Τριάντα χρόνια έκλεισαν στις 23 Ιουνίου από το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Τα αφιερώματα, αν και λιγότερα από τις προηγούμενες «επετείους», έδωσαν μια ευκαιρία στον Ανδρουλάκη να δανειστεί το σημερινό ΠΑΣΟΚ λίγη αίγλη από τον ιστορικό του ηγέτη: «Ο Ανδρέας είναι παρών, όχι ως ανάμνηση αλλά ως η μνήμη του μέλλοντος. Ένα σημείο αναφοράς. Ανεπανάληπτος ηγέτης της αλλαγής» που «έδωσε ξανά νόημα σε δύο σημαντικές λέξεις: το Πατριωτικό και το Προοδευτικό».
Βέβαια, ο Ανδρουλάκης φρόντισε ο τονισμός να πέσει περισσότερο στο «Πατριωτικό»: ο Ανδρέας Παπανδρέου, είπε, «δεν θα ανεχόταν την πολιτική της Τουρκίας» αλλά «θα πήγαινε στο ευρωπαϊκό συμβούλιο και θα χτυπούσε το χέρι στο τραπέζι για να εκδοθεί καταδικαστικό ψήφισμα για την κυβέρνηση Ερντογάν από όλη την Ευρώπη».
Παρόλα αυτά, κάτω από την πίεση του κόσμου που αναζητά αριστερές εναλλακτικές απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, η επίκληση του ονόματος του Ανδρέα μοιάζει βολική για τη σημερινή ηγεσία του ΠΑΣΟΚ προκειμένου να δείξει κάποια ελάχιστα έστω ψήγματα «αριστεροσύνης». Και μέχρι ενός σημείου, το ίδιο προσπαθεί να αξιοποιήσει και ο Αλέξης Τσίπρας υιοθετώντας λεκτικά κατά διαστήματα πτυχές του «προοδευτικού στίγματος» που άφησε ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Τέτοια «επικοινωνιακά τεχνάσματα» δεν μπορούν να κρύψουν το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ της Μεταπολίτευσης και την αλματώδη δεξιά μετατόπιση των ηγεσιών της κοινοβουλευτικής αριστεράς. Αλλά πόση αλήθεια υπάρχει στη φιλολογία για το «παλιό καλό ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα»;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αυτός που το 1981 «έδωσε φωνή» στους (όπως τους αποκαλούσε ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ) «μη-προνομιούχους» δεν ήταν ο Ανδρέας. Ήταν η μεγάλη έφοδος του κόσμου από τα κάτω, μια έφοδος που άρχισε με την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973, οδήγησε στην κατάρρευση της χούντας και στη συνέχεια στο ρωμαλέο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα της Μεταπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ ιδρύθηκε και μεγάλωσε πατώντας πάνω σε αυτό το κύμα αγώνων και ριζοσπαστικοποίησης προβάλλοντας ότι είναι το ίδιο «κίνημα» και μάλιστα αντιπροσωπεύει μια Αριστερά που βρίσκεται πέρα από τη σοσιαλδημοκρατία και τον σταλινισμό. Όπως δήλωνε ο Aνδρέας το 1976: «Απορρίπτουμε το μοντέλο της σοσιαλδημοκρατίας, γιατί ωραιοποιεί τον καπιταλισμό. Απορρίπτουμε το μοντέλο του υπαρκτού σοσιαλισμού ο οποίος, στη διαμόρφωση μιας γιγάντιας κρατικής συσσώρευσης, βραχυκύκλωσε τη δημοκρατία».
Οι μεταρρυθμίσεις της πρώτης διετίας της κυβερνητικής θητείας του ΠΑΣΟΚ μετά τη θριαμβευτική εκλογική του νίκη το 1981 –ανάμεσα σε άλλα η αύξηση των μισθών, η καθιέρωση της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής των μισθών, η δωρεάν μετακίνηση στις συγκοινωνίες το πρωί, η δημιουργία του ΕΣΥ, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η αποποινικοποίηση της μοιχείας, το δικαίωμα ψήφου από τα 18 χρόνια, η νομική εξίσωση των γυναικών με τους άντρες– ήταν το τίμημα που αναγκάστηκε να πληρώσει η άρχουσα τάξη σε αυτό το «κοινωνικό συμβόλαιο» που πρότεινε ο Ανδρέας σαν εναλλακτική λύση απέναντι στην κατάρρευση της Δεξιάς και την άνοδο της Αριστεράς.
