Ιστορία
80 χρόνια μετά: Πώς φτάσαμε στον Εμφύλιo;

Τα κεφάλια του Βελουχιώτη και του Τζαβέλα κρεμασμένα στα Τρίκαλα

Τα ξημερώματα της 31 Μάρτη του 1946 μια ομάδα ανταρτών επιτέθηκε στον σταθμό της Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο Πιερίας και τον κατέστρεψε. Ήτανε μέρα εκλογών από τις οποίες απείχε το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, καταγγέλλοντας το όργιο τρομοκρατίας που είχε εξαπολύσει το κράτος κι οι δεξιές παρακρατικές συμμορίες που συντόνιζε. Αυτό το κύμα δεξιάς τρομοκρατίας είχε οδηγήσει ακόμα και 15 μέλη της κεντρώας κυβέρνησης Σοφούλη να παραιτηθούν διαδοχικά από τις 5 μέχρι 29 Μάρτη. 

Μερικά χρόνια αργότερα, ένας αντιστράτηγος, ο Θ. Πεντζόπουλος, θα έγραφε στα απομνημονεύματά του ότι η επίθεση στο Λιτόχωρο ήταν η «πανηγυρικωτέρα διακήρυξη του ΚΚΕ ότι αρχίζει την ένοπλον εξέγερσιν». Τώρα, ο  Άδωνις Γεωργιάδης άστραψε και βρόντηξε γιατί το ΚΚΕ «τόλμησε» να οργανώσει συγκέντρωση για να τιμήσει «την ανταρσία κατά της ελληνικής δημοκρατίας και την τρομοκρατική ενέργεια στο Λιτόχωρο». 

Βέβαια, καμιά άλλη ενέργεια δεν έγινε εκείνη την ημέρα των εκλογών της τρομοκρατίας και της νοθείας. Η επίθεση στο Λιτόχωρο δεν ήταν διακήρυξη έναρξης της «ανταρσίας». Ο εμφύλιος δεν «κηρύχτηκε». Κλιμακώθηκε από τα τέλη του 1946.  

Η «ανταρσία» ηττήθηκε το 1949 και έτσι η Ελλάδα βρέθηκε «στη σωστή πλευρά της ιστορίας» για να θυμηθούμε τη δήλωση του Μητσοτάκη το 2022. Στην ίδια πλευρά βρέθηκαν οι δωσίλογοι, οι ταγματασφαλήτες κι οι μαυραγορίτες της Κατοχής, που με τη «γερμανική στολή στη ναφθαλίνη» (εύστοχος τίτλος βιβλίου του ιστορικού Σ. Δορδανά) έγιναν ο κορμός του μετεμφυλιακού κράτους. 

Επανάσταση και αντεπανάσταση

Ο εμφύλιος ήταν η τελευταία πράξη του κύκλου της επανάστασης και της αντεπανάστασης που συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία στη δεκαετία του ’40. Οι κορυφαίες στιγμές της ταξικής πάλης στη δεκαετία του ’40 είχαν έρθει πιο νωρίς. Τέτοια ήταν η Γενική Απεργία του Μάρτη του 1943 που ακύρωσε την προσπάθεια των ναζί να επιβάλλουν την πολιτική επιστράτευση. Ήταν το αποκορύφωμα εργατικών αγώνων που είχαν ξεσπάσει από το 1942. Αυτή η νικηφόρα μάχη της οργανωμένης εργατικής τάξης καθόρισε τις πολιτικές εξελίξεις για τον επόμενο ενάμιση χρόνο μέχρι την απελευθέρωση. 

Η δεύτερη ήταν ο Δεκέμβρης του 1944. Η ηγεσία του ΚΚΕ που ηγεμόνευε στο κίνημα της Αντίστασης, ήθελε να ακολουθήσει το δρόμο της ταξικής συνεργασίας και της «εθνικής ενότητας» που ακολουθούσαν όλα τα Κομμουνιστικά Κόμματα εκείνη την εποχή του «μεγάλου αντιφασιστικού πολέμου». Υπέγραψε τη Συμφωνία του Λιβάνου τον Μάη του 1944 αποκηρύσσοντας και το κίνημα των φαντάρων και των ναυτών στη Μέση Ανατολή. Μπήκε  στη κυβέρνηση της «εθνικής ενώσεως» του Γ. Παπανδρέου και υπέγραψε τη Συμφωνία της Καζέρτας που έδενε χειροπόδαρα τον ΕΛΑΣ. Στην Απελευθέρωση οι υπουργοί της πήραν στους ώμους τους ακόμα και την εφαρμογή αντεργατικών μέτρων όπως της νομισματικής σταθεροποίησης. 

