Την περασμένη βδομάδα, στις 8 Ιούλη, η πλειοψηφία της ΝΔ στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής απέρριψε το αίτημα να κληθούν να καταθέσουν για το σκάνδαλο των υποκλοπών τα δυο κεντρικά του πρόσωπα: ο Ταλ Ντίλιαν και ο Γρηγόρης Δημητριάδης.
Ο Βορίδης δήλωσε με το γνωστό θρασύ του ύφος ότι: «ο κ. Δημητριάδης από το 2022 δεν έχει κανένα δημόσιο αξίωμα… Ο άλλος (ο Τ. Ντίλιαν) είναι ένας κύριος που καταδικάστηκε προσφάτως. Σε αυτή τη διαδικασία έχει κληθεί και δεν προσήλθε. Είχε δυνατότητα να καταθέσει σε προανακριτικές, δεν κατέθεσε τίποτα. Προφανώς δεν κατείχε κανένα δημόσιο αξίωμα. Ο ισχυρισμός ότι ήταν αντισυμβαλλόμενος δημοσίων υπηρεσιών έχει απορριφθεί δύο φορές από τη δικαιοσύνη. Κι επειδή έδωσε μια συνέντευξη κρίνετε ότι πρέπει να κληθεί χωρίς να έχει δημόσια ιδιότητα;».
Από το «μπάζωμα» στο «ξέπλυμα»
Κι όλα αυτά θα περνούσαν στα ψιλά του κοινοβουλευτικού ρεπορτάζ αν ο μη κατέχων «δημόσιο αξίωμα από το 2022» Δημητριάδης δεν έδινε την περιβόητη συνέντευξή του δυο μέρες μετά. Το «μπάζωμα» του σκανδάλου των υποκλοπών έχει περάσει στη φάση του «ξεπλύματος» του Δημητριάδη ώστε να μπορεί να δηλώνει με θράσος ότι: «η παράταξη είναι και η πατρίδα». Η φράση του «Η πρώτη δουλειά που έχεις όταν έρθουν τα δύσκολα είναι να φας τη σφαίρα για να μείνει πάνω το αφεντικό» είναι χαρακτηριστική, το ίδιο και άλλες όπως: «Έπρεπε να φύγω για να προστατεύσω τον Κυριάκο Μητσοτάκη», «Ήμουν ο άνθρωπος των ειδικών αποστολών». Κατά τ’ άλλα «ανέλαβα την αντικειμενική πολιτική ευθύνη, όχι την ενοχή» και -το πιο διασκεδαστικό- «κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν την εμπιστοσύνη μου για να στήσουν ένα παρακράτος».
Ο Ταλ Ντίλιαν από τη μεριά του πιέζει να πέσει στα μαλακά στη δίκη στο Εφετείο που έχει οριστεί να ξεκινήσει στις 11 Δεκέμβρη. Ο Ζαχαρίας Κεσσές, πληρεξούσιος δικηγόρος θυμάτων του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, αποκάλυψε ότι το αφεντικό της Intellexa έχει καταθέσει μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση εις βάρος θυμάτων παρακολούθησης, ενώπιον ισραηλινού δικαστηρίου. Προκειμένου να στηρίξει την αγωγή του και να αποδείξει ότι ο ίδιος δεν έκανε κάτι παράνομο, ο Ντίλιαν αναφέρει ρητά στο επίσημο έγγραφο ότι πούλησε το λογισμικό Predator στο ελληνικό κράτος. Δηλαδή διαψεύδει αυτό που λέει συστηματικά η κυβέρνηση ότι ΕΥΠ ή Αντιτρομοκρατική δεν χρησιμοποιούν «παράνομα» λογισμικά.
Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τον Απρίλη τότε που ο Μητσοτάκης πουλούσε πνεύμα από το βήμα της Βουλής «τώρα όσον αφορά τον κύριο Ντύλαν Ντίλιαν πως τον λένε…» που είναι «πρωτόδικα καταδικασμένος», και «έχει δικαίωμα να λέει ό,τι θέλει». Παριστάνουν τους αγέρωχους, ενώ ξέρουν πολύ καλά ότι όσο και να προσπαθούν το σκάνδαλο δεν συμμαζεύεται.
Τον χώρο να παίζουν αυτό το προκλητικό παιχνίδι τον δίνει η αντιπολίτευση. Ο Ανδρουλάκης και το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, έχουν κατορθώσει ακόμα και την προσφυγή στα δικαστήρια να τη ρίξουν στα βράχια. Αλλά το ζήτημα είναι πιο βαθύ. Το σκάνδαλο των υποκλοπών αναδεικνύει πόσο ανεξέλεγκτα λειτουργεί το «βαθύ κράτος» των μυστικών υπηρεσιών, της δικαστικής εξουσίας και της διαπλοκής τους με κάθε λογής εταιρείες που πουλάνε «ασφάλεια» πάντα στο όνομα του λεγόμενου «εθνικού συμφέροντος». Η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση λέει απλά ότι μια άλλη κυβέρνηση θα βάλει αυτούς τους μηχανισμούς να λειτουργήσουν «θεσμικά». Η υπόσχεση του «εκδημοκρατισμού» πχ της ΕΥΠ έχει μια ιστορία δεκαετιών πίσω της και κάθε φορά κατέληγε να γίνεται μια κενή φράση που κάλυπτε τα αίσχη της.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να μένει στο επίπεδο των κοινοβουλευτικών αψιμαχιών και των δαιδαλωδών διαδρομών της δικαστικής εξουσίας. Είναι υπόθεση του κινήματος των εργαζόμενων και της νεολαίας που υπερασπίζουν τη ζωή και τα δικαιώματά τους στο πεζοδρόμιο. Να δυναμώσουμε την επαναστατική Αριστερά που μπαίνει μπροστά σε αυτές τις μάχες και βάζει την προοπτική του ξηλώματος όλων αυτών των μηχανισμών και την αντικατάστασή τους από την εργατική δημοκρατία, το εργατικό κράτος και τους δικούς τους θεσμούς.

