Αντιπολεμικό κίνημα
Αντίσταση στην ιμπεριαλιστική επίθεση στο Ιράν

28/2, Αντιπολεμική διαδήλωση στο Σαν Φρανσίσκο. Φωτό: Gustavo Hernandez/KQED

Το Ιράν βρίσκεται εδώ και πολλές δεκαετίες στο στόχαστρο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Η δολοφονική αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία που απειλεί τώρα να το στείλει «πίσω στη λίθινη εποχή» δεν έχει να κάνει με καμιά «πυρηνική απειλή» ούτε φυσικά με τις «ανθρωπιστικές ευαισθησίες» του Τραμπ και του Νετανιάχου για τον λαό του Ιράν. 

Έχει να κάνει με το πετρέλαιο. «Θέλουμε τα πετρέλαια του Ιράν» όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ. Έχει να κάνει με τη γεωστρατηγική θέση της μεγαλύτερης χώρας της Μέσης Ανατολής και τον έλεγχο του Περσικού Κόλπου από τον οποίο περνάνε τα πετρέλαια. Έχει να κανει με την κρίση ηγεμονίας του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού που τις τελευταίες δεκαετίες έχει σημάνει απώλεια ελέγχου των ΗΠΑ στη Μ. Ανατολή. Μια απώλεια που τώρα ο Τραμπ προσπαθεί να ρεφάρει κάνοντας πράξη τα πιο άγρια όνειρα του σιωνιστικού γενοκτονικού του μαντρόσκυλου εναντίον του Ιράν αλλά με τελικούς αποδέκτες την Κίνα και τους υπόλοιπους ανταγωνιστές του στον πλανήτη για το ποιος έχει το “πάνω χέρι”. 

Έχει να κάνει, τέλος με την “ενοχλητική” παράδοση αντίστασης της εργατικής τάξης και του λαού του Ιράν ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Αυτός ο πόλεμος μπορεί να έχει τη σφραγίδα του Τραμπ αλλά (διαβάστε στη σελ. 9) δεν είναι η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ επιχειρούν «αλλαγή καθεστώτος» και κάνουν πολεμο στο Ιράν. Προϋπήρξαν πολλοί «γύροι» αυτής της σύγκρουσης.

Στις 10 Οκτώβρη του 2025 ο Τραμπ πανηγύρισε την «εκεχειρία» που «πέτυχε» στην Γάζα προκειμένου να εφαρμοστεί το «σχέδιο Τραμπ» από το αποικιοκρατικό «Συμβούλιο Ειρήνης» με πρόεδρο τον Τραμπ -που έσπευσαν πρόθυμα να υποστηρίξουν τα ευρωπαϊκά και αραβικά καθεστώτα καθώς και το συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα, μετά τον πόλεμο των 12 ημερών του Ιούνη του ‘25, ακολούθησε επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Κι ενώ σύμφωνα με τους διαπραγματευτές μια συμφωνία ήταν έτοιμη στο τραπέζι ο Τραμπ και ο Νετανιάχου προχώρησαν στην αιφνιδιαστική επίθεση της 28/2/26 στο Ιράν.

Ξεκινώντας αυτόν τον πόλεμο ο Τραμπ ισχυρίστηκε αρχικά ότι τακτικοί του στόχοι είναι ... τα πάντα όλα. «Να αλλάξει η κυβέρνηση», «να εξουδετερωθεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν», «να αποδεκατιστεί ο στρατός του Ιράν», να γίνει «διαμελισμός της χώρας», «το Ιράν να προχωρήσει σε άνευ όρων παράδοση».  

Με τον πόλεμο να έχει διανύσει ήδη πέντε εβδομάδες, οι ΗΠΑ απέχουν παρασάγγας από το να έχουν αποτέλεσμα σε έστω και έναν από αυτούς τους στόχους. Προκειμένου να δικαιολογήσει την απόλυτη αποτυχία και να βαφτίσει το ψάρι ο κρέας ο Τραμπ εφευρίσκει εκ των υστέρων γελοίες αιτιάσεις, όπως ότι χτύπησε «προοληπτικά» σώζοντας την ανθρωπότητα από αιφνιδιαστική επίθεση του Ιράν (και μάλιστα πυρηνική) που διέψευσε ακόμη και το ίδιο το αμερικανικό πεντάγωνο.    

