Ιστορία
Mισός αιώνας από την εξέγερση στο Σοβέτο

Ο 12χρονος Έκτορ Πίτερσον δολοφονημένος από την αστυνομία Photo: Sam Nzima /Archive

Το 1976, το ρατσιστικό καθεστώς του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική νόμιζε ότι βρισκόταν στο αποκορύφωμα του ελέγχου του πάνω στον μαύρο πληθυσμό. Ο “παραδοσιακός” ρατσισμός και ο αποκλεισμός των μαύρων από την πολιτική και την κοινωνική ζωή από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε οργανωμένο κρατικό μηχανισμό.

Στη δεκαετία του ‘60 ο μηχανισμός γιγαντώθηκε, μετατράπηκε σε οργανωμένους θεσμούς, δικαστήρια, ειδικές αστυνομίες, φυλακές και ένα τεράστιο νομικό οπλοστάσιο. Η Νότια Αφρική μετατρεπόταν σε ένα τεράστιο εργοστάσιο και ορυχείο με υπερκέρδη για τους ντόπιους καπιταλιστές αλλά και τις μεγάλες πολυεθνικές. Ένα εργοστάσιο στο οποίο τον ιδρώτα και το αίμα τον δίνουν μόνοι οι μαύροι και τα κέρδη τα αποκομίζουν μόνο οι λευκοί. Η εξέγερση των παιδιών και των εφήβων του Σοβέτο συνέτριψε τη ψευδαίσθηση ότι όσο ψηλώνουν οι τοίχοι των φυλακών, τόσο περισσότερο θα μεγάλωνε κι ο φόβος. Το καθεστώς του απαρτχάιντ έπνιξε την εξέγερση στο αίμα, αλλά δεν κατάφερε να βγει ποτέ από την αγωνία ότι θα έβρισκε μπροστά του έναν ακόμη πιο απρόβλεπτο και πιο εκρηκτικό ξεσηκωμό. Ο κύκλος που άνοιξε το Σοβέτο έκλεισε μόνο με την κατάρρευση του απαρτχάιντ στα χρόνια από το 1990 ως το 1994.

Το Σοβέτο ήταν μια εργατούπολη-παραγκούπολη στα περίχωρα του Γιοχάνεσμπουργκ. Πάνω από ένα εκατομμύριο μαύροι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες, εξαρτημένοι από την πιθανή δουλειά που θα έβρισκε κάποιο μέλος της οικογένειας στο Γιοχάνεσμπουργκ. Οχτώ στα δέκα σπίτια δεν είχαν ηλεκτρικό, ένα στα δύο δεν είχε τρεχούμενο νερό και πάνω από εννιά στα δέκα δεν είχε μπάνιο. Το 1976 η ανεργία στο Σοβέτο ήταν 54%. Όμως η αφορμή της εξέγερσης ήρθε με ένα θέμα “εκπαιδευτικό”. 

Μέσα στο πλαίσιο της στροφής προς το “Μεγάλο Απαρτχάιντ” που είχε ξεκινήσει επί πρωθυπουργίας του Χέντρικ Φερβούρτ (1958-1966) η κυβέρνηση αποφάσισε να μετατρέψει τα Αφρικάανς (την ολλανδική διάλεκτο των εποίκων) σε βασική γλώσσα του μαθήματος στα σχολεία. Ούτως ή άλλως η κυβέρνηση ξόδευε 17 φορές περισσότερα χρήματα για την εκπαίδευση ενός λευκού παιδιού σε σχέση με ενός μαύρου. Ο Φερβούρτ είχε πει πως για τους μαύρους: “Δεν υπάρχει θέση μέσα στην ευρωπαϊκή κοινότητα πέρα από το επίπεδο συγκεκριμένων μορφών δουλειάς. Ποιος ο λόγος να διδάξουμε μαθηματικά σε ένα μαύρο παιδί αφού δεν θα τα χρησιμοποιήσει στην πράξη;”. Υπήρχαν τάξεις στις οποίες συσσωρεύονταν 100 μαύρα παιδιά μαζί και πλέον το μάθημα θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα των καταπιεστών. Καθηγητές που πολλές φορές δεν ήξεραν καλά-καλά οι ίδιοι τη γλώσσα θα έπρεπε να διδάσκουν ιστορία και επιστήμες στα αφρικάανς.