Το ξέσπασμα του «κόκκινου Δεκέμβρη» ήταν η προσωρινή απώλεια του ελέγχου αυτού του κινήματος. Μέσα από αυτή τη ρωγμή ξετυλίχτηκε μια μάχη που κράτησε 33 μέρες· η μοναδική περίπτωση στη δυτική Ευρώπη που το κίνημα της Αντίστασης συγκρούστηκε ένοπλα με τους Συμμάχους «απελευθερωτές». 

Ο ΕΛΑΣ έχασε τη μάχη της Αθήνας, και η συνέχεια ήταν η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας τον Φλεβάρη του 1945 με βάση την οποία παρέδωσε τον οπλισμό του και διαλύθηκε. Οι διατάξεις της έδωσαν την ευκαιρία στην αστική τάξη να ανασυγκροτήσει το κράτος της και να εξαπολύσει ένα όργιο διωγμών ενάντια στο κίνημα της Αντίστασης, που σωστά το ΕΑΜ χαρακτήρισε «μονόπλευρο εμφύλιο πόλεμο». Οι χιλιάδες κατατρεγμένοι αγωνιστές στην ύπαιθρο που ανέβηκαν στα βουνά για να γλυτώσουν θα γίνονταν ο πυρήνας του ΔΣΕ που ιδρύθηκε επίσημα τον Οκτώβρη του 1946. 

Για την ηγεσία του ΚΚΕ η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν ήταν απλά μια αναγνώριση της στρατιωτικής ήττας στην Αθήνα. Ήταν το σκαλοπάτι για να μπει ξανά στη ρότα της διεκδίκησης της συμμετοχής της σε μια κυβέρνηση με αστικά κόμματα. Ο Δεκέμβρης και η επέμβαση των ξένων διέκοψε την «ομαλή δημοκρατική εξέλιξη» εκτιμούσε η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ τον Ιούνη του 1945. Το ζήτημα ήταν να ξεκινήσει ξανά αυτή η ομαλότητα. 

Στο όνομα αυτής της «δημοκρατικής πανστρατιάς», η Βάρκιζα έπρεπε να τηρηθεί μέχρι κεραίας (και να αποκηρυχτεί ο Άρης Βελουχιώτης). Στην ίδια Ολομέλεια ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο γραμματέας του ΚΚΕ, ξιφουλκούσε ενάντια σε όσους: «δεν καταλαβαίνουν την υποχωρητικότητά μας. Όπως είχαν άδικο και εκείνοι που κατέκριναν την ‘υποχωρητικότητά μας’ όπως τη λένε στο Λίβανο. Γιατί και τότε όπως και ΤΩΡΑ εμείς αποβλέπουμε σε ένα σκοπό: στο να αυξήσουμε τις δυνάμεις της αντίστασης τότε, της Δημοκρατίας σήμερα». 

Η ηγεσία στήριζε αυτές τις ελπίδες της στη ζωτικότητα που έδειχνε το μαζικό κίνημα παρά τα χτυπήματα της τρομοκρατίας. Για παράδειγμα τον Σεπτέμβρη του 1945 το ΕΑΜ γιόρτασε τα 4 χρόνια από την ίδρυσή του με μια γιγάντια συγκέντρωση στο Παναθηναϊκό Στάδιο. 

Απεργιακό κίνημα

Τον Γενάρη του 1946 ξεσπά ένα απεργιακό κίνημα που όπως αναφέρει ο ιστορικός Α. Αυγουστίδης στο βιβλίο του για το συνδικαλιστικό κίνημα στη δεκαετία του 1940: «θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον Ιανουάριο του 1946 όλοι οι Έλληνες απέργησαν αλλά όχι ταυτόχρονα». Στα συνδικάτα σάρωνε ο ΕΡΓΑΣ, η συνδικαλιστική παράταξη της Αριστεράς. Στο 8ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ τον Μάρτη οι 1.100 από τους 1.436 συνέδρους ανήκανε σε αυτή την παράταξη. 

Η ηγεσία του ΚΚΕ αντιμετώπιζε ένα δίλημμα. Αποζητούσε ένα συμβιβασμό με έναν αντίπαλο που δεν είχε καμιά διάθεση για κάτι τέτοιο. Για να πετύχει αυτό το συμβιβασμό έπρεπε να αποδείχνει σε εχθρούς και φίλους ότι διατηρούσε τη μαζική της βάση και για να το κάνει αυτό έπρεπε να αποδείχνει σε αυτή τη βάση ότι μπορούσε να απαντάει σε είδος στα πλήγματα της απέναντι πλευράς. 