Ο Τραμπ την πάτησε για ακόμη μια φορά. Μπήκε σε αυτόν τον πόλεμο, από τον οποίον ψάχνει τώρα τρόπο να απεμπλακεί, θεωρώντας ότι θα είναι «σύντομος». Πιστεύοντας λανθασμένα, ως αποδείχτηκε, ότι η δυνατότητα του Ιράν για άμυνα και αντεπιθέσεις είχε αποδυναμωθεί από τον πόλεμο των 12 ημερών. Και, με ανεβασμένες προσδοκίες από το παράδειγμα της Βενεζουέλας, θεωρώντας ότι μια «αλλαγή καθεστώτος» είναι προ των πυλών και στο Ιράν μετά τη μαζική εξέγερση που κατέστειλε τον Γενάρη το καθεστώς στην Τεχεράνη. 

Κι αυτός και η Μοσάντ, που κατά πάσα πιθανότητα «τον ορμήνευσε», έπεσαν εντελώς έξω σε όλα. Το τελευταίο που θα ήθελαν οι εξεγερμένοι του Ιράν, ήταν στη δολοφονική καταστολή του δικού τους κράτους να προστεθεί ο θάνατος και η καταστροφή που σπέρνουν οι βόμβες των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Όχι μόνο γιατί σκοτώνουν χωρίς διακρίσεις αλλά και γιατί λειτουργούν ανασταλτικά για το ίδιο το κίνημα σε μια χώρα με πλούσια παράδοση αντίστασης στον ιμπεριαλισμό.   

Αποτυχία ΗΠΑ

Ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών, Ρόμπερτ Άντονι Πέιπ, πρώην σύμβουλος του Λευκού Οίκου και του Τραμπ σε ζητήματα εθνικής και διεθνούς ασφάλειας και «γεράκι» δήλωσε χαρακτηριστικά: «Έχοντας αποτύχει οι βομβαρδισμοί (σσ του Ιούνη 2025) οι ΗΠΑ πήγαν σε διαπραγματεύσεις. Εκεί έκαναν ίσως το χειρότερο λάθος τους. Στις 27 Φεβρουαρίου ο Τραμπ είχε στο τραπέζι μια προσφορά από το Ιράν που ήταν μάλιστα καλύτερη από τη συμφωνία του Oμπάμα το 2015. Ο πρόεδρος Τραμπ θα μπορούσε να επιστρέψει και να δουλέψει αυτή τη συμφωνία. Αυτό που έκανε ήταν να πετάξει αυτή τη συμφωνία την οποία μάλιστα στήριζε και ο Χαμενεΐ. Και τι κάναμε αντί γι’ αυτό; Προχωρήσαμε σε “αλλαγή καθεστώτος”. Έτσι δίχως να έχουν πετύχει οι βομβαρδισμοί και η δολοφονία του Χαμενεΐ, πλέον οι Αμερικανοί ετοιμάζονται για το τρίτο και μοιραίο στάδιο, την χερσαία επίθεση, αυτό που αντιμετώπισαν οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Όταν προσπαθείς να αποχωρήσεις αφού έχεις φτάσει στο τρίτο στάδιο συνήθως αυτό καταλήγει άσχημα...».

Η αναβολή του τελεσίγραφου του Τραμπ -ότι αν το Ιράν δεν συμφωνήσει στα «15 σημεία» που όρισε, «θα το στείλει στη λίθινη εποχή» βομβαρδίζοντας πετρέλαια και υποδομές- για τις 7 Απρίλη, δεν έχει πτοήσει προς το παρόν το Ιράν. Όχι μονο γιατί δύο φορές ο Τραμπ έσυρε την ιρανική κυβέρνηση σε συνομιλίες για να χτυπήσει αιφνιδιαστικά –τη δεύτερη βάζοντας στο στόχαστρο τον πυρήνα του καθεστώτος. Αλλά και επειδή αντιλαμβάνεται ότι πολιτικά έχει το πάνω χέρι σε αυτή τη σύγκρουση. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ΗΠΑ έχουν στρατιωτικά τη δυνατότητα να κάνουν πράξη την τρομακτική απειλή τους. Το Ισραήλ πιέζει με τα μπούνια σε αυτήν την κατεύθυνση. Αλλά η απειλή Τραμπ συνοδεύεται από την ιρανική απειλή να απαντήσει με το ίδιο νόμισμα στις χώρες του Κόλπου, να κρατήσει κλειστά τα Στενά του Ορμούζ, ενώ οι Χούθι απειλούν να κάνουν το ίδιο στην Ερυθρά Θάλασσα. Αν αυτό συμβεί, θα προκαλέσει άμεσα ανεπανόρθωτη ζημιά, όχι μόνο στις χώρες του Κόλπου, αλλά και στις ίδιες τις ΗΠΑ και τον παγκόσμιο καπιταλισμό που δεν έχει ακόμη αναρρώσει από την προηγούμενη κρίση. 

Μια χερσαία επίθεση, ακόμη και του τύπου καταδρομικών επιθέσεων στη νήσο Χαργκ ή στα Στενά του Ορμούζ ανοίγουν την προοπτική για μεγαλύτερη επιμήκυνση του πολέμου, κάνουν δυσκολότερη την απεμπλοκή και συνεπάγονται απώλειες. Όπως οι «πέντε μέρες» έγιναν πέντε εβδομάδες, οι «λίγες εβδομάδες ακόμη» που λένε τώρα μπορούν να γίνουν «λίγοι μήνες». Σε κάθε περίπτωση, μακροπόθεσμα, ένα κατεστραμμένο Ιράν θα έχει χειρότερη εξέλίξη για τις ΗΠΑ από αυτές που είχε το κατεστραμένο Ιράκ πριν από 20 χρόνια.

Ο Τραμπ είναι πιασμένος σε μια μέγγενη, από τη μία να κλιμακώσει τον καταστροφικό του πόλεμο προκειμένου να δείξει μια πραγματική μερική ή έστω πλασματική «νίκη» για να διασώσει το γόητρο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και από την άλλη να τον σταματήσει καθώς κάθε μέρα πολέμου που περνάει απειλεί άμεσα να βυθίσει τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό σε χειρότερη κρίση. Αυτή ήδη τείνει να παίρνει διαστάσεις.

Πανικός στα χρηματιστήρια

Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου μεταφράζεται σε άνοδο του πληθωρισμού που αργά ή γρήγορα μεταφράζεται σε άνοδο των επιτοκίων βάζοντας φρένο στις επενδύσεις, οξύνοντας την κρίση χρέους, προκαλώντας πανικό στα χρηματιστήρια και στις αγορές. Αυτοι οι παράγοντες αυξάνουν την πιθανότητα για κραχ και παγκόσμια ύφεση. Επιπλέον, η άνοδος της τιμής του δολαρίου που συνοδεύει τον πόλεμο, δημιουργεί νέα εμπόδια στους στόχους του Τραμπ για αύξηση των εξαγωγών των ΗΠΑ. Ενώ ο διαρκής πόλεμος και η ανακοίνωση για τεράστια αύξηση των στρατιωτικών δαπανών που ανακοίνωσε συνοδευόμενη από νέες περικοπές σε όλες τις υπόλοιπες δαπάνες ο Τραμπ, μπορεί να συμφέρει το εξοπλιστικό λόμπι αλλά λειτουργεί ανασταλτικά για όλη την υπόλοιπη οικονομία.  

Τα προβλήματα του Τραμπ αφορούν και τα στρατιωτικά μέσα, κυρίως τα ραντάρ που καταστράφηκαν και τα αντιπυραυλικά συστήματα που έχει χρησιμοποιήσει αφειδώς, καθώς η βιομηχανία όπλων δεν προλαβαίνει να καλύψει τα κενά παρά σε βάθος χρόνου. Εκεί λογοδοτεί η πίεση του Τραμπ στις χώρες του ΝΑΤΟ να μεταφέρουν τα δικά τους στη Μέση Ανατολή -εισπράττοντας γκρίνια από τη Νότιο Κορέα και άρνηση από την Πολωνία- για να ενισχύσουν με καθε τρόπο την πολεμική προσπάθεια.

