Τέσσερις απορρίψεις βιομηχανικών αποβλήτων είχε κάνει το βυτιοφόρο σε φρεάτιο (πρατηρίου βενζίνης) που κατέληγε στον Κηφισό και από εκεί στη θάλασσα. Τα λύματα της τελευταίας απόρριψης ήταν της βιομηχανίας μπισκότων Παπαδοπούλου ΑΕ και του Αττικού Νοσοκομείου.
Στην ανακοίνωσή του το Τμήμα Περιβαλλοντικής Προστασίας/Δ.Δ.Ε.Ε.Α./ΓΑΔΑ, που συνέλαβε επ’ αυτοφόρω μετά από παρακολούθηση τους δράστες, ανέφερε ότι «συνελήφθησαν ο 41χρονος αλλοδαπός οδηγός του βυτιοφόρου και 63χρονος προσωρινά υπεύθυνος του πρατηρίου υγρών καυσίμων ενώ σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος άλλων δύο ατόμων». Και μας καθησύχασε ότι «αντίστοιχοι έλεγχοι συνεχίζονται καθημερινά».
Πρόκειται για θόλωμα των νερών. Η επιχείρηση δεν έγινε στο πλαίσιο τυχαίου ελέγχου, έγινε μετά από ανώνυμη καταγγελία, «κοινώς καρφωτή». Το ζήτημα για ακόμη μια φορά αφορά τον (ανύπαρκτο) έλεγχο στα λύματα που κανονικά θα έπρεπε να καταλήγουν στο Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων Μεταμόρφωσης από μια σειρά εμπλεκόμενους φορείς και βέβαια το υπουργείο Περιβάλλοντος.
Όπως ανέφερε αρμόδια πηγή στο φιλοκυβερνητικό «Πρώτο Θέμα»: «Εργαλεία για να αποτρέπονται τέτοιες παράνομες διαθέσεις υπήρχαν, αλλά δεν τέθηκαν ποτέ σε πλήρη εφαρμογή. Είχε σχεδιαστεί σύστημα ιχνηλάτησης με GPS, κατάλληλο λογισμικό και ηλεκτρονική καταχώρηση κάθε φορτίου: από τη στιγμή της φόρτωσης, η οποία θα καταγραφόταν στο κινητό του οδηγού, μέχρι την άφιξη στην αδειοδοτημένη εγκατάσταση υποδοχής. Κάθε φορτίο θα έφερε μοναδικό αριθμό και θα μπορούσε να ελεγχθεί εκ των υστέρων ολόκληρη η διαδρομή του».
Από τη μεριά της η εταιρεία μπισκότων Παπαδοπούλου «νίπτει τας χείρας της» υποστηρίζοντας ότι «το βυτιοφόρο όχημα δεν ανήκει στον ιδιόκτητο στόλο της εταιρείας και ανήκει σε τρίτη εταιρεία η οποία έχει αναλάβει συμβατικά τη συλλογή και μεταφορά λυμάτων από το εργοστάσιο της προς το ΚΕΛ Μεταμόρφωσης».
Σε ανακοίνωσή της η ΠΟ ΕΜΔΥΔΑΣ αναδεικνύει τις ευθύνες για το διαχρονικό φαινόμενο της απόρριψης βιομηχανικών λυμάτων στα ποτάμια, τα ρέματα:
«Δυστυχώς άλλη μια φορά γίναμε μάρτυρες φαινομένων περιβαλλοντικής ασυδοσίας από επιχειρηματικά συμφέροντα… Όπως γνωρίζουμε όλοι η νόμιμη αδρανοποίηση και επεξεργασία των υγρών βιομηχανικών αποβλήτων κοστίζει ακριβά, αλλά είναι απαραίτητη για την προστασία όλων μας. Όταν η διαχείριση των αποβλήτων περνά στα χέρια ιδιωτικών εργολάβων και υπεργολαβιών, ο “κανόνας” είναι απλός: όσο λιγότερη επεξεργασία, τόσο μεγαλύτερο το κέρδος! Με τον τρόπο αυτό, εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ εξοικονομούνται στην πλάτη του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, απλά σηκώνοντας ένα καπάκι υπονόμου σε ένα βενζινάδικο. Φυσικά η γνωστή βιομηχανία έσπευσε αμέσως να πετάξει την ευθύνη στην “τρίτη ιδιωτική εταιρεία»” μεταφοράς. Αυτό ακριβώς είναι το βολικό άλλοθι του outsourcing: ιδιωτικοποιούμε τις υπηρεσίες για να μειώσουμε το κόστος και, όταν αποκαλυφθεί το σκάνδαλο, οι ευθύνες μετακυλύονται ή και εξαφανίζονται.
Ευθύνη
Όμως ο νόμος (Ν. 4819/2021) είναι σαφής για την υποχρέωση ελέγχου της διαδρομής των αποβλήτων (ιχνηλασιμότητα). Ο αρχικός παραγωγός των αποβλήτων διατηρεί την αστική και ποινική ευθύνη για τη σωστή διαχείρισή τους. Η ανάθεση της μεταφοράς σε εξωτερικό συνεργάτη (π.χ. βυτιοφόρο, μεταφορική) δεν απαλλάσσει αυτόματα την επιχείρηση από την υποχρέωση να ελέγχει και να επιβεβαιώνει ότι τα απόβλητα έφτασαν πράγματι σε αδειοδοτημένη μονάδα επεξεργασίας.
Δυστυχώς η πολιτεία ποτέ δε φρόντισε να στελεχώσει και να εξοπλίσει επαρκώς τις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να ασκούν αποτελεσματικά το κρίσιμο ελεγκτικό τους έργο σε όλες τις φάσεις παραγωγής, μεταφοράς, διάθεσης και επεξεργασίας των αποβλήτων. Αναρωτιόμαστε βάσιμα πόσα βυτιοφόρα “χάνονται” καθημερινά μεταξύ βιομηχανιών, νοσοκομείων και Κέντρων Επεξεργασίας; Η αντιμετώπιση τέλος των ρεμάτων και των ποταμών μας, ως αγωγών όμβριων και αποβλήτων και όχι ως ειδικών οικοσυστημάτων που χρήζουν πρόσθετης προστασίας, επιβαρύνει πρόσθετα την κατάσταση…
Η ξεκάθαρη νομοθεσία, η στελέχωση με αρμόδιους επιστήμονες όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και η θεσμοθέτηση σαφών υποχρεώσεων με Δημόσιο Έλεγχο, είναι ο μοναδικός τρόπος αποτελεσματικής προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας όλων μας».