Αυτό ήταν το τίμημα ενός συμβιβασμού, που «μεσομακροπρόθεσμα» (μια λέξη που χαρακτήριζε την πλούσια εσωκομματική αργκό στο ΠΑΣΟΚ) ωφέλησε τους καπιταλιστές και όχι την εργατική τάξη και τους «μη προνομιούχους». Αλλά η μετατόπιση του ΠΑΣΟΚ προς τα δεξιά ξεκίνησε πολύ γρήγορα, το 1983, όταν προσπάθησε με νόμο να περιορίσει τις απεργίες. Κορυφώθηκε μετά τις εκλογές του 1985 όταν νέος υπουργός Εθνικής Οικονομίας τοποθετήθηκε ο Σημίτης που ξεκίνησε τον περιορισμό της ΑΤΑ, την αύξηση των τιμολογίων των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας, την αύξηση κατά 50% της τιμής των εισιτηρίων στα μέσα μεταφοράς, τη δραστική μείωση των κοινωνικών δαπανών.
Απεργίες και διαδηλώσεις
Δεκάδες σωματεία και ομοσπονδίες οργάνωσαν απεργίες και μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στα νέα μέτρα. Στη ΓΣΕΕ, η παράταξη του ΠΑΣΟΚ, η ΠΑΣΚΕ, διασπάστηκε με ένα μικρό της κομμάτι να στηρίζει την κυβέρνηση και το άλλο να συμμαχεί με το ΚΚΕ και το ΚΚΕεσ. –μέχρι που το κύμα της εργατικής αντίστασης πέτυχε να αναγκάσει το 1987 τον Σημίτη σε παραίτηση και να μπλοκάρει για ένα σύντομο διάστημα τη λιτότητα.
Όλη εκείνη η επίθεση είχε την εποπτεία και την σφραγίδα του Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1989, το ΠΑΣΟΚ μπλεγμένο στα σκάνδαλα μέσα από τη σχέση που ανέπτυξε το ίδιο διάστημα με τα λεγόμενα «νέα τζάκια» της ελληνικής οικονομίας (που τότε ακούγανε στο όνομα Κοσκωτάς, μετά Σάλλας, Κόκκαλης κλπ) έχασε τις εκλογές, με τον κόσμο απογοητευμένο από την πορεία της «αλλαγής». Δυστυχώς η ρεφορμιστική πολιτική των δύο ΚΚΕ στέρησε από τον κόσμο μια αριστερή διέξοδο: αφού ενώθηκαν στον ενιαίο Συνασπισμό συμμάχησαν με …τη Νέα Δημοκρατία. Κερδισμένος βγήκε ο πατέρας Μητσοτάκης που εκλέχθηκε πρωθυπουργός, αλλά για λίγο.
Το 1993 ο Ανδρέας μπόρεσε να ξαναγίνει πρωθυπουργός πατώντας πάνω στο νέο μεγάλο κύμα εργατικών αγώνων που συγκλόνισε την Ελλάδα το διάστημα 1990-93. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος συντηρούσε τη λογική «αφήστε τη δεξιά να πέσει σαν ώριμο φρούτο» και πρόσφερε μπόλικη «εθνική ενότητα» στην εθνικιστική εκστρατεία της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας για το Μακεδονικό, οι αγώνες της εργατικής τάξης ενάντια στο σκληρό νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της ΝΔ, με αποκορύφωση την απεργία στα λεωφορεία της ΕΑΣ, γκρέμισαν τον Μητσοτάκη. Αυτή τη φορά το τίμημα που είχε να πληρώσει ή άρχουσα τάξη ήταν η επανακρατικοποίηση των λεωφορείων.
Όμως ο Ανδρέας για ακόμη μια φορά είχε ανάψει αριστερό φλας για να στρίψει δεξιά. Η πολιτική λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων που εφαρμόστηκε από τις κυβερνήσεις Σημίτη από το 1996 και μετά δεν ήταν ανατροπή της πολιτικής Παπανδρέου αλλά η συνέχισή της. Η βάση για τον σημιτικό «εκσυγχρονισμό» είχε τεθεί στην πραγματικότητα ήδη από όταν το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου ψήφιζε μαζί με τη ΝΔ τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
Ο ίδιος ο Aνδρέας Παπανδρέου ήταν αυτός που έκανε όλες τις μεγάλες στροφές: Aπό «μαύρο πρόβατο» των HΠA το 1981 σε «ντάρλινγκ» της αμερικάνικης πολιτικής το 1994. Από το «EOK και NATO το ίδιο συνδικάτο» στην ψήφιση της συνθήκης του Mάαστριχτ μαζί με την NΔ το 1992. Aπό το «Tσοβόλα δώστα όλα» στην αποπομπή του Δημήτρη Tσοβόλα στην δεκαετία του '90.
