Στα μέσα του 19ου αιώνα η Βρετανική Αυτοκρατορία ήταν στην ακμή της και το «πετράδι του στέμματος» ήταν η Ινδία. Το σύμβολο της ισχύος της, το ατμόπλοιο, χρειαζόταν εκατοντάδες τόνους άνθρακα για να κάνει το ταξίδι. Χρειαζόταν σταθμούς ανεφοδιασμού. Το 1839 οι Βρετανοί αποικιοκράτες εξασφάλισαν μια τέτοια βάση στην άσημη μέχρι τότε παραλιακή κωμόπολη του Άντεν, στα νότια παράλια της Υεμένης. Τα επόμενα χρόνια η Βρετανία επέκτεινε τον έλεγχό της σε ολόκληρη τη νότια Υεμένη.
Το Άντεν έγινε κρίσιμος κόμβος για τη Βρετανική Αυτοκρατορία και οικονομικά και στρατιωτικά. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ήταν το δεύτερο πιο πολυσύχναστο λιμάνι ανεφοδιασμού πλοίων στον κόσμο. Το πετρέλαιο είχε αντικαταστήσει τον άνθρακα· στο Άντεν «έδεναν» τα τάνκερ που το μετέφεραν από τον Περσικό Κόλπο και στις αρχές της δεκαετίας η BP κατασκεύασε ένα μεγάλο διυλιστήριο (η αφορμή ήταν η εθνικοποίηση του διυλιστηρίου στο Αμπαντάν από την κυβέρνηση του Μοσαντέκ στο Ιράν). Το διυλιστήριο χτίστηκε σε 21 μήνες. Το έστησαν 10.000 Άραβες και Ινδοί εργάτες, κάτω από τις εντολές 2.500 Ευρωπαίων και Αμερικανών τεχνικών.
Η εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Νάσερ της Αιγύπτου και η ταπεινωτική ήττα του γαλλικού και βρετανικού ιμπεριαλισμού -με τη συνεργασία του Ισραήλ- τον Οκτώβρη του 1956 σήμαινε ότι το Άντεν έγινε το τελευταίο προπύργιο της Βρετανίας στην περιοχή. Η τεράστια βρετανική βάση εξασφάλιζε τις επικοινωνίες με το Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη (και τις βάσεις στην Κύπρο). Όπως δήλωσε ένας Βρετανός κυβερνήτης, ο έλεγχος της «Νότιας Αραβίας», όπως ονόμαζαν τον νότο της Υεμένης, εξασφάλιζε ότι η Βρετανία θα συνέχιζε να είναι «Μεγάλη».
Αυτές οι αυταπάτες μεγαλείου άρχισαν να δέχονται απανωτά χαστούκια απ’ τους «καθυστερημένους» Υεμενίτες. Στη δεκαετία του 1950 οι Βρετανοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα ισχυρό εργατικό κίνημα, με επικεφαλής τη Συνομοσπονδία Συνδικάτων του Άντεν (ATUC) και το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα που ίδρυσε η ηγεσία της. Η ATUC ιδρύθηκε στον απόηχο ενός μεγάλου απεργιακού κύματος τον Μάρτη και τον Απρίλη του 1956, που ξεκίνησε από τους λιμενεργάτες, απλώθηκε στις οικοδομές και έκλεισε το διυλιστήριο.
Οι Βρετανοί επέβαλαν μια δρακόντεια νομοθεσία το 1960 για να πνίξουν τις απεργίες και να φιμώσουν τα συνδικάτα που είχαν γίνει η φωνή της πάλης ενάντια στην αποικιοκρατία. Είχαν κάποιες επιτυχίες στον πρώτο στόχο, αλλά απέτυχαν στον δεύτερο. Τον Ιούλη του 1962 μια Γενική Απεργία «έκλεισε» το Άντεν όταν οι Βρετανοί έστηναν την «Ομοσπονδία της Νότιας Αραβίας»· ο τρόπος των Βρετανών να δέσουν το ανυπότακτο Άντεν με τους σουλτάνους της ενδοχώρας και να κρατήσουν τη βάση τους. Τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς μια ακόμα Γενική Απεργία κατέληξε σε συγκρούσεις με 3 διαδηλωτές απεργούς δολοφονημένους από τις βρετανικές δυνάμεις ασφαλείας. Τον Νοέμβρη οι Βρετανοί συνέλαβαν τον γενικό γραμματέα της ATUC, Αμπντουλλάχ αλ-Άσναγκ, και τον έσυραν σε δίκη για «στάση». Εννιά συνδικαλιστές που έκαναν απεργία πείνας στη φυλακή τιμωρήθηκαν με δώδεκα βουρδουλιές ο καθένας.
Αντάρτικο
Εκείνος ο Σεπτέμβρης ήταν αποφασιστικός για τη συνέχεια. Στο τέλος του μήνα ένα επαναστατικό κίνημα αξιωματικών του στρατού της Βόρειας Υεμένης ανέτρεψε το φεουδαρχικό καθεστώς των Ιμάμηδων και ανακήρυξε την Αραβική Δημοκρατία της Υεμένης, με έμπνευση -και στη συνέχεια στήριξη- από την Αίγυπτο του Νάσερ. Αυτή η εξέλιξη έδωσε νέα ώθηση στο κίνημα στον Νότο. Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (NLF) ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1963 και τον Οκτώβρη ξεκίνησε το αντάρτικο.
Πλέον οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν εξέγερση στα βουνά του Ράντφαν. Για άλλη μια φορά, όπως είχαν κάνει στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, εξαπέλυσαν τη βρετανική αεροπορία για να τσακίσουν τους εξεγερμένους, αυτή τη φορά το NLF.
Μέσα στον Μάη και τον Ιούνη του 1964, τα βρετανικά τετρακινητήρια βομβαρδιστικά έριξαