Η κυβέρνηση της ΝΔ κατέθεσε, την Δευτέρα 5 Οκτώβρη, το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 πανηγυρίζοντας ξανά για «ισχυρή οικονομία», «ανάπτυξη» και «μείωση του δημόσιου χρέους». Πίσω, από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς και τις ανόητες ελπίδες, μία απλή ανάγνωση του προσχέδιου δείχνει ξεκάθαρα ποια τάξη πληρώνει και ποια τάξη καθορίζει τις προτεραιότητες στο «που πάνε τα λεφτά». Η κυβέρνηση τα παίρνει από την εργατική τάξη για να τα δώσει απλόχερα στους πολέμους, στις τράπεζες και τα αρπακτικά της αγοράς.
Τα συνολικά φορολογικά έσοδα προβλέπεται να φτάσουν τα 77,9 δις ευρώ, από 75,7 δις το 2026. Δηλαδή πάνω από 2 δις περισσότερα. Όχι από την «ανάπτυξη» αλλά από τους έμμεσους ταξικούς φόρους. Ο ΦΠΑ προβλέπεται να αποφέρει περίπου 30,6 δις ευρώ και οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης άλλα 7,3 δις. Η κυβέρνηση δεν μειώνει τον ΦΠΑ στα είδη και στις υπηρεσίες πρώτης ανάγκης γιατί η ακρίβεια «φουσκώνει» τα κρατικά ταμεία και τα «ματωμένα» πρωτογενή πλεονάσματα που το 2027 προβλέπεται να φτάσουν τα 9,15 δις ευρώ ή το 3,3% του ΑΕΠ.
Κάθε φορά που οι εργαζόμενοι διεκδικούν αυξήσεις, μαζικές προσλήψεις, περισσότερα λεφτά για την Παιδεία, την Παιδεία ή την δημόσια κοινωνική κατοικία, η απάντηση είναι γνωστή: «οι δημοσιονομικές δυνατότητες είναι περιορισμένες». Όμως αυτά τα 9,15 δις ευρώ είναι μία από τις ταξικές κυβερνητικές επιλογές ανάμεσα στα δημόσια έσοδα και τις πρωτογενείς δαπάνες.
Μειώσεις
Η Υγεία είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι συνολικές δαπάνες των Νοσοκομείων και της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας προβλέπονται από 4,47 δις ευρώ το 2026 σε 4,46 δις το 2027. Δηλαδή, έστω και οριακά, και ονομαστικά μειώνονται ενώ με τον ίδιο τον προϋπολογισμό να προβλέπει πληθωρισμό 2,6% (που στην πραγματικότητα θα είναι πολύ μεγαλύτερος), αυτό σημαίνει πραγματική μείωση 2,8% των διαθέσιμων πόρων. Οι δαπάνες προσωπικού αυξάνονται μόλις από 961 σε 979 εκατομμύρια ευρώ, λιγότερο από τον προβλεπόμενο πληθωρισμό και οι επενδυτικές δαπάνες Νοσοκομείων και ΠΦΥ πέφτουν από 416 εκατ. ευρώ σε 266 εκατ. ευρώ με μείωση 36%.
Το ίδιο αποκαλυπτική είναι και η κυβερνητική «απάντηση» στη στεγαστική κρίση. Η κυβέρνηση ενισχύει τις τράπεζες και τα funds μέσω τραπεζικών δανείων και επιδότηση της αγοράς κατοικίας. Μόνο από το «Σπίτι μου ΙΙΙ» θα πάνε στις τσέπες των τραπεζιτών και των funds πάνω από 2 δις ευρώ αντί να χτιστούν δημόσιες εργατικές κατοικίες με χαμηλά ενοίκια.
Ενώ το (χιλιοπληρωμένο) χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προς τους τραπεζίτες προβλέπεται στα 353,69 δις στο τέλος του 2027 και από 136,7% του ΑΕΠ το 2026 να πέφτει στο 128,8% το 2027, οι τόκοι αυξάνονται. Το Προσχέδιο προβλέπει ενοποιημένους τόκους της Γενικής Κυβέρνησης στα 8,409 δις ευρώ, αύξηση, δηλαδή, κατά 485 εκατομμύρια ευρώ ή 6,1% σε σχέση με το 2026. Δηλαδή δίνει για τόκους διπλάσια από το σύνολο των δαπανών για την Υγεία.
Για το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προβλέπονται δαπάνες 6,893 δις ευρώ. Ενώ για τις κοινωνικές δαπάνες και τους μισθούς οι «δημοσιονομικοί περιορισμοί» παραμένουν αυστηροί, για τις πολεμικές δαπάνες υπάρχει, πλέον, η «ειδική ρήτρα διαφυγής» από τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Η πολεμική προτεραιότητα «δεν μπαίνει σε δημοσιονομικά καλούπια».
Οι εργατικοί αγώνες μπορούν να επιβάλλουν την αντίστροφη προτεραιότητα. Λεφτά υπάρχουν! Να τα πάρουμε από τους πολέμους, τους τραπεζίτες και τα αρπακτικά της αγοράς για να καλύψουμε τις ανάγκες μας.

