Ο φωτορεπόρτερ Γκάι Σμόλμαν βρέθηκε τις προηγούμενες εβδομάδες στον Λίβανο για την εφημερίδα Socialist Worker. Οι συνεντεύξεις που πήρε μας δίνουν μια εικόνα απο την Αντίσταση και την Αλληλεγγύη στον Λίβανο.
Η Νάμπι Τσιτ, μια μικρή πόλη στον ανατολικό Λίβανο που βρίσκεται στην εύφορη κοιλάδα της Μπεκάα, έχει μακρά ιστορία αντίστασης. Είναι η γενέτειρα του πρώην γενικού γραμματέα της Χεζμπολάχ, Αμπάς αλ-Μουσάουι -ο οποίος δολοφονήθηκε από τους Ισραηλινούς το 1992- και το μνημείο του μας υποδέχτηκε καθώς μπαίναμε από τον κεντρικό δρόμο.
Το Ισραήλ έχει στοχεύσει επανειλημμένα το χωριό, το οποίο φιλοξενούσε έναν ραδιοφωνικό σταθμό της Αντίστασης, τη «Φωνή των Καταπιεσμένων». Το 1998 στόχευσε τον σταθμό αλλά χτύπησε ένα σπίτι, σκοτώνοντας μια μητέρα και έξι από τα παιδιά της. Στα τέλη του περασμένου έτους, οι Ισραηλινοί το βομβάρδισαν ξανά, ισχυριζόμενοι αυτή τη φορά ότι χτύπησαν ένα εργοστάσιο όπλων της Αντίστασης.
Η πιο αιματηρή επιδρομή, όμως, ξεκίνησε στις 6 Μαρτίου. Ισραηλινοί κομάντος, πολλοί από τους οποίους μεταμφιεσμένοι σε Λιβανέζους στρατιώτες και νοσοκόμους της Χεζμπολάχ, εισέβαλαν στο χωριό με το πρόσχημα της αναζήτησης των λειψάνων του Ρον Αράντ. Ο Αράντ ήταν Ισραηλινός πιλότος που σκοτώθηκε στον πόλεμο του Ισραήλ εναντίον του Λιβάνου το 1982.

Νάμπι Τσιτ. Επισκευές του ηλεκτρικού δικτύου μετά την ισραηλινή επιδρομή.
Όταν φτάσαμε στην πλατεία της πόλης, μπουλντόζες γέμιζαν έναν τεράστιο κρατήρα, ενώ εργάτες επιδιόρθωναν τους σωλήνες αποχέτευσης που είχαν έρθει στην επιφάνεια. Έξι μέτρα πιο πάνω, ένας εργάτης ήταν απασχολημένος με την επανασύνδεση των ηλεκτροφόρων καλωδίων που είχαν καταστραφεί από την έκρηξη.
Η βόμβα ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να εκτοξεύσει αυτοκίνητα και φορτηγάκια στις στέγες των γειτονικών τριώροφων κτιρίων. Το χωριό υπέστη σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια της μάχης. Υπήρχαν τεράστιοι κρατήρες στο κέντρο του. Ήταν το φονικό επίκεντρο μιας θανατηφόρας επιδρομής.
Ένας από τους μηχανικούς μας είπε με υπερηφάνεια πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά προχωρούσαν οι εργασίες αποκατάστασης της πόλης μετά την καταστροφική επίθεση. Ο δήμαρχος Sayyed Hani el Moussawi μίλησε στο Socialist Worker για την επιδρομή και για το πώς το χωριό ξεσηκώθηκε για να αποκρούσει τους Ισραηλινούς:
«Στις 6 Μαρτίου, οι Ισραηλινοί εξέδωσαν ανακοίνωση, η Νάμπι Τσιτ και τα γειτονικά χωριά να εκκενωθούν μέχρι το μεσημέρι. Το πήραμε πολύ σοβαρά, καθώς γνωρίζουμε ότι όταν οι Ισραηλινοί επιτίθενται, δεν χαρίζονται σε κανέναν, ούτε σε γυναίκες, ούτε σε παιδιά. Αυτό το διάστημα, νηστεύαμε για τον ιερό μήνα του Ραμαζανιού. Εκείνο το απόγευμα, άρχισαν οι αεροπορικές επιδρομές, οι οποίες εντάθηκαν καθώς πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα. Οι βόμβες χτυπούσαν στην τύχη.
Μέχρι τις 8 το βράδυ, ισραηλινοί κομάντος άρχισαν να διεισδύουν από τα κοντινά σύνορα με τη Συρία, περίπου δύο χιλιόμετρα ανατολικά. Ακούσαμε φήμες ότι ο εχθρός σχεδίαζε να επιτεθεί στο χωριό και αρχίσαμε να λαμβάνουμε προφυλάξεις. Αργότερα ανακαλύψαμε ότι ο εχθρός χρησιμοποίησε τις αεροπορικές επιδρομές ως κάλυψη για μια επιδρομή στο νεκροταφείο, όπου πιστεύουν ότι είναι θαμμένα τα λείψανα του Ρον Αράντ. Ανακαλύψαμε ότι οι Ισραηλινοί είχαν διαπεράσει τον τοίχο του νεκροταφείου και είχαν αρχίσει να σκάβουν τάφους. Τα λείψανά του δεν βρίσκονται εδώ -δεν ήταν ποτέ εδώ. Δεν έχουμε ιδέα πού βρίσκονται.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι μαχητές της τοπικής αντίστασης είχαν βρει καταφύγιο για να προστατευθούν από τις αεροπορικές επιδρομές. Όταν όμως αποκαλύφθηκε ότι οι Ισραηλινοί βρίσκονταν στο χωριό, οι μαχητές εμφανίστηκαν και έδωσαν μια επική μάχη. Οι Ισραηλινοί υποχώρησαν βιαστικά υπό την κάλυψη νέων αεροπορικών επιδρομών. Περίπου 40 έως 50 αεροπορικές επιδρομές έπληξαν το χωριό και τους γύρω δρόμους. Οι ισραηλινοί έβαλαν με πυροβολικό, έριξαν βόμβες, χρησιμοποίησαν ελικόπτερα μάχης και ντρόουνς. Μόλις ξέσπασε η μάχη, τα χωριά της περιοχής εντάχθηκαν σε αυτήν, σε μια προσπάθεια να διώξουν τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τα ελικόπτερα μάχης.
Οι βομβαρδισμοί δεν είχαν συγκεκριμένο στόχο. Χτύπησαν τη Νάμπι Τσιτ αλλά και τα γύρω χωριά. Περίπου 26 άμαχοι σκοτώθηκαν στους βομβαρδισμούς. Ο αριθμός αυτός αυξάνεται σε 36 αν συμπεριλάβουμε τα γύρω χωριά. Ένας ηλικιωμένος άμαχος, ο Αμπού Αλί Χουσεΐν Σοκρ, και 11 μέλη της οικογένειάς του μαρτύρησαν σε μία από τις επιθέσεις. Δυστυχώς, το σπίτι της οικογένειας βρισκόταν κοντά στο νεκροταφείο και δέχτηκε άμεσο χτύπημα.
Η Δύση πρέπει να καταλάβει ότι η αντίσταση είναι δικαίωμά μας, όπως ήταν δικαίωμα των Γάλλων να αντισταθούν στη ναζιστική κατοχή ή των Βιετναμέζων να αντισταθούν στην αμερικανική κατοχή».
Αλληλοβοήθεια
Οι επιθέσεις του Ισραήλ έχουν εκτοπίσει πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους από τις αρχές Μαρτίου. Ωστόσο, οι βομβαρδισμοί και οι εισβολές αποτελούν σταθερό χαρακτηριστικό στην ιστορία του Λιβάνου. Και καθώς το λιβανέζικο κράτος εγκαταλείπει τους εκτοπισμένους η λαϊκή αντίσταση στο Λίβανο παίρνει τη μορφή αλληλοβοήθειας. Οργανώνονται τοπικά δίκτυα για τη στήριξη των προσφύγων. Ένα τέτοιο είναι η κοπερατίβα BAHH με κέντρο το Betram, έναν κοινόχρηστο κτίριο που διαμορφώθηκε πριν από λίγα χρόνια για να χρησιμοποιείται από ακτιβιστές, ομάδες, συλλογικότητες, πρωτοβουλίες.
«Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ένιωσα ότι είχαμε κάνει το μισό έργο για να ανταποκριθούμε πραγματικά στις ανάγκες του λαού μας. Η υποδομή ήταν ήδη έτοιμη» λέει ο Χασέμ Αντνάν, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και υπεύθυνος πολιτιστικών δραστηριοτήτων της κοπερατίβας. «Όταν η κατάσταση επιδεινώθηκε ξανά στις αρχές Μαρτίου, ήμασταν έτοιμοι να αντιδράσουμε άμεσα. Καλέσαμε τον κόσμο να προσφέρει τα είδη ανάγκης που χρειαζόμασταν και η ανταπόκριση ήταν άμεση. Είμαστε μια κοινωνία που έχει περάσει πολλά και οι άνθρωποι συνήθως αντιδρούν γρήγορα σε τέτοιες καταστάσεις. Ο χώρος πλημμύρισε από ρούχα, στρώματα, χειμερινά παλτά. Έκανε κρύο και πολλοί πρόσφυγες είχαν φύγει από τα σπίτια τους χωρίς καν να πάρουν ένα μπουφάν.
Πολλές νύχτες ο κόσμος έρχεται και μένει, περιμένοντας να τελειώσουν οι βομβαρδισμοί. Είναι σαν ένα προσωρινό καταφύγιο. Έρχονται να ξεκουραστούν, να βρουν πρόσβαση στο διαδίκτυο, να πλυθούν, να πιουν έναν καφέ και να πάρουν ό,τι χρειάζονται. Όλες οι συλλογικότητες έχουν κινητοποιηθεί. Περίπου 20 ή 30 άτομα, μερικές φορές και περισσότερα, δραστηριοποιούνται στη συλλογή, τη διανομή και την παράδοση των προσφορών. Υπάρχουν άνθρωποι που οργανώνουν εκστρατείες συγκέντρωσης χρημάτων. Κινητοποιήσαμε τα δίκτυά μας εκτός Λιβάνου για να καλύψουμε τις οικονομικές μας ανάγκες.
Διαδραματίζουμε δύο βασικούς ρόλους. Ο ένας αφορά την αλληλεγγύη. Επιμένουμε στην οικοδόμηση και την άσκηση της άνευ όρων αλληλεγγύης. Αυτό συνδέεται άμεσα με την ιδέα ότι ζούμε σε αυτή τη χώρα, έχουμε έναν κοινό εχθρό και ότι ήρθε η ώρα να σταθούμε ενωμένοι, ανεξάρτητα από τις πολιτικές ή ιδεολογικές διαφορές μας. Αυτό είναι κάτι σημαντικό σε ένα πλαίσιο όπου οι Ισραηλινοί εργάζονται ενεργά για να υποκινήσουν έναν εμφύλιο πόλεμο στο Λίβανο.
Ο δεύτερος ρόλος είναι να αισθάνονται όλοι ενεργοί πολίτες, όχι μόνο θύματα του πολέμου. Ο πραγματικός κυρίαρχος είναι ο πόλεμος. Είμαστε θύματα. Αλλά δεν είμαστε μόνο θύματα. Προσπαθούμε να διαμορφώσουμε ένα συγκεκριμένο είδος πολιτικής αφήγησης που να υπερβαίνει τον γεωπολιτικό αγώνα που διεξάγεται. Μια αφήγηση που να συνδέεται περισσότερο με εμάς, τον ταξικό μας αγώνα, τα απελευθερωτικά κινήματα, τον αντικαπιταλισμό».
Η οργάνωση Lebanese Inclusive & Active Development ιδρύθηκε το 2019, αμέσως μετά την οικονομική κατάρρευση του Λιβάνου. «Πρόκειται για μια ανθρωπιστική πρωτοβουλία της βάσης που ανταποκρίθηκε σε άμεσες ανάγκες: διανομή τροφίμων, διοργάνωση γευμάτων ιφτάρ για ορφανά παιδιά, υποστήριξη στην πρόσβαση σε φάρμακα και βοήθεια προς οικογένειες που έχασαν τις αποταμιεύσεις τους λόγω της κρίσης» λέει η Γκάντα. «Μετά την έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού, η ομάδα κινητοποιήθηκε για να ανταποκριθεί στις επείγουσες ανάγκες και αργότερα εγγράφηκε ως επίσημη ΜΚΟ.
Από τις 5 Μαρτίου, ως απάντηση στην τρέχουσα κλιμάκωση της έντασης, η οργάνωση έχει προσφέρει βοήθεια σε περίπου 14.000 άτομα που έχουν εκτοπιστεί βίαια σε ολόκληρο τον Λίβανο. Η βοήθεια περιελάμβανε κλινοσκεπάσματα, είδη καθαρισμού, είδη για βρέφη, προϊόντα εμμηνορροϊκής υγιεινής, ρούχα, φούρνους αερίου και υποστήριξη για το μαγείρεμα, βασική ιατρική υποστήριξη καθώς και περιορισμένη οικονομική ενίσχυση. Η παρούσα δράση βασίζεται σε προηγούμενες προσπάθειες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της κλιμάκωσης της βίας τον Οκτώβριο του 2024, όταν η οργάνωση στήριξε ένα μεγάλο σχολικό καταφύγιο που φιλοξενούσε περίπου 11.000 εκτοπισμένους».