Έτσι ο Ζαχαριάδης έλεγε στη συγκέντρωση της Τούμπας τον Αύγουστο του ’45 ότι αν δεν προχωρήσει η «ομαλή εξέλιξη» τότε θα ξανακουστεί στα «βουνά και τα λαγκάδια» το «εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα…». Όταν η ακροδεξιά συμμορία του Μαγγανά –«ανθυπολοχαγός» των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Κατοχή- κατέλαβε την Καλαμάτα στις 20 Γενάρη του 1946 και δολοφόνησε 14 αγωνιστές, η ηγεσία του ΚΚΕ δεν μπορούσε να μείνει άπραγη. Άρχισε να συντονίζει και να εξοπλίζει τις ομάδες των αγωνιστών που ήταν στα βουνά. Η 2η Ολομέλεια της Κ.Ε του κόμματος τον Φλεβάρη, που ενέκρινε την αποχή τις εκλογές, τις υιοθέτησε αλλά στα πλαίσια της πίεσης για «ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις».  

Όμως κάθε τέτοια χειρονομία και κίνηση προκαλούσε ρίγη τρόμου στο αστικό στρατόπεδο. Ήταν αντιφατική η προσπάθεια της ηγεσίας να κρατήσει το κίνημα σε «λογικά πλαίσια» και ακόμα και τις ένοπλες απαντήσεις να τις βλέπει σαν «μέσο πίεσης». Γι’ αυτό η πολιτική του ΚΚΕ από το 1945 μέχρι το 1947 μοιάζει με τα μπερδεμένα βήματα ενός μεθυσμένου που παραπατάει πότε από εδώ και πότε από κει. Πρόκειται για μια «διολίσθηση προς τον Εμφύλιο» -όπως την είχε περιγράψει ο ιστορικός Φ. Ηλιού- που την πρωτοβουλία των κινήσεων την είχε πάντα η αντίπαλη πλευρά. 

Τον Νοέμβρη του 1945 το ΚΚΕ έδωσε «ανοχή» στην κυβέρνηση Σοφούλη και τον Μάρτη του 1946 απείχε από τις εκλογές, όχι για να δώσει το σήμα έναρξης της «ανταρσίας» αλλά για να τραβήξει το «δημοκρατικό κέντρο». Τον Οκτώβρη του 1946 ανακοινώνεται η ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού αλλά λίγες μέρες πριν είχε συμμετάσχει στο νόθο δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά Γεώργιου Β’. 

Τον Φλεβάρη του 1947 το ΠΓ της ΚΕ αποφασίζει ότι θα ρίξει το βάρος στον ένοπλο αγώνα, και τον Ιούνη ένα μέλος του, ο Μ. Πορφυρογένης, θα δηλώσει στο συνέδριο του Γαλλικού ΚΚ στο Στρασβούργο ότι ο αγώνας του ΔΣΕ «αποκρυσταλλώνεται προς τη δημιουργία μιας λεύτερης Ελλάδας με δικιά της κυβέρνηση και κρατική υπόσταση». Αλλά ο Κ. Καραγιώργης επισήμαινε στο Ριζοσπάστη ότι: «Τόσο στο Στρασβούργο όσο και δω υπάρχει ένα χέρι προτεταμένο ειλικρινώς για συμφιλίωση, για κατευνασμό, για συμβιβασμό». 

Η αντίληψη ότι το κίνημα είναι μια μηχανή που ανάβει και σβήνει με το πάτημα ενός κουμπιού είναι το σήμα κατατεθέν όλων των ρεφορμιστικών και γραφειοκρατικών ηγεσιών. Το ΚΚΕ κυριαρχούσε στα συνδικάτα αλλά επέμενε ότι οι απεργίες έπρεπε να γίνονται με το σταγονόμετρο. Τον Ιούλη του 1946 η κυβέρνηση πέρασε από τη Βουλή το περιβόητο Γ’ Ψήφισμα «Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την δημοσίαν τάξιν και την ακεραιότητα του κράτους» που φίμωσε τα συνδικάτα και με βάση τις διατάξεις του ξεκίνησαν οι πρώτες εκτελέσεις από έκτακτα στρατοδικεία. Η απάντηση της ηγεσίας ήταν μια αναιμική 24ωρη απεργία. 

Με αυτό το τρόπο, όμως, το κίνημα του 1945-46 εξαντλήθηκε και έχασε τη δυναμική του. Σε αντίθεση με την Αντίσταση όπου το αντάρτικο φούντωσε όταν η εργατική τάξη είχε μπει ορμητικά στο προσκήνιο, ο ΔΣΕ γνώρισε την ανάπτυξή του όταν η δυναμική της εργατικής τάξης είχε καμφθεί. Ήταν ο επίλογος μιας νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε.