Εργατικό κίνημα
Εκπαιδευτικοί, καθηγητές, γονείς: Ν’ αλλάξουμε το σύστημα

Διαδήλωση της περιόδου 1998-1999 ενάντια στη μεταρρύθμιση Αρσένη. Φωτό: Αρχείο Εργατική Αλληλεγγύη

Ο θάνατος της συναδέλφισσας, Σοφίας Χρηστίδου, που υπηρετούσε σε ΓΕΛ της Θεσσαλονίκης στις αρχές Μάρτη, έχει πυροδοτήσει μια έντονη συζήτηση για την κατάσταση που επικρατεί στα σχολεία. Οι κατηγορίες εκτοξεύονται εκατέρωθεν: από γονείς προς την εκπαιδευτικό ή τους εκπαιδευτικούς γενικότερα, από εκπαιδευτικούς προς τους μαθητές και τους γονείς τους, από εκπαιδευτικούς προς τις διευθύνσεις και το υπουργείο. Η συζήτηση αυτή, όμως, θα ήταν πραγματικά ειλικρινής και αποτελεσματική, αν γινόταν στη βάση των συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί μέσα στα σχολεία εις βάρος όλων των εμπλεκόμενων φορέων, μαθητών, γονέων, εκπαιδευτικών. 

Όταν το εκπαιδευτικό κίνημα, ήδη από την περίοδο των μεταρρυθμίσεων του νόμου Αρσένη απεργούσε και διαδήλωνε, ώστε το σχολείο να μη γίνει μια εξεταστική λαιμητόμος για τα παιδιά, δεν υπερασπιζόταν συντεχνιακά συμφέροντα, αλλά την ίδια την ύπαρξη και την ψυχική ισορροπία των παιδιών και των εφήβων στο δημόσιο σχολείο. Οι διάδοχοί του δεν πείραξαν στο ελάχιστο αυτές τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, αντίθετα θεσμοθέτησαν πάνω σ’ αυτές. Όταν φτάνουμε σήμερα να κοντράρουμε το εθνικό απολυτήριο, είναι ακριβώς γιατί αυτό θ’ αποτελέσει το κερασάκι στην τούρτα της διάλυσης των έφηβων παιδιών της εργατικής τάξης με απώτερο στόχο τη βίαιη απομάκρυνσή τους από το σχολείο και από τη μόρφωση στη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια  εκπαίδευση. Ταυτόχρονα, εισαγγελείς κι αστυνομία στις καταλήψεις, τηλεκπαίδευση, αλλαγές σχολικού περιβάλλοντος συνθέτουν ένα σχολείο αυταρχικό.

Οι εργασιακές συνθήκες για τους εκπαιδευτικούς γίνονται σταδιακά αφόρητες. Η μισθολογική μας εξαθλίωση εδώ και πάνω από μια δεκαετία, η αύξηση του υποχρεωτικού μας διδακτικού ωραρίου, η αύξηση των εξωδιδακτικών υποχρεώσεών μας, η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης είναι κάποια από τα πάμπολλα παραδείγματα που εξηγούν γιατί το επάγγελμά μας οδηγεί πια την πλειοψηφία των συναδέλφων/ισσών σε εργασιακό burnout. Και το δικό μας κερασάκι στην τούρτα της εργασιακής εξουθένωσης: η αξιολόγηση! Με όποια μορφή και να εφαρμόζεται, αξιολόγηση σχολικής μονάδας ή ατομική αξιολόγηση, αποτελεί οδοστρωτήρα της όποιας παιδαγωγικής ελευθερίας και συντελεί στη διάλυση της συλλογικότητας των συλλόγων διδασκόντων.

Λύσεις μέσω… πλατφόρμας

Όλα τα παραπάνω, στόχο έχουν την εμπέδωση της λογικής της «ατομικής ευθύνης». «Όποιος μπορεί προχωρά», «όποιος έχει πλούσιους γονείς συνεχίζει», «όποιος γονέας είναι υπεύθυνος επιλέγει το καλύτερο σχολείο για τα παιδιά του», «όποιος εκπαιδευτικός είναι άριστος αξιολογείται» και πάει λέγοντας. Σε αυτή τη λογική κινούνται και όλες οι «ευφάνταστες» πλατφόρμες καταγγελιών που διαφημίζει κατά καιρούς το υπουργείο, με πιο πρόσφατη αυτή για το bulling. Αν αφήσουμε εκτός συζήτησης τις χιλιάδες ευρώ που παίρνουν οι διάφορες τυχάρπαστες ιδιωτικές εταιρείες γι’ αυτές τις πλατφόρμες, ας αναλογιστούμε το βαθμό αποξένωσης ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς ενός σχολείου και τους μαθητές του, όταν πρέπει να επιλύσουν τα όποια προβλήματα μέσω… πλατφόρμας.   

