Πριν δυο βδομάδες ο Κ. Γαβρόγλου πέταξε τη «βόμβα» ότι η ΕΛ.Α.Σ δεν θα καταργήσει τα ιδιωτικά «πανεπιστήμια» του νόμου Πιερρακάκη, μιας και το ΣτΕ τα έκρινε συνταγματικά, αλλά θα τα «ρυθμίσει». Στη συνέντευξη τύπου που έδωσε η τομεάρχης Παιδείας της ΕΛ.ΑΣ Ι. Λαλιώτου μαζί με τον Γαβρόγλου για τις «5+1 εμβληματικές παρεμβάσεις για την Παιδεία», η φόρμουλα της αποδοχής του εκτρώματος της ΝΔ ήταν: «Δεν θα τα είχαμε ιδρύσει, αλλά δεν θα τα καταργήσουμε».
Ο «ρεαλισμός» της ΕΛ.ΑΣ σχετικά με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι απλά και καθαρά, αποδοχή και ξέπλυμα των ψεμάτων που έλεγε η κυβέρνηση της ΝΔ ότι τάχα πέρασε αυτόν τον νόμο για να μην φεύγουν «τα παιδιά μας» στο εξωτερικό. Δεκάρα δεν δίνει για αυτά και για όλα τα παιδιά και τις οικογένειές τους η κυβέρνηση του Μητσοτάκη. Από τη μια μεριά κόβει χιλιάδες θέσεις εισακτέων στα ΑΕΙ -10.000 κενές για τη νέα χρονιά- με το τσεκούρι της ΕΒΕ και ταυτόχρονα αβαντάρει τα κολέγια που βαφτίζονται πανεπιστήμια.
Ο Παπαϊωάννου που από «πρύτανης των ΜΑΤ» στο ΑΠΘ αναβαθμίστηκε στη θέση υφυπουργού Παιδείας που χειρίζεται αυτά τα ζητήματα, δήλωσε με θράσος την περασμένη βδομάδα ότι: «Η συνύπαρξη δημόσιων και Ν.Π.Π.Ε. ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης και δημιουργεί νέες δυνατότητες για συνεργασίες, επενδύσεις, έρευνα και καινοτομία». Με άλλα λόγια η «συνύπαρξη» είναι το όχημα για την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων ΑΕΙ, για τη μετατροπή τους σε επιχειρήσεις.
Όπως έγραφαν πέρσι στο περιοδικό Σοσιαλισμός από τα Κάτω (νο172) η Μ. Καστελιώτη και η Σ. Γαρμπή: «Μετατροπή του πανεπιστήμιου σε επιχείρηση, αυτό είναι το μοντέλο της εκπαίδευσης που ονειρεύονται. Αυτό το μοντέλο περιλαμβάνει έρευνα με βάση τα κέρδη των επιχειρήσεων, μεταπτυχιακά με δίδακτρα, εργολάβους που βγάζουν εκατομμύρια, την ιδιωτικοποίηση μέσω ΣΔΙΤ της σίτισης και της στέγασης. Όσο και να βαφτίσουν τα ιδιωτικά κολλέγια πανεπιστήμια, αυτά δεν μπορούν να προσφέρουν ερευνητικά προγράμματα όπως τα δημόσια ΑΕΙ. Η υποταγή του δημόσιου πανεπιστημίου σε αυτές τις προτεραιότητες είναι μονόδρομος για τους καπιταλιστές…».
«Δεν είμαστε υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αλλά έχουμε μια de facto πραγματικότητα που δεν μπορούμε να μην την αναγνωρίσουμε» είπε η Λαλιώτου παραπέμποντας στους «χιλιάδες νέους που φοιτούν σ’ αυτά και στην επένδυση των οικογενειών σ’ αυτή τη διαδικασία». Πέρα από το γεγονός ότι στα τέσσερα ΝΠΠΕ που είχαν πάρει άδεια (με ένα σωρό ντρίπλες και παρατυπίες) δεν φοιτούν «χιλιάδες» ακόμα και αν προσθέσουμε όσους «θα» εγγραφούν στα 7 ακόμα που υπέγραψε η Ζαχαράκη, το επιχείρημα δεν στέκει. Η θέση αυτών και των χιλιάδων παιδιών που στρέφονται σε κάθε λογής «κολέγια» είναι στο δημόσιο Πανεπιστήμιο. Με άλλα λόγια τα ιδιωτικά πανεπιστήμια μπορούν να κλείσουν και οι σπουδές όσων έχουν εγγραφεί να εξασφαλιστούν.
Αποδοχή
Αυτό θα μπορούσε να το πει πολύ απλά η ΕΛ.Α.Σ αλλά δεν το λέει όχι γιατί «θα είχαμε δικαστικές προσφυγές» όπως είπε η Λαλιώτου, αλλά γιατί έχει αποδεχτεί όλες τις ταξικές κα αντιδραστικές επιθέσεις της ΝΔ και της άρχουσας τάξης και στην Παιδεία. Γι’ αυτό και στις «5+1 παρεμβάσεις» μιλάει για «ουσιαστική μεταβολή» και όχι κατάργηση του Νόμου Κεραμέως, εκείνου που προβλέπει τις διαγραφές φοιτητών/ριών για να μην ξεχνιόμαστε, και για «ριζική μεταβολή» του νόμου Πιερρακάκη. Και βέβαια κάπου «ξέχασε» τον κατάπτυστο νόμο που πέρασε με διαδικασίες φαστ τρακ πέρσι το καλοκαίρι η κυβέρνηση με τίτλο «Ενίσχυση της ασφάλειας στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα» δηλαδή τον νόμο που φέρνει το «ιδιώνυμο» στις σχολές.
Όσο και να λένε οι εκπρόσωποι της ΕΛ.Α.Σ ότι παρόλα αυτά δεν συμφωνούν με την αναθεώρηση του Άρθρου 16 του Συντάγματος που σπρώχνει η ΝΔ στη Βουλή αυτές τις μέρες, στην ουσία το κόμμα του Τσίπρα κάνει ένα δώρο στον Μητσοτάκη: του δίνει τη δυνατότητα να μπει στην προεκλογική περίοδο ανεμίζοντας την «πραγματικότητα» των ιδιωτικών πανεπιστημίων που «στην επόμενη Βουλή» θα πρέπει να αποτυπωθεί και στο Σύνταγμα. Εκεί οδηγεί ο «ρεαλισμός» μιας Αριστεράς που σύμφωνα με τη Λαλιώτου σημαίνει «να επιφέρει αλλαγές και όχι να ασκεί κριτική μόνο». Είναι η Αριστερά που λέει ότι θα διώξει τον Μητσοτάκη αλλά αποδέχεται, με «αλλαγές», τον μητσοτακισμό.

