Οικονομία και πολιτική
Διαγραφή του χρέους ξανά επίκαιρη

Ζαν Λυκ Μελανσόν. Φωτό: Geoffroy Van der Hasselt/AFP

Το φάντασμα του χρέους έχει επιστρέψει, δυο δεκαετίες σχεδόν μετά το ξέσπασμα του κραχ του 2007/8, ξανά απειλητικά στον ορίζοντα. Μόνο που αυτή τη φορά στο στόχαστρό του δεν βρίσκονται οι φτωχές χώρες του ευρωπαϊκού νότου  αλλά οι ίδιες οι μητροπόλεις του παγκόσμιου καπιταλισμού.

«Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου του αμερικανικού δημοσίου απογειώθηκε στο 5,23% την Παρασκευή, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007» έγραφε την περασμένη εβδομάδα το αμερικανικό πρακτορείο CNBC. Το νέο ρεκόρ της εικοσαετίας, αυτό το 5,23%, υποδηλώνει ένα απλό πράγμα: μαζικό ξεπούλημα. Οι επενδυτές που είχαν τοποθετήσει τα λεφτά τους σε ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου τρέχουν τώρα πανικόβλητοι να τα ξεφορτωθούν.

Το πρόβλημα δεν είναι απλά και μόνο αμερικανικό. Στη Βρετανία γράφει η Financial Times «η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου έκλεισε στο 5,36% την Παρασκευή… Στη Γερμανία η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου bund έφτασε στο 3,62%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2009». Το ίδιο ακριβώς έγινε και στη Γαλλία: η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου έφτασε την Παρασκευή στο 4,76%. Η τελευταία φορά που είχε φτάσει σε τέτοια επίπεδα ήταν και πάλι το 2009, στο απόγειο της κρίσης χρέους που είχε χτυπήσει την παγκόσμια οικονομία μετά την κατάρρευση της αμερικανικής τράπεζας Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008.  

Υπάρχουν τρεις διαφορετικές δυνάμεις που σπρώχνουν τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων προς τα πάνω. Η πρώτη είναι οι πόλεμοι – η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ ενάντια στο Ιράν και ο πόλεμος στην Ουκρανία- που έχουν διαταράξει τις ροές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, έχουν απογειώσει τις τιμές τις ενέργειας και έχουν εκτοξεύσει παντού τον πληθωρισμό στα ουράνια. Σύμφωνα με τα νεοφιλελεύθερα δόγματα ο πληθωρισμός οφείλεται στο «φτηνό χρήμα» και το φάρμακο που παραδοσιακά προτείνουν οι κεντρικές τράπεζες, όταν ανεβαίνει, είναι να ανεβάζουν τα «βασικά επιτόκια» -τα επιτόκια με τα οποία δανείζονται οι εμπορικές τράπεζες από τις κεντρικές. Αλλά όταν ανεβαίνουν τα «βασικά επιτόκια» ακολουθούν και όλα τα άλλα.

Στα μέσα του Σεπτέμβρη η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ (FED) ανέβασε, ύστερα από μια ομόφωνη απόφαση του συμβουλίου της, για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια το βασικό της επιτόκιο κατά ένα τέταρτο της μονάδας –και πολλοί εκτιμούν ότι θα έρθει μια ακόμα αύξηση. Η αύξηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για έναν βασικό λόγο: ο Τραμπ πιέζει από την αρχή της δεύτερης θητείας του την FED να ρίξει τα επιτόκια –για να απογειωθεί η οικονομία υποτίθεται. Και δεν είχε διστάσει να περιλούσει με τα χειρότερα λόγια τον Τζερόμ Πάουελ, τον τότε διοικητή της FED για την άρνησή του να υποταχθεί –παρόλο που τον είχε διορίσει ο ίδιος σε αυτή τη θέση στην πρώτη του θητεία. Πριν από λίγους μήνες κατάφερε να τον αντικαταστήσει με τον νέο του εκλεκτό –τον Κέβιν Γουόρς. Αλλά τώρα ο Γουόρς αυξάνει τα επιτόκια αντί να τα μειώνει. 

Η δεύτερη «δύναμη» που σπρώχνει τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων προς τα πάνω είναι η διόγκωση του δημόσιου χρέους παντού. Στις ΗΠΑ το δημόσιο χρέος έφτασε πέρσι στο 123% του ΑΕΠ. Στην Ιταλία στο 138%. Στη Γαλλία στο 116%. Στη Βρετανία στο 102%. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει σαν ανώτατο επιτρεπτό όριο για το δημόσιο χρέος το 60% του ΑΕΠ. Φέτος ακόμα και η Γερμανία το έχει ξεπεράσει –για λίγο προς το παρόν (65% φέτος) αλλά με ανοδική τάση (προβλέπεται να φτάσει στο 74% σε πέντε χρόνια). Η νέα «εποχή των πολέμων», η στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας και ο «επανεξοπλισμός της Ευρώπης» παίζουν καταλυτικό ρόλο σε αυτή την ανοδική πορεία. Αλλά εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει και η ύφεση –ειδικά στην Ευρώπη. Στη Γερμανία, την πάλαι ποτέ ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης έχει πέσει από το 4% της δεκαετίας του 1960 στο 0,2% φέτος. Στη Γαλλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, ήταν 0% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026. Στην Ιταλία 0,2%. 

Το 2009 το δημόσιο χρέος της Ελλάδας αντιστοιχούσε στο 128% του ΑΕΠ. Το 2010 χρεοκόπησε και υποτάχθηκε στα μνημόνια. Τώρα «παζαρεύουν» με παρόμοια επίπεδα χρέους οι μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη.

Η τρίτη «δύναμη» που σπρώχνει τα επιτόκια του δημόσιου χρέους προς τα πάνω είναι ο «ανταγωνισμός» από την έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Οι μεγάλες εταιρείες του κλάδου, γράφει η Financial Times, έχουν επιδοθεί σε ένα πρωτοφανές κυνήγι χρηματοδοτικών πόρων, «μια ραγδαία πορεία με σημαντικές επιπτώσεις για τους υπόλοιπους δανειολήπτες». Συνολικά, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Goldman Sachs, ο κλάδος της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει απορροφήσει μισό τρισεκατομμύριο δολάρια χρέους μέσα στη χρονιά που διανύουμε. Από αυτά τα 200 δισεκατομμύρια τα έχουν απορροφήσει οι πέντε «κολοσσοί» του κλάδου -η  Amazon, η Alphabet (Google), η Meta (Facebook, Instagram), η Microsoft και η Oracle. Για να δελεάσουν τους δανειολήπτες οι εταιρείες αυτές προσφέρουν επιτόκια για τα χρεόγραφα που εκδίδουν σημαντικά υψηλότερα από αυτά που προσφέρουν οι άλλες, παραδοσιακές μεγάλες εταιρείες. Και με αυτόν τον τρόπο πιέζουν συνολικά τα επιτόκια προς τα πάνω –και μαζί τους και τα δημόσια χρέη.

Από μόνη της αυτή η τεράστια υπερσυγκέντρωση χρέους είναι μια μεγάλη απειλή για την οικονομική σταθερότητα: «Αναπόφευκτα, πρόκειται για ένα στοίχημα μονής κατεύθυνσης», λέει στην Financial Times ένας τραπεζίτης από την τράπεζα Barclays. «Όσο όλα πάνε καλά, είναι μια χαρά. Όμως, τη στιγμή που θα προκύψει κάποιο πρόβλημα σε οποιοδήποτε σημείο… το οικοσύστημα είναι πολύ στενά διασυνδεδεμένο». Κινδυνεύει να καταρρεύσει όλο, με άλλα λόγια. 

Μελανσόν

Στη Γαλλία, μια από τις χώρες που κλυδωνίζονται από την έκρηξη του δημόσιου χρέους, ο Ζαν Λυκ Μελανσόν, ο ηγέτης της αριστερής «Ανυπότακτης Γαλλίας» και υποψήφιος πρόεδρος της χώρας στις εκλογές της ερχόμενης άνοιξης, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων όταν τόλμησε να προτείνει να απαλλαγεί το δημόσιο από τα χρέη «πετώντας τα ομόλογα στη φωτιά». «Κανένας δεν πρόκειται να προσέξει καν ότι έχουν εξαφανιστεί» είπε σε μια ομιλία του το καλοκαίρι. 