Στο Σοβέτο σχηματίστηκε το Συμβούλιο Αντιπροσώπων των Μαθητών που πήρε την πρωτοβουλία για διαδήλωση στις 16 Ιούνη. Πρωί πρωί στις 7 είχαν ήδη μαζευτεί 15 χιλιάδες νέοι και νέες. Η κυβέρνηση είχε την εντύπωση ότι με ένα χέρι ξύλο και μερικές εκφοβιστικές σφαίρες, οι μαθητές θα επέστρεφαν και πάλι στη φτώχεια τους, ίσως και στα μαθήματά τους. Οι σφαίρες έπεσαν μαζί με πολλά δακρυγόνα, αλλά οι μαθητές αντί να διαλυθούν άρχισαν να αντιστέκονται και να οργανώνουν την αντεπίθεσή τους απέναντι στους μπάτσους. Οι δυνάμεις καταστολής άρχισαν να δολοφονούν, ενώ ταυτόχρονα η φλόγα της εξέγερσης περνούσε σε άλλα σημεία της χώρας. Την πρώτη μέρα υπολογίζεται ότι έπεσαν νεκροί 176 άνθρωποι, στην πλειονότητά τους παιδιά. Η πιο γνωστή φωτογραφία από το πρωί της 16 Ιούνη δείχνει τον 13χρονο Έκτορ Πίτερσον, νεκρό, να τον κουβαλάει ένας 18χρονος φίλος του και πιο πίσω την αδερφή του την Αντουανέτ να τρέχει απεγνωσμένη. Όταν τελικά η καταστολή επέβαλε την τάξη, μετά από μήνες, οι νεκροί είχαν ξεπεράσει τους 700. 

Η Ταμπίσα είχε συμμετάσχει ως 13χρονο κορίτσι τότε στην εξέγερση και είναι ακόμη σήμερα ενεργή πολιτικά: “Το πρωί της 16ης του Ιούνη ήμουν ένα 13χρονο παιδί. Το απόγευμα ήμουν ενήλικη. Μέσα σε ένα μήνα ήμουν ακτιβίστρια και συντρόφισσα. Ξεχυθήκαμε από το σχολείο με μια αίσθηση ξεσηκωμού. Δεν μπορώ να πω ότι ξέραμε τι ακριβώς γινόταν. Ήμασταν παιδιά που δεν βλέπαμε μέλλον στην κοινωνία όπου γεννηθήκαμε. Τα γεγονότα ήταν γιορταστικά. Βλέπω τις φωτογραφίες και σκέφτομαι ότι είχαμε τόση αυτοπεποίθηση.

Η μητέρα μου έπρεπε να πετάγεται στο δρόμο αν απέναντί της ερχόταν ένας λευκός άνθρωπος στο πεζοδρόμιο. Εμείς δεν θέλαμε να ζήσουμε τέτοια ζωή. Μέσα σε λίγα λεπτά η αστυνομία άρχισε να μας πυροβολεί. Είδα ανθρώπους να πεθαίνουν μπροστά μου. Τα γεγονότα μάς άλλαξαν όλους”.

Η στροφή προς το “μεγάλο απαρτχάιντ” της δεκαετίας του ‘60 είχε έρθει μέσα από τρεις παράλληλες διαδικασίες. Η πρώτη ήταν η μεγάλη εκβιομηχάνιση της Νότιας Αφρικής. Στα ορυχεία και τα εργοστάσια ένας μαύρος εργάτης αμειβόταν με το ένα τέταρτο του αντίστοιχου μισθού ενός λευκού. Για να συντηρηθεί αυτό το σύστημα δύο παράλληλων κόσμων μέσα στην ίδια χώρα, δομήθηκε ένα κράτος επικεντρωμένο στο διαχωρισμό και την καταπίεση των μαύρων. Ρατσιστικά τεστ, έλεγχος για το πού ζεις, πού περπατάς, ξύλο, φυλακή και δολοφονίες σε όσους αντιστέκονταν. Ο κόσμος που πήγαινε από το Σοβέτο ως το Γιοχάνεσμπουργκ για δουλειά κράταγε πάντα με τρόμο τα χαρτιά του για να μπορεί να αποδεικνύει σε όλα τα σημεία ελέγχου ότι έχει δικαίωμα να περπατάει προς εκείνη την κατεύθυνση. Ανοιχτά ή κρυφά, οι πολυεθνικές θησαύρισαν από αυτή τη βαρβαρότητα. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 όμως η διεθνής ύφεση και η αύξηση των τιμών του πετρελαίου έβαζε σε αμφισβήτηση αν θα μπορούσε να συνεχιστεί το ίδιο μοντέλο.