Ο Τραμπ έχει αρχίσει να ξεμένει και από την βοήθεια των συμμάχων του. Τα καθεστώτα του Κόλπου αλλα και όσες χώρες της Ασίας επηρεάζονται άμεσα από το κλείσιμο των Στενών, αποφεύγουν προς το παρόν να εμπλακούν άμεσα και θέλουν τερματισμό της κατάστασης πολέμου. Οι σύμμαχοί του στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ αρνούνται να στηρίξουν την πολεμική προσπάθεια ενώ ακόμη και η Ιταλία και η Αυστρία, έκλεισαν ακολουθώντας την Ισπανία τον εναέριο χώρο ή τις βάσεις τους, για τα αμερικάνικα αεροπλάνα που συμμετέχουν στον πόλεμο. 

Όσον αφορά τους αντιπάλους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, τα αποτελέσματα είναι τραγελαφικά. Προκειμένου να συνεχιστεί η ροή πετρελαίου στον πλανήτη, οι ΗΠΑ ήραν τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο για ένα μήνα και ήδη Ινδία, Πακιστάν, Βιετνάμ και μια σειρά άλλες χώρες κλείνουν συμφωνίες με τον Πούτιν. Την ώρα που οι ΗΠΑ επιτίθονταν στο Ιράν, η Κίνα έκανε επίδειξη δύναμης με μεγάλη στρατιωτική «άσκηση» γύρω από την Ταϊβάν. 

Τέλος, εκεί που ο Τραμπ επιδίωκε «αλλαγή καθεστώτος» στο Ιράν, βρίσκεται ξαφνικα αντιμέτωπος με μια «αλλαγή καθεστώτος» στις ίδιες τις ΗΠΑ. 


Παράδοση αγώνων

Λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από τον οποίον οι ΗΠΑ αναδείχτηκαν η μεγαλύτερη υπερδύναμη του πλανήτη, με βασικό τους ανταγωνιστή τότε την ΕΣΣΔ, οργάνωσαν και πραγματοποίησαν μαζί με την παρακμάζουσα «βρετανική αυτοκρατορία» πραξικόπημα στο Ιράν με στόχο την «αλλαγή καθεστώτος». Τον Αύγουστο του 1953 ανέτρεψαν τον πρωθυπουργό της χώρας Μοσαντέκ και εγκατέστησαν μια δικτατορία με επικεφαλής τον Σάχη Ρεζά Παχλεβί για να αποτρέψουν την εθνικοποίηση των πετρελαίων που μέχρι τότε έλεγχε η BP. 

Οι εθνικοποιήσεις είχαν τη μαζική υποστήριξη της εργατικής τάξης με την κυρίαρχη ιρανική ελίτ -και μέσα στο κόμμα του Μοσαντέκ- να ταλαντεύεται για το αν θα έπρεπε να τα σπάσει με τον Σάχη και τους ισχυρούς πάτρονές του. Αρχικά το πραξικόπημα παραλίγο να καταλήξει σε φιάσκο με τον Σάχη να εγκαταλείπει πανικόβλητος τη χώρα. Αλλά όταν ο Μοσαντέκ ζήτησε την στήριξη του στρατού οι στρατηγοί τον συνέλαβαν. Ο Σάχης επέστρεψε και για τα επόμενα 25 χρόνια το βάρβαρο καταπιεστικό καθεστώς του έγινε το μεγαλύτερο στήριγμα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην περιοχή στο πλευρό του Ισραήλ.

Αυτό που δεν μπόρεσε να κάνει το κόμμα του Μοσαντέκ και αρνήθηκε να κάνει η ιρανική ελίτ, το έκαναν την επόμενη δεκαετία η εργατική τάξη, οι φοιτητές και τα καταπιεσμένα στρώματα. Η Ιρανική Επανάσταση το 1979 ήταν ένα συγκλονιστικό γεγονός που τάραξε συθέμελα τον πλανήτη. Τον χρόνο που προηγήθηκε εκατομμύρια εργάτες/ριες, φτωχοί και καταπιεσμένοι αναμετρήθηκαν με το πάνοπλο καθεστώς με μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες δημιουργώντας εργατικές επιτροπές. Και τον Φλεβάρη, με μια ένοπλη εξέγερση στην οποία σημαντικό ρόλο έπαιξαν αριστερές οργανώσεις, η επανάσταση πέτυχε να γκρεμίσει τον Σάχη και να διώξει τους ιμπεριαλιστές. 