Ο Μελανσόν, είναι αλήθεια, δεν πρότεινε την διαγραφή όλου του τεράστιου χρέους της Γαλλίας: πρότεινε την διαγραφή ενός μέρους του χρέους, των ομολόγων που είχε εκδώσει η Γαλλία στα πλαίσια του προγράμματος «ποσοτικής χαλάρωσης» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τα οποία βρίσκονται στα θησαυροφυλάκια της ίδιας της Κεντρικής Τράπεζας. Και με βάση αυτή την ιδιαιτερότητα υποστηρίζει ότι «κανένας δεν θα το προσέξει». Αλλά αυτά καθόλου δεν μετρίασαν τις αντιδράσεις.

Σε ένα βαθμό οι επιθέσεις αυτές είναι «εκ του πονηρού»: ο Μελανσόν προηγείται στις δημοσκοπήσεις του Εντουάρ Φιλίπ, του υποψηφίου του «κέντρου» και από ό,τι φαίνεται θα είναι αυτός που θα αντιμετωπίσει την Λεπέν, την υποψήφια της ακροδεξιάς, στον Β’ γύρο των προεδρικών εκλογών. Και αυτή είναι μια εξέλιξη που δεν αρέσει καθόλου στην άρχουσα τάξη και το προσωπικό της.

Η διαγραφή χρέους είναι ταμπού για την άρχουσα τάξη. Το χρέος είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων «πραγματώνονται» τα κέρδη της –δηλαδή απομυζά και οικειοποιείται τον πλούτο που παράγει η εργατική τάξη.  Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά: οι τόκοι για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στην Ελλάδα είναι περίπου 7,8 δις το χρόνο –περισσότερα και από τον προϋπολογισμό της υγείας (6,9 δις) και τον προϋπολογισμό της παιδείας (5,9 δις). 

Την «απάντηση» στον Μελανσόν ανέλαβε να την δώσει ο ίδιος ο Σεμπαστιέν Λεκορνύ, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας: «Να δανείζεσαι χρήματα και να αποφασίζεις να μην τα επιστρέψεις –αυτό ονομάζεται κλοπή», είπε. Και ακολούθησε η Κριστίν Λαγκάρντ, πρώην υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, πρώην διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και νυν πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που έσπευσε να χαρακτηρίσει την ιδέα «χάσιμο χρόνου». Ανάμεσα στα άλλα η Λαγκάρντ επικαλέστηκε και τον νόμο: είναι κακή ιδέα, είπε, όχι μόνο τεχνικά και οικονομικά αλλά και νομικά. 

Μητσοτάκης

Όσο για την Ελλάδα του Μητσοτάκη, τα «λόγια είναι φτώχεια» που λέει η παροιμία. Εδώ, αντί να συζητάμε για το πως θα απαλλαγούμε από το χρέος που ρημάζει τα σχολεία και τα νοσοκομεία τρέχουμε να το αποπληρώσουμε πρόωρα. Μέσα στην εξαετία 2019 – 2015 οι κυβερνήσεις του Μητσοτάκη έχουν δώσει 36 δισεκατομμύρια για την (πρόωρη) εξόφληση του χρέους. Φέτος η κυβέρνηση έχει εξοφλήσει ήδη άλλα 7 περίπου δις –και ετοιμάζεται να δώσει άλλα 6 δις μέχρι το τέλος του χρόνου. 

Ο Μητσοτάκης παρουσιάζει αυτές τις αποπληρωμές σαν «εθνική επιτυχία» που μας απαλλάσσει σιγά-σιγά αλλά σταθερά από το βάρος του χρέους και το ετήσιο βάρος των τόκων της εξυπηρέτησής του.  Και όλα αυτά, λέει η κυβερνητική προπαγάνδα, οφείλονται στην ευρωστία της ίδιας της ελληνικής οικονομίας και (φυσικά) στην ίδια την κυβέρνηση που την καθοδηγεί.

Μπούρδες. Η κυβέρνηση βλέπει τη θύελλα που έρχεται. Και προσπαθεί να προστατευτεί –ρίχνοντας το βάρος όπως πάντα στους εργάτες και τους φτωχούς. Η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους δεν είναι αποτέλεσμα της δύναμης της ελληνικής οικονομίας αλλά ομολογία του πανικού μπροστά στη νέα κρίση. 

Όταν η αντικαπιταλιστική Αριστερά εδώ πρόβαλλε το αίτημα της διαγραφής του χρέους, μας λέγανε «αιθεροβάμονες». Τώρα οι «αιθεροβάμονες» απλώνονται στη Γαλλία. Και είμαστε ακόμα στην αρχή της νέας κρίσης χρέους...