Τον θάνατο τριών τραπεζοϋπαλλήλων μετά τον εμπρησμό της Μαρφίν στις 5 Μάη 2010 επέλεξε να (ξανα)χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση εν όψει της προεκλογικής περιόδου.
Μητσοτάκης, Χρυσοχοΐδης και αστυνομία καμαρώνουν ότι 16 χρόνια μετά οδηγήθηκαν στη σύλληψη τριών ανθρώπων που τους κατηγορούν για τον εμπρησμό της τράπεζας. Τα φιλικά τους ΜΜΕ άρχισαν να μιλούν για την εξάρθρωση των «δολοφόνων της Μαρφίν» πανηγυρίζοντας για το πως οι αρχές «έλυσαν το γρίφο» βασιζόμενες σε ένα ανώνυμο email και συγκρίνοντας φωτογραφίες από την ίδια την 5η Μάη, όπου τα χαρακτηριστικά των εικονιζόμενων δεν φαίνονται, αλλά… η κορμοστασιά τους συμπίπτει με άλλες φωτογραφίες διακοπών όπου οι κατηγορούμενοι φοράνε τα μαγιό τους. Ανάμεσα στα ευρήματα και μια τσάντα με το σήμα των Dead Kennedys σαν αυτές που κουβαλάνε εκατομμύρια φανς της θρυλικής πανκ μπάντας σε όλο τον κόσμο. Στα «αδιάσειστα» στοιχεία αναφέρεται και η συμμετοχή άλλου αγωνιστή του αναρχικού χώρου στον εμπρησμό. Μόνο που ο συγκεκριμένος εκείνη την ημέρα ήταν… φυλακισμένος για άλλη υπόθεση.

Οι δικηγόροι των κατηγορούμενων για την υπόθεση της Μαρφίν σε συνέντευξη Τύπου
«Πολλά από τα πράγματα τα οποία λέγονται αυτή τη στιγμή και γράφονται στα ΜΜΕ, λόγω διαρροών της ίδιας της ΕΛΑΣ και λόγω προθυμίας διαφόρων να τα αναπαράγουν, είναι ψέματα» υπογραμμίζει ο Θανάσης Καμπαγιάννης, συνήγορος υπεράσπισης ενός από τους κατηγορουμένους. «Και αυτό σας το λέμε μετά λόγου γνώσεως, γνωρίζοντας τη δικογραφία. Οι άνθρωποι που το διαρρέουν ξέρουν ότι είναι ψέμα. Η έκθεση της ΔΕΕ δεν μιλάει για καμία ταύτιση προσώπων με τον τρόπο με τον οποίο διαρέεται αυτή τη στιγμή και διαχέεται στον δημόσιο λόγο. Δεν υπάρχει ταύτιση των προσώπων που κατηγορούνται σε αυτή την υπόθεση με τα πρόσωπα που υπάρχουν στις φωτογραφίες και έχουν ήδη διαμορφωθεί ως στόχοι από τις προηγούμενες δίκες και που λέγεται ότι τέλεσαν τα συγκεκριμένα εγκλήματα. Δεν υπάρχει ταυτοποίηση».
Με βάση αυτά ο Κώστας Παπαδάκης, συνήγορος κατηγορούμενης για την υπόθεση, καταγγέλει τη δημοσιοποίηση στοιχείων των κατηγορουμένων καθώς «με την πρακτική αυτή παραβιάζονται τα προσωπικά δεδομένα και το τεκμήριο αθωότητας της κατηγορουμένης, αλλά και τα προσωπικά δεδομένα όσων άλλων εμφανίζονται σε πληροφορίες συνδετικές με αυτήν. Υπενθυμίζω ότι η κατηγορούμενη είναι μητέρα ανηλίκου παιδιού 4 ετών. Δυστυχώς η πρακτική αυτή δεν έχει αποδοκιμασθεί από κανέναν αρμόδιο κυβερνητικό και θεσμικό παράγοντα ή Ανεξάρτητη Αρχή, ούτε έχει γίνει γνωστό αν έχει απασχολήσει αυτεπαγγέλτως, όπως επιβάλλεται, τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές. Αντίθετα, Υπουργοί και παράγοντες της κυβέρνησης, εκφράζουν ανενόχλητοι εκτιμήσεις και στοιχήματα για μια ποινική δικογραφία που δεν θα έπρεπε να γνωρίζουν, παραπληροφορούν και παρεμβαίνουν ανεπίτρεπτα στη λειτουργία της θεσμικά ανεξάρτητης δικαιοσύνης».
