Το κλείσιμο των λεσχών οπαδών με κάθε ομάδα να έχει το δικαίωμα λειτουργίας μιας με έδρα τα γραφεία των ΠΑΕ, εξήγγειλε ο Μητσοτάκης που συναντήθηκε με τους προέδρους των μεγάλων ομάδων.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντί να βάλει στο στόχαστρο τους Κροάτες και Έλληνες φασίστες που από κοινού σχεδίασαν την επίθεση στη Φιλαδέλφεια δολοφονώντας τον Μιχάλη Κατσουρή, αντί να εξαρθρώσει τα φασιστικά δίκτυα που δρούνε οργανωμένα στα γήπεδα εδώ και δεκαετίες από τις εποχές της ΝΟΠΟ και της «Γαλάζιας Στρατιάς», για μια ακόμη φορά πετάει την μπάλα κυριολεκτικά στην εξέδρα.
Και το χειρότερο είναι ότι το κάνει, βάζοντας τους «λύκους να φυλάνε τα πρόβατα». Από την «βία» καλούνται να μας σώσουν οι πρόεδροι των μεγάλων ομάδων με τους οποίους συναντήθηκε ο πρωθυπουργός. Πρόκειται για ανέκδοτο.
Δεν έχουν περάσει ούτε δύο μήνες από την δολοφονία Ρουμπέτη, ενός από τους μπράβους που εμπλέκονταν στον πόλεμο στο εσωτερικό της Greek Mafia μέσα σε θωρακισμένο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του ΣΚΑΪ. Το όνομα του Ρουμπέτη έγινε γνωστό το 2007 όταν είχε δολοφονήσει μαζί με άλλους τον οπαδό του Παναθηναϊκού Μιχάλη Φιλόπουλο, δολοφονία για την οποία είχε καταδικαστεί σε 12ετή φυλάκιση. Στη συνέχεια, ανελίχθηκε σε ένα από τα «γνωστά» ονόματα της Greek Mafia. Όλα αυτά δεν τον εμπόδισαν, όχι μόνο να κυκλοφορεί με το αυτοκίνητο του ΣΚΑΙ (ιδιοκτησίας Αλαφούζου όπως και ο ΠΑΟ) αλλά και να περπατά περήφανα με μια κάρτα διαπίστευσης στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου ακριβώς πίσω από τον πρόεδρο του Ολυμπιακού Μαρινάκη.
Ο Αλαφούζος λοιπόν και ο Μαρινάκης, ο Σαββίδης (που πριν από πέντε χρόνια μπούκαρε στο γήπεδο επιδεικνύοντας το πιστόλι στη ζώνη του), ο Μελισσανίδης (που δεν είχε κανένα πρόβλημα όταν στην Φιλαδέλφεια γίνονταν επιθέσεις ενάντια σε κατοίκους που διαφωνούσαν με το χτίσιμο του γηπέδου στην περιοχή), όλοι αυτοί οι μεγιστάνες του ποδοσφαίρου, μπλεγμένοι σε κάθε λογής παρανομία και σκάνδαλο, θα μπορούν πλέον και με τη βούλα του Μητσοτάκη να μετατρέψουν τους οπαδικούς συνδέσμους σε ελεγχόμενους «προεδρικούς στρατούς» για να τους ξαμολάνε κατά το δοκούν κάθε φορά που θεωρούν ότι θίγονται οι «δουλειές» τους.