Ο δεύτερος λόγος ήταν ο φόβος της εξέγερσης που είχε κληρονομηθεί από την προηγούμενη μεγάλη στιγμή, το Σάρπβιλ το 1960. Η άγρια βία της αστυνομίας στις 21 Μάρτη του 1960 είχε προκαλέσει σχεδόν 100 νεκρούς. Οι διεθνείς σχέσεις της Νότιας Αφρικής δυσκόλεψαν για ένα διάστημα, λόγω των υποκριτικών πιέσεων ενάντια στο απαρτχάιντ. Αυτό που έγινε στην πραγματικότητα ήταν ότι αφενός κλιμακώθηκε η καταστολή σε βάρος των οργανώσεων των μαύρων και από την άλλη το απαρτχάιντ έγινε επίσημο. Το 1962 πέρασε ο νόμος που ταύτιζε οποιαδήποτε συνδικαλιστική δράση με σαμποτάζ ενάντια στο κράτος, το 1963 οι μπάτσοι πήραν πράσινο φως να εξαφανίζουν κόσμο για 90 μέρες. Αλλά το 1970 ήρθε η μεγάλη αλλαγή. Όλοι οι μαύροι σταμάτησαν να είναι πολίτες της Νότιας Αφρικής. Σχηματίστηκαν ψεύτικα “μαύρα κρατίδια” τα λεγόμενα Μπαντουστάν στα οποία αντιστοιχήθηκε κάθε μαύρος ή μαύρη, ακόμη και αν δεν είχε ποτέ πατήσει το πόδι του σε αυτήν την περιοχή. Για τη μετακίνησή του και τη δουλειά έξω από αυτές τις εξαθλιωμένες περιοχές, ο κάθε άνθρωπος έπρεπε να υπακούει στους νόμους ενός “ξένου” πλέον κράτους, της Νότιας Αφρικής. 

Αν όλα αυτά θυμίζουν τον τρόπο με τον οποίο το Ισραήλ αντιμετωπίζει τους Παλαιστίνιους, οι συμπτώσεις δεν είναι τυχαίες. Το 1976 μάλιστα, λίγο πριν από το Σοβέτο, ο τότε πρωθυπουργός της Νότιας Αφρικής, ο Τζον Φόρστερ, ναζί στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πόλεμου, επισκέφθηκε το Ισραήλ και οι σχέσεις μεταξύ των δύο ρατσιστικών εποικιστικών κρατών συσφίχθηκαν.

Η τρίτη διαδικασία ήταν οι εξεγέρσεις, οι επαναστάσεις και οι άλλες διαδικασίες που οδήγησαν στην ανεξαρτησία των περισσότερων κρατών της Αφρικής τις δεκαετίας του ‘60 και του ‘70. Στον μαύρο πληθυσμό της Νότιας Αφρικής φούντωνε η αδικία. Το καθεστώς του απαρτχάιντ έκανε το παν για να σταματήσει τη μαύρη ενδυνάμωση σε όλες τις χώρες. Στις αρχές του ‘76 η Νότια Αφρική εισέβαλε στη γειτονική Αγκόλα για να εμποδίσει το αριστερό αντάρτικο να πάρει την κυβέρνηση. Αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν γρήγορα. Η εικόνα των νοτιοαφρικανών εισβολέων να πέφτουν αιχμάλωτοι μαύρων ανταρτών έβαλε φωτιά στις καρδιές της νεολαίας.

Ήδη είχαν αρχίσει να σχηματίζονται καινούργιες οργανώσεις που αμφισβητούσαν την παραδοσιακή μαύρη πολιτική απέναντι στο νοτιοαφρικανικό κράτος. Αντί για μεσολάβηση και εκλογή καλύτερης ηγεσίας και εκπροσώπησης, στους φοιτητές και τους μαθητές είχαν φτιαχτεί δίκτυα που έψαχναν την απάντηση στη μαζική οργάνωση και τη σύγκρουση με το κράτος. Κάποιες από αυτές τις πρωτοβουλίες προσπάθησαν να στήσουν πιο σταθερές γέφυρες με την εργατική τάξη στη διάρκεια της εξέγερσης. Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη οργανώθηκαν δυο απεργίες αλληλεγγύης στις περιοχές που το κίνημα της νεολαίας ήταν πιο ισχυρό. Το νοτιοαφρικανικό κράτος προσπάθησε να αποκεφαλίσει τις ριζοσπαστικές πτέρυγες του κινήματος. Το 1977 δολοφόνησε τον Στιβ Μπίκο, τον ηγέτη του Κινήματος Μαύρης Συνείδησης. 

Το απαρτχάιντ βγήκε προσωρινά νικητής από τη σύγκρουση του ‘76-’77, αλλά είχε ήδη ανοίξει ο δρόμος για το οριστικό του τέλος. Τη δεκαετία του ‘80 οι απεργίες και τα μαχητικά συνδικάτα θα πάρουν τη σκυτάλη από τα χέρια της εξεγερμένης νεολαίας και θα στείλουν το ρατσιστικό καθεστώς στο μουσείο της ιστορίας.