«Ασφαλίτικης έμπνευσης»
Δεν είναι η πρώτη φορά που για τους δικούς της επικοινωνιακούς λόγους, η κυβέρνηση σέρνει ανθρώπους του αντιεξουσιαστικού χώρου σε δίκη για τον εμπρησμό της Μαρφίν. To 2011 ένα ανώνυμο σημείωμα κατονόμαζε τρία πρόσωπα του αναρχικού χώρου ως υπεύθυνους για τα όσα έγιναν. «Εκείνο το σημείωμα θεωρήθηκε πολύ σπουδαίο από την αστυνομία και ξεκίνησε η διαδικασία εναντίον των τριών που καταγράφονταν στο σημείωμα αυτό. Παραδόξως, η αστυνομία δεν έκανε κανέναν έλεγχο για να επιβεβαιώσει τη σοβαρότητα ή την αυθεντικότητα αυτού του σημειώματος» θυμίζει ο Δημήτρης Κατσαρής, δικηγόρος κατηγορούμενου τότε. Για τους δύο από τους τρεις που κατηγορήθηκαν το 2011 ακολούθησε μια πολύχρονη δικαστική δίωξη μέχρι την τελική ομόφωνη αθώωσή τους τον Οκτώβρη του 2016. Και τότε, θυμίζει ο δικηγόρος «είχε ξεκινήσει η διαδικασία με αυτή την παραπληροφόρηση. Οι πληροφορίες που έρχονταν από δημοσιογράφους έλεγαν ότι η υπόθεση είναι πάρα πολύ δεμένη. Ότι υπάρχουν 100% αναγνωρίσεις, ότι δεν είναι σαν τις άλλες φορές». Όπως εκτιμά ο Δ. Κατσαρής η υπόθεση είναι ίδια με τότε εκκινώντας από «ένα ανώνυμο σημείωμα ξεκάθαρα ασφαλίτικης έμπνευσης».
«Από την αρχή θεώρησα ότι αυτή η δικογραφία πληροί τα τυπολογικά χαρακτηριστικά της σκευωρίας» σημειώνει η Άννυ Παπαρρούσου, συνήγορος κατηγορουμένου για την υπόθεση. «Τα βασικά στοιχεία αυτής της δικογραφίας που έχουμε να χειριστούμε σήμερα είναι αυτά που δίνει το ανώνυμο email και μια έρευνα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, η οποία καταλήγει ότι οι φερόμενοι ως δράστες δεν ταυτοποιούνται... Νομίζω ότι δυστυχώς, το ζήτημα της Μαρφίν επιλέγεται από την κυβέρνηση να χρησιμοποιηθεί για άλλους λόγους, πολύ διαφορετικούς, από την ανάγκη ανεύρεσης της αλήθειας».
Πράγματι, αν γυρίσουμε πίσω σε εκείνη την ημέρα θα δούμε ότι η ευθύνη για το θάνατο των τραπεζοϋπαλλήλων Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, Επαμεινώνδα Τσάκαλη και Παρασκευής Ζούλια βρίσκεται στην απέναντι πλευρά.
Η Πανεργατική Απεργία της 5ης Μάη 2010 ήταν η μεγαλύτερη που είχε γίνει για δεκαετίες. Ένα ατελείωτο ποτάμι εργαζομένων είχε πλημμυρίσει όλους τους δρόμους από το Πεδίον του Άρεως μέχρι τη Βουλή. Για πάνω από μισό εκατομμύριο μίλαγε το ρεπορτάζ του BBC. Έγραφε τότε η Εργατική Αλληλεγγύη:
«Δεν ήταν μόνο η πιο μαζική, ήταν και η πιο οργισμένη διαδήλωση που έχει γίνει ποτέ… Αυτή την ιστορική διαδήλωση, η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ έδωσε εντολή στην αστυνομία να τη διαλύσει με κάθε δυνατό τρόπο. Με τόνους δακρυγόνων, γκλομπ, χειροβομβίδες κρότου λάμψης, επιθέσεις των ΜΑΤ και των μοτοσικλετιστών των δυνάμεων Δ μέσα στα μπλοκ. Αυτός είναι ο λόγος για τα επεισόδια, τις φωτιές, τις σπασμένες βιτρίνες.