Η πίεση στο δημόσιο σχολείο ξεκινά και κατανέμεται από πάνω προς τα κάτω. Όσο πιο «πρόθυμος» στις εντολές υπουργείου και κυβέρνησης είναι κάποιος προϊστάμενος ή διευθυντής τόσο πιο αυταρχικός είναι και στον τρόπο που ασκεί τα διοικητικά του καθήκοντα. Ο σύλλογος διδασκόντων έχει χάσει πολλές από τις αρμοδιότητές του σε ζητήματα τόσο παιδαγωγικής φύσης όσο και σε θέματα λειτουργίας του σχολείου. Προϊστάμενοι και αξιολογητές απειλούν με πειθαρχικά, με δυνητικές αργίες, με απολύσεις, όσους υπερασπίζονται τα αυτονόητα. Αυτές οι συνθήκες έχουν οδηγήσει δεκάδες συναδέλφους/ισσες σε άδειες άνευ αποδοχών ή παραιτήσεις, προκειμένου να διαφυλάξουν την ψυχική και σωματική τους υγεία. Η αυταπάτη της συναδέλφισσας Χρηστίδου ήταν ότι πίστευε ότι οι προϊστάμενες αρχές υπάρχουν, για να αντιμετωπίζουν τα όποια προβλήματα δημιουργούνται στο σχολείο.  

Ας μη γελιόμαστε! Απέναντι σ’ αυτόν τον αυταρχισμό δε σε σώζουν τα μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά, αλλά η συλλογική αντίδραση του κλάδου. Γι’ αυτό και είναι απόλυτα σωστή η απόφαση της Γ’ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης στην οποία ανήκε η συναδέλφισσα, να καλέσει κινητοποίηση τη Δευτέρα 16/3 στην αντίστοιχη ΔΙΔΕ Θεσσαλονίκης, διεκδικώντας όλα τα αιτήματα του κλάδου. Και ανάλογη οφείλει να είναι κι η απάντηση της ΟΛΜΕ. Δεν μπορεί η ομοσπονδία του κλάδου μας να αρκείται στο αίτημα «ψυχολόγοι στα σχολεία». Δε χρειαζόμαστε ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς μέσα σ’ ένα διαλυμένο σύστημα. Χρειάζεται ν’ αλλάξει το σύστημα! Οι διεκδικήσεις του κλάδου είναι αυξήσεις μισθών, μείωση ωραρίου τουλάχιστον στα προ του 2013 επίπεδα, μείωση των ορίων συνταξιοδότησης, μείωση του αριθμού μαθητών ανά τμήμα, παιδαγωγική ελευθερία, κατάργηση της αξιολόγησης. Και για να γίνουν πράξεις αυτές οι διεκδικήσεις, χρειάζεται απεργία διαρκείας. 

Το ίδιο χρειάζεται κι απ’ το μαθητικό κίνημα. Δεν αρκούν κάποιες περιστασιακές διαδηλώσεις. Με καταλήψεις διαρκείας και διαδηλώσεις να απαιτήσουν τώρα οι μαθητές ένα σχολείο δημοκρατικό, φορέα αγωγής και γνώσης. Η λύση δεν είναι αυστηρότερες ποινές για τα παιδιά. Αυτές τις έχει θεσμοθετήσει και τις εφαρμόζει, όπου μπορεί η κυβέρνηση, χωρίς να έχει φέρει καμιά λύση στα προβλήματα των σχολείων. Όσο αυτά τα δύο κινήματα λειτουργούν αποσπασματικά και σποραδικά, θα ψάχνουμε τον εχθρό εντός των τειχών, ενώ είναι εδώ και καιρό προ των πυλών και έχει όνομα: οι διοικήσεις των διευθύνσεων, του υπουργείου και πάνω απ’ όλους, η κυβέρνηση.

Δώρα Κιντή,
Γ’ ΕΛΜΕ Αθήνας