 

Επανάσταση στο Ιράν το 1979. Φωτό: ΑΡ

 

Πολιτικό Ισλάμ

Η εργατική τάξη είχε παίξει καθοριστικό ρόλο αλλά οι πολιτικές αδυναμίες της Αριστεράς οδήγησαν την επαύριο της επανάστασης στην επικράτηση του ρεύματος του πολιτικού Ισλάμ με ηγέτη τον Χομεϊνί. Η αμφισβήτηση του καπιταλισμού δεν ήταν στις προθέσεις του Χομεϊνί που τσάκισε την Αριστερά και τις οργανώσεις της εργατικής τάξης. Αλλά τα πετρέλαια του Ιράν εθνικοποιήθηκαν και πέρασαν στον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού έχοντας στο τιμόνι το νέο καθεστώς. 

Το μήνυμα που έστειλε η επανάσταση ήταν μια ξεκάθαρη απειλή προς τους ιμπεριαλιστές και τα καθεστώτα που συνεργάζονταν μαζί τους ότι το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί σε όλη τη Μέση Ανατολή. Για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό η απώλεια του Ιράν ήταν μια τεράστια ήττα. Και γι’ αυτο προσπάθησε να το πάρει πίσω μέσα από ένα πολεμο δι’ αντιπροσώπου. Το 1980, το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Ιράν. Θεωρώντας ότι έχει αποδυναμωθεί από την αναταραχή, παριστάνοντας τον «προστάτη» των αραβικών πληθυσμών του Ιράν και βάζοντας σαν στόχο τον έλεγχο των πετρελαίων του Περσικού Κόλπου, ο Σαντάμ επεδίωκε να γίνει ο νέος «χωροφύλακας» του ιμπεριαλισμού στην περιοχή. 

Το ιρανικό καθεστώς μπόρεσε να κινητοποιήσει τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού ενάντια στην εισβολή που στα μάτια όλων ήταν μια προσπάθεια να επανέλθει ο μισητός Σάχης. Ο πόλεμος κράτησε οκτώ ολόκληρα χρόνια και είχε εκατέρωθεν ένα εκατομμύριο νεκρούς. Οι ΗΠΑ άδραξαν την ευκαιρία υποστηρίζοντας από ένα σημείο και πέρα ανοιχτά τον Σαντάμ. Παρά την τεράστια αρμάδα που κινητοποίησαν για να εξασφαλίσουν την «ελεύθερη ναυσιπλοΐα» στον Περσικό, παρά το ότι εξόπλισαν τον Σαντάμ και του εξασφάλισαν την εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας και της Αιγύπτου στον πόλεμο, δεν  πέτυχαν τον στόχο τους. Το τέλος του καταστροφικού πολέμου βρήκε τις γραμμές του μετώπου λίγο-πολύ εκεί που ήταν όταν ξεκίνησε – έχοντας όμως προσθέσει έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή.

Το 1990 ο Σαντάμ, με «τα μυαλά του να έχουν πάρει αέρα» και θέλοντας να ρεφάρει την οικονομική χασούρα του πολέμου, εισέβαλε στο Κουβέιτ προκαλώντας τις ΗΠΑ που μέχρι τότε τον στήριζαν. Η απάντησή τους, τον Γενάρη του 1991 (σε μια χρονιά που λίγους μήνες αργότερα θα ακολουθούσε η τελική κατάρρευση του κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ) ήταν η πρώτη αμερικανική εισβολή στο Ιράκ που διέταξε ο πρόεδρος Μπους ο πρεσβύτερος. Οι ΗΠΑ νίκησαν, αφήνοντας όμως τον αποδυναμωμένο Σαντάμ στην εξουσία και τον λαό του Ιράκ να υποφέρει από τις κυρώσεις που συνέχισε ο «δημοκρατικός» πρόεδρος Κλίντον. 