Επιχείρηση καταστολής
Από τη Σταδίου μέχρι τη πλατεία Συντάγματος και τους γύρω δρόμους, η αστυνομία εξαπέλυσε μια εκτεταμένη επιχείρηση καταστολής των διαδηλωτών, που μεγάλα κομμάτια τους οργισμένα έφτασαν να πολιορκούν τις εισόδους της Βουλής…
Έτσι φτάσαμε στα γεγονότα της Μαρφίν. Η πολιτική απόφαση της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ να καταστείλει την μεγαλύτερη πανεργατική απεργία που έγινε ποτέ, για να περάσει πραξικοπηματικά τα νέα μέτρα, στοίχισε τη ζωή σε τρεις ανθρώπους. Μέσα σε αυτό το χάος που προκάλεσαν η κυβέρνηση και η αστυνομία στην προσπάθειά τους να τσακίσουν την εργατική έκρηξη, προστίθενται οι εγκληματικές ευθύνες της εργοδοσίας που αποφάσισε να κλειδώσει τους εργαζόμενους μέσα στο κτίριο -παγίδα».
Προκλητικά ο ιδιοκτήτης της τράπεζας Βγενόπουλος επέστρεφε χαμογελαστός στον τόπο του εγκλήματος λίγες ώρες μετά, σχηματίζοντας τον αριθμό τρία με τα δάχτυλά του στον κόσμο που τον γιούχαρε.
«Με δόλο έχασαν τη ζωή τους οι συνάδερφοί μου σήμερα. Δόλο της τράπεζας και του κ. Βγενόπουλου προσωπικά, που έδωσε εντολή, όποιος δε δουλέψει να μην έρθει αύριο στο γραφείο» έγραφε εργαζόμενη της τράπεζας σε επιστολή της αμέσως μετά. «Τα στελέχη της τράπεζας απαγόρεψαν κάθετα και κατηγορηματικά στους εργαζόμενους να φύγουν, παρόλο που οι ίδιοι το ζητούσαν επίμονα από νωρίς το πρωί, ενώ επέβαλλαν στους εργαζόμενους να κλειδώσουν τις πόρτες και επιβεβαίωναν συνέχεια τηλεφωνικά το κλείδωμα του κτιρίου... Εδώ και μέρες επικρατεί πλήρης τρομοκρατία στην τράπεζα σχετικά με τις κινητοποιήσεις, με την προφορική προσφορά “ή δουλεύεις ή απολύεσαι”» συνέχιζε.
Από τη μεριά της διοίκησης της Τράπεζας καταδικάστηκαν το 2013 ο διευθύνων σύμβουλος Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου Εμμανουήλ Βελονάκης και η διευθύντρια του καταστήματος, Άννα Βακαλοπούλου, γιατί «δεν έλαβαν κανένα μέτρο πυροπροστασίας ή εκκένωσης του κτιρίου» όπως ανέφερε τότε η καταδικαστική απόφαση.
Ο Χρυσοχοΐδης ήταν και τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης. Τι έκανε η αστυνομία του εκείνη τη μέρα; Την ώρα που οι διαδηλωτές προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά και να ανοίξουν δρόμο για την Πυροσβεστική, οι μπάτσοι επιτίθονταν στους απεργούς φτάνοντας να παραταχτούν μπροστά από το φλεγόμενο κτήριο εμποδίζοντας την κατάσβεσή του. Έγραφε το έκτακτο φύλλο της Εργατικής Αλληλεγγύης που κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα:
«Τα ΜΑΤ απανωτές φορές επιτίθενται σε οργανωμένα μπλοκ συνδικάτων επιχειρώντας να τα διαλύσουν για να μην φτάσουν στη Βουλή. Η πρώτη προβοκάτσια της Αστυνομίας γίνεται στο ύψος της Πατησίων και Χαλκοκονδύλη, η δεύτερη στο ύψος της Σταδίου και της Αιόλου όταν επιτέθηκαν στα μπλοκ των φοιτητών, ενώ στη συνέχεια έγινε επίθεση στο ύψος της Κοραή στη Σταδίου όπου επιχείρησαν να διαλύσουν το μπλοκ των εκπαιδευτικών και του Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων.
Μέσα σε όργιο χημικών και δακρυγόνων οι διαδηλωτές προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την πυρκαγιά που έχει ξεσπάσει στο κτίριο της Μarfin. Οι εργαζόμενοι της ΙΝΤΡΑΚΟΜ προσπαθούσαν να ανοίξουν το δρόμο στα Πυροσβεστικά, ενώ μετανάστες εργάτες που βγήκαν από το μπλοκ της ΚΕΕΡΦΑ επιχείρησαν με πυροσβεστήρες να αναχαιτίσουν τις τεράστιες φλόγες που απειλούσαν τους αποκλεισμένους ανθρώπους…».
Οι εργαζόμενοι στο ΥΠΠΟ εξέδωσαν λεπτομερή ανακοίνωση για το περιστατικό και πώς εξελίχτηκε: «Συγκεκριμένα, στις 2:10μμ, ενώ από το κτίριο της τράπεζας Marfin έβγαιναν πυκνοί καπνοί για περίπου 15 λεπτά, και ενώ το μπλοκ μας διαδήλωνε στην οδό Σταδίου, είδαμε δύο πυροσβεστικά οχήματα να φτάνουν στην οδό Πεσματζόγλου. Όχι μόνο τα πυροσβεστικά οχήματα δεν ‘απειλήθηκαν' ή ‘παρεμποδίστηκαν' από τους διαδηλωτές, όπως ψευδώς αναφέρθηκε στα ΜΜΕ, αλλά επιπλέον πολλοί από τους διαδηλωτές προσπαθούσαν να βοηθήσουν με όποιο τρόπο μπορούσαν… Με έκπληξή μας είδαμε, αντί για τα πυροσβεστικά οχήματα, να εμφανίζονται ξαφνικά μηχανοκίνητες αστυνομικές δυνάμεις της ομάδας Δ, οι οποίες προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την τραγική κατάσταση για να επιτεθούν στην πορεία!
Η επιχείρηση της ομάδας Δ ανακόπηκε από εμάς και άλλους διαδηλωτές, που μπήκαμε μπροστά, διαμαρτυρηθήκαμε και διώξαμε την ομάδα Δ προκειμένου να περάσει η Πυροσβεστική. Αυτή είναι η μοναδική αλήθεια, όπως επίσης και ότι όταν περάσαμε μπροστά από το κτίριο της Τράπεζας MARFIN διαπιστώσαμε ότι δύο διμοιρίες ήταν παραταγμένες έξω από το κτίριο και οι διαδηλωτές άρχισαν να τους φωνάζουν γιατί κάθονταν άπρακτοι και δεν έκαναν απολύτως τίποτε για να βοηθήσουν τους εργαζόμενους της Marfin που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τα μπαλκόνια».
Από τότε η δολοφονία των τριών τραπεζοϋπαλλήλων ανασύρεται κατά το δοκούν από τη Δεξιά και την ακροδεξιά. Είτε για να σχετικοποιήσει τις φασιστικές δολοφονίες όπως έκανε ο Σαμαράς το 2013 μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Είτε από τους ίδιους τους φασίστες για να ρίξουν λάσπη στο αντιφασιστικό κίνημα, όπως έκανε ο άλλοτε χρυσαυγίτης βουλευτής Κουκούτσης σε βάρος του Πέτρου Κωνσταντίνου (για την οποία ο νεοναζί καταδικάστηκε για συκοφαντική δυσφήμηση). Είτε σαν ακροδεξιά whataboutism καραμέλα “για την Μαρφίν δεν λέτε τίποτα” απέναντι στην επιχειρηματολογία της Αριστεράς. Ακόμα χειρότερα σέρνοντας ανθρώπους σε δικαστήρια και φυλακές με σαθρά κατηγορητήρια, στο βωμό της κυβερνητικής επικοινωνιακής ατζέντας.
«Οι οικογένειες των θυμάτων και οι επιζώντες του εμπρησμού στη Μαρφίν δικαιούνται κάτι καλύτερο από το να γίνεται ο θρήνος τους αφορμή πολιτικής εκμετάλλευσης» σημειώνει σε σχόλιό του ο Θανάσης Καμπαγιάννης. Δικαιοσύνη δεν μπορεί να έρθει χωρίς το ξήλωμα των πραγματικών ενόχων που είναι οι τραπεζίτες και οι κυβερνήσεις τους, θα προσθέταμε εμείς.