Οι νοσταλγοί του Aνδρέα Παπανδρέου μπορεί εκ των υστέρων να επικαλούνται πλήθος δικαιολογίες για τους συσχετισμούς δυνάμεων που είχαν αλλάξει στο μεταξύ, για την κατάρρευση της EΣΣΔ που είχε αφήσει τις HΠA μοναδική υπερδύναμη και πολλά άλλα. Όμως τίποτα δεν μπορεί να ξαναγράψει την ιστορία και να σβήσει το γεγονός ότι ο ίδιος ο ιδρυτής του ΠAΣOK το έφερε στο σημείο όπου με την ηγεσία Σημίτη έγινε ένα κόμμα πανομοιότυπο με την πιο δεξιά ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και θαυμαστή των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ, ένα κόμμα που έφτασε να θεωρεί τους δεσμούς του με τα συνδικάτα σαν βαρίδι και να παίρνει οργανωτικά μέτρα για να μειώσει το ρόλο των συνδικαλιστών στο εσωτερικό του.
Υπάρχει, λοιπόν, πραγματικά μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο ΠAΣOK του 1974 και στο ΠAΣOK του 2026, όμως όσοι σκέφτονται ότι το ΠAΣOK του Aνδρέα ήταν σοσιαλιστικό, αλλά χάλασε στον καιρό του Σημίτη –και αποχάλασε με τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Ανδρουλάκη– χάνουν από τα μάτια τους την ιστορική συνέχεια και τον αντιφατικό χαρακτήρα που είχε σαν κόμμα από την αρχή.
Σε αντίθεση με τις αναλύσεις που το ταύτιζαν με τη ΝΔ σαν ένα ακόμα αστικό κόμμα ή το χαρακτήριζαν «μικροαστικό», το ΠΑΣΟΚ ήταν σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό του Λένιν ένα ρεφορμιστικό κόμμα σοσιαλδημοκρατικής απόχρωσης, ένα κόμμα «αστικό-εργατικό». Κόμμα, δηλαδή, που συσπείρωνε στους κόλπους του τα μεγαλύτερα και τα πιο συνδικαλισμένα κομμάτια της εργατικής τάξης, αλλά που η ηγεσία του και το πρόγραμμά του συνδεόταν κι εξυπηρετούσε αστικά συμφέροντα. Εκτινάχτηκε τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 πετυχαίνοντας να ριζώσει μέσα στα εργατικά συνδικάτα και στις εργατογειτονιές, αλλά με συνέπεια όλα αυτά τα χρόνια ακολούθησε αστική πολιτική.
Το μεγάλο ατού στην πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν ότι μπορούσε πατώντας πάνω στην οργανωμένη σχέση του ΠΑΣΟΚ με την εργατική τάξη να διοχετεύει τη μαχητικότητα και τη ριζοσπαστικότητά της σε πιο ήσυχα νερά δίνοντας οράματα και μικρά ανταλλάγματα. Αλλά ταυτόχρονα αυτή ήταν και η μεγάλη του αδυναμία που οδηγούσε σε συχνές άγριες ανταρσίες της βάσης του: το 1985-87, το 1991-93, το 2001 με τον Γιαννίτση, το 2010-11 με τα μνημόνια. Αυτή η διαλεκτική αντίφαση που ακολούθησε τον Ανδρέα Παπανδρέου αρχικά, και το ΠΑΣΟΚ σε όλη την ιστορική του πορεία μισού αιώνα, καθόρισε και την κατάληξή του. Είναι, σε συμπυκνωμένο χρόνο, η ίδια πορεία που καθόρισε και την εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα. Η πορεία της ηγεσίας κάθε ρεφορμιστικού κόμματος που στρέφεται δεξιά, ενώ ο κόσμος παλεύει και κοιτάει αριστερά.
Σήμερα οι αγώνες μας δεν χρειάζονται νοσταλγία για «χαρισματικούς» ηγέτες του τύπου του Ανδρέα Παπανδρέου. Χρειάζονται δυνατή επαναστατική Αριστερά με πρωτοβουλίες που να τραβάνε τον κόσμο που παλεύει σε κοινή δράση και μέσα εκεί να ανοίγουν την προοπτική για τη στρατηγική της ανατροπής του καπιταλισμού και όχι για κυβερνητικά προγράμματα διαχείρισής του.