Δέκα χρόνια μετά, ο νέος «αμερικάνικος αιώνας», που οραματίζονταν ο Μπους ο νεότερος και τα «γεράκια» που βρέθηκαν στην ηγεσία των ΗΠΑ, έβαζε ως επόμενο στόχο την «αλλαγή καθεστώτος» στο Ιράν και τον «άξονα του κακού». Αλλά όταν, με αφορμή την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, αποφάσισαν να κάνουν το «όραμα» πράξη, επιτέθηκαν το 2001 στο Αφγανιστάν και το 2003 στο αποδυναμωμένο από τις κυρώσεις Ιράκ -θεωρώντας ότι το Ιράν είναι μεγάλο για τα δόντια τους.

Οι ΗΠΑ εξόντωσαν τον Σαντάμ αλλά αυτό που ακολούθησε ήταν μια πανωλεθρία για τις ίδιες. Η παρατεταμένη αντίσταση στην κατοχή οδήγησε στην αποχώρηση του αμερικανικού στρατού το 2011. Αντί για ένα καθεστώς που θα μπορούσε να παίξει το ρόλο προγεφυρώματος με στόχο το Ιράν, οι ΗΠΑ άφησαν πίσω τους το χάος και μια χώρα σε εμφύλιο. Το ISIS, το παρακλάδι της Αλ Κάιντα (που είχε αναλάβει την ευθύνη για τους Δίδυμους Πύργους) πήρε το πάνω χέρι και το «Ισλαμικό Κράτος» απλώθηκε στο Ιράκ και σε κομμάτι της Συρίας. 

Προκειμένου να διορθώσει την κατάσταση, ο πρόεδρος (από το 2009)  Ομπάμα στηρίχτηκε στις σιιτικές πολιτοφυλακές του Ιράκ που ελέγχονταν από το Ιράν, αναβαθμίζοντας έτσι τον ρόλο του τελευταίου στην περιοχή. Η συνεργασία με το Ιράν συνοδεύτηκε από μια συνολικότερη στροφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής προς τον Ειρηνικό με στόχο την Κίνα ενώ στη Μέση Ανατολή o Ομπάμα επιχείρησε να επαναφέρει τις ΗΠΑ μέσω της λεγόμενης «soft power» -δηλαδή της επιβολής κυριαρχίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού με οικονομικά/διπλωματικά μέσα -ντυμένος με το μανδύα του «φιλειρηνιστή». Στην πράξη αυτό μεταφράστηκε σε παρατεταμένες συνομλίες για «το πυρηνικό πρόγραμμα» του Ιράν προκειμένου να ικανοποιηθούν ανάμεσα σε άλλα και οι απαιτήσεις του Ισράηλ οδηγώντας τελικά σε συμφωνία ΗΠΑ/ΕΕ με το Ιράν το 2015. Ήταν μια υποχώρηση για τις ΗΠΑ και μια μικρή ανάσα για το Ιράν. 

Το 2018 ο Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από τη συμφωνία, κάτω από την πίεση του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, που βρισκόταν σε παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν, ενώ ταυτοχρονα ξεκίνησε να χτίζει τις γέφυρες ανάμεσα στα αραβικά καθεστώτα και το Ισραήλ σε αυτό που στη συνέχεια εξελίχθηκε στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Το 2019 η αλλαγή πλεύσης έφτασε στα πρόθυρα του πολέμου με τον Τραμπ να απειλεί το Ιράν κατηγορώντας το για μια επίθεση σε δύο τάνκερ στον Περσικό. Ο πόλεμος αναβλήθηκε αλλά οι κυρώσεις στο Ιράν επέστρεψαν πιο άγρια με τον Τραμπ να πιέζει την ΕΕ να ακολουθήσει. Το 2020 ο Τραμπ δολοφόνησε τον τότε νο2 της ιρανικής ηγεσίας Σουλεϊμανί στο Ιράκ.    

Το καθεστώς των κυρώσεων συνέχισε ο πρόεδρος Μπάιντεν παρότι αναλαμβάνοντας τη θητεία του ισχυριζόταν ότι θα επανεκκινήσει τις συνομιλίες με το Ιράν. Καθώς η παρατεταμένη σύγκρουση Ιράν-Σαουδικής Αραβίας οδηγούνταν σε τέλμα στην περιοχή μπήκε σφήνα η Κίνα: Τον Μάρτη του 2023 ανακοίνωσε ότι μεσολάβησε για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας για την αποκατάσταση των διπλωματικών τους σχέσεων. Θορυβημένη η κυβέρνηση Μπάιντεν επέσπευσε τις προσπάθειες για τις «Συμφωνίες του Αβραάμ» προαναγγέλλοντας αναγνώριση του Ισραήλ από τη Σαουδική Αραβία. Ένα μήνα μετά, αυτές οι προσπάθειες ναυάγησαν μετά την καμπή που σηματοδότησε η επίθεση της Παλαιστινιακής Αντίστασης στις 7/10/23 και ο γενοκτονικός πόλεμος που εξαπέλυσε το Ισραήλ σην Γάζα. 

Αδυνατώντας να τσακίσει την Παλαιστινιακή Αντίσταση το Ισράηλ δεν κλιμάκωσε μόνο τον γενοκτονικό πόλεμο στην Γάζα αλλλά επιχείρησε να μετατρέψει τη σύγκρουση σε περιφερειακή απλώνοντας τον πόλεμο σε μια σειρά γειτονικές χώρες -με χερσαίες επιθέσεις εναντίον του Λίβανου και της Συρίας- και κυρίως επιδιώκοντας τον πόλεμο με το Ιράν. 

Την 1η Απρίλη του 2024 βομβάρδισε την πρεσβεία του Ιράν στην Δαμασκό για να πάρει σαν απάντηση από το Ιράν μια (προειδοποιημένη) χαμηλής έντασης πυραυλική αντεπίθεση που απέκρουσαν αμερικανικά, γαλλικά και βρετανικά μαχητικά. Στις 31 Ιούλη του 2024 βομβάρδισε μέσα στην ίδια την Τεχεράνη και δολοφόνησε τον ηγέτη της Παλαιστινιακής Αντίστασης Χανίγια. Ο Μπάιντεν πανηγύρισε δημοσίως τη δολοφονία και την επίθεση στην Τεχεράνη. 

Ο Νετανιάχου είχε ήδη πετύχει να σύρει την κυβέρνηση Μπάιντεν, που αρχικά ήθελε μια σύντομη λήξη στην Γάζα, να υποστηρίξει κάθε του κλιμάκωση. Το Ιράν απάντησε σε αυτήν την επίθεση βομβαρδίζοντας το Ισραήλ τρεις μήνες αργότερα, τον Οκτώβρη του 2024 –και μόνο αφού μεσολάβησαν οι δολοφονίες με τα γουόκι τόκι, οι μαζικοί βομβαριδσμοί, η δολοφονία Νασράλα και τέλος η χερσαία επίθεση στον Λίβανο. 

Καθόλη τη διάρκεια του γενοκτονικού πολέμου στην Γάζα το ιρανικό καθεστώς κρατούσε χαμηλό προφίλ και υποβάθμιζε τις επιθέσεις που δεχόταν, ελπίζοντας σε συνέχιση των συνομιλιών για το πυρηνικό του πρόγραμμα με τον Τραμπ που υποσχόταν να «τελειώσει» με τους πολέμους στην Ουκρανία και την Γάζα. Με το που μπήκε στον Λευκό Οίκο το 2025 ο Τραμπ έδωσε νέο αέρα στα πανιά του Ισραήλ να σπάσει την δεύτερη κατάπαυση πυρος στην Γάζα ξεκινώντας τα περί «Ριβιέρας» ενώ την ίδια στιγμή προχωρούσε τις συνομιλίες με το Ιράν.

Λίγο πριν ξεκινήσει ο νέος γύρος διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-Ιράν τον Ιούνη του 2025, το Ισραήλ βομβάρδισε μαζικά την Τεχεράνη για να ακολουθήσουν εκατέρωθεν πυκνές πυραυλικές επιθέσεις. Οι ΗΠΑ επενέβησαν τις τρεις τελευταίες μέρες του «πολέμου των 12 ημερών» τον Ιούνη του 2025 βομβαρδίζοντας το Ιράν -με τον Τραμπ να πανηγυρίζει μια «μεγάλη νίκη»: ότι «κατέστρεψε τα πυρηνικά» του και ότι «πέτυχε εκεχειρία» μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, λήγοντας ο ίδιος τον σύντομο πόλεμο λίγες ώρες πριν ανοίξουν τα χρηματιστήρια που ήταν κλειστά το σαββατοκύριακο.