεν έγινε συμπλοκή; Τον μαχαίρωσε κατευθείαν;” για να πάρει την ξεκάθαρη απάντηση: “Όχι δεν έγινε συμπλοκή. Πήγε κατευθείαν για να τον μαχαιρώσει”. Και ξανά, σε σχετική ερώτηση της πολιτικής αγωγής: “δεν προηγείται κάτι, είναι αυτόματη [η κίνησή του να μαχαιρώσει]”. Τόνισε δε τις ικανότητες του Ρουπακιά, ο οποίος ήταν εκπαιδευτής στην τοπική της Νίκαιας: “Κατόπιν είδα πολλά βίντεο. Ήξερε να χτυπάει, εκπαιδευόταν”.
Οργανωμένη επίθεση
Ωστόσο: “Ερ: Θα μπορούσε ο Ρουπακιάς μόνος του να σκοτώσει τον Φύσσα; Απ: Πιστεύω πως όχι. Ερ: Τι ήταν εκείνο που τον διευκόλυνε; Απ: Αυτοί οι 5 που τον αποδυναμώσανε και του κάνανε κλοιό”. Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του: “Ερ: Μπορούσαν [οι υπόλοιποι χρυσαυγίτες] να δουν το μαχαίρωμα; Απ: Δεν νομίζω ότι μπορούσαν, αλλά πιθανολογώ ότι το ήξεραν ότι θα συμβεί”, πράγμα που δείχνει ότι η επίθεση ήταν από πριν οργανωμένη και συμφωνημένο το ποιος θα την ολοκλήρωνε δολοφονικά.
Μετά το μαχαίρωμα, ήρθε μια αστυνομικός, όπως είπε ο μάρτυρας. Είπε «παιδιά, όχι και μαχαίρια»! Ρωτηθείς τι καταλαβαίνει από αυτή τη φράση αναφέρθηκε ξεκάθαρα στην ανοχή της αστυνομίας στην όλη επίθεση: “Οι αστυνομικοί πέρασαν ανάμεσά τους, είδαν όλο το σκηνικό και δεν έκαναν τίποτα”. Μέσα στα επόμενα 5 λεπτά ο Παύλος Φύσσας άρχισε να καταρρέει. “Ήρθε μια κοπέλα που είπε ότι είναι νοσηλεύτρια και είπε να τον πάμε στο νοσοκομείο αμέσως γιατί πεθαίνει”, περιγράφει ο μάρτυρας, καταρρίπτοντας έτσι γελοίους ισχυρισμούς που αναπτύχθηκαν από την υπεράσπιση στις προηγούμενες δικάσιμες, ότι στην πραγματικότητα η ευθύνη πρέπει να αναζητηθεί ...στο ΕΚΑΒ και στο ΕΣΥ! Ο μάρτυρας ήταν αυτός που βοήθησε να βάλουν τον αναίσθητο Παύλο πάνω στο ασθενοφόρο. Στο νοσοκομείο έμαθε για τον θάνατό του. Τέλος, απαντώντας σε ερωτήσεις της προέδρου, πρόσθεσε ότι έχει δεχτεί απειλές για περίπου 1,5 χρόνο μετά τη δολοφονία, με 3-4 ανώνυμα τηλεφωνήματα που έλεγαν “θα 'σαι ο επόμενος” και “θα σε σκοτώσουμε”.
Όταν πήρε τον λόγο η υπεράσπιση προσπάθησε με τον ίδιο εξοργιστικό τρόπο που το έκανε με τους/τις προηγούμενους/ες μάρτυρες, να πνίξει τις πληροφορίες που εισέφερε στο δικαστήριο ο Δ. Μελαχροινόπουλος σε μια θάλασσα από παραπλανητικές ερωτήσεις και στην εύρεση δήθεν καθοριστικών αντιφάσεων. Έφτασε μέχρι και στο ερώτημα: “Πώς λέτε ότι υπήρχε εμψύχωση του Ρουπακιά από τους άλλους; Ακούστηκε πουθενά «φάτονε ρε Ρουπακιά, μη μασάς, φάτονε!»;” Όταν του ζητήθηκε για εκατομμυριοστή φορά να εξηγήσει μια μικρή αντίφαση, ο μάρτυρας είπε αγανακτισμένος: “Ήμουν χάλια ψυχολογικά, σκότωσαν τον Παύλο Φύσσα μπροστά μου” και “καταλαβαίνετε ότι δολοφόνησαν τον φίλο μου;” Η υπεράσπιση Πατέλη απείλησε τον μάρτυρα με “αυτεπάγγελτες” κινήσεις από τη μεριά του δικαστηρίου λόγω ...ψευδομαρτυρίας. Ωστόσο η πρόεδρος σχολίασε “δε θα μας πείτε τη δουλειά μας, αν έχετε αίτημα υποβάλετέ το”.
Η άλλη μέθοδος “υπεράσπισης” είναι η αμφισβήτηση του αντιφασιστικού στίχου του Παύλου Φύσσα, ή, ακόμα χειρότερα, ερωτήσεις για ρατσιστικούς και σεξιστικούς στίχους λες και όλοι οι φίλοι του Φυσσα πρέπει να απολογηθούν για οτιδήποτε συμβαίνει στον χώρο. Το θράσος μάλιστα γι' αυτές τις ερωτήσεις το έχει ο Ρουσόπουλος, συνήγορου του Α. Ματθαιόπουλου, που έχει γράψει τον στίχο “Μίλα ελληνικά ή ψόφα”. Η Μάγδα Φύσσα αγανάκτησε με αυτή την απαράδεκτη στάση και αποχώρησε φωνάζοντας: “Τελικά για να καταλάβουμε: για τους στίχους τον σκοτώσατε; Κάντε καμιά ερώτηση σχετική με τη δίκη επιτέλους!”.
Τέλος, από την υπεράσπιση Κασιδιάρη ακούστηκε ακόμα μια φορά το επιχείρημα της “τυχαιότητας”. Τυχαία η επιλογή του Κοραλλιού από την παρέα του Παύλου, τυχαία η συνάντηση των δυο ομάδων και, το πιο ασύλληπτο: “τυχαία η προσωπική επιλογή, στάση ζωής αν θέλετε πείτε το, να μείνει πίσω”. Ο μάρτυρας απάντησε: “διάλεξε να μείνει πίσω να υπερασπιστεί τους φίλους του”. Όπως άλλωστε έχει πει σε στίχο του: “Μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθαίνεις όμορφα κι όρθιος σε δημόσια θέα”. Κάθε άλλο παρά τυχαίο γεγονός, όπως ακριβώς κάθε άλλο παρά τυχαίο ήταν να συγκεντρωθούν 50 χρυσαυγίτες μέσα σε λίγα λεπτά στο Κερατσίνι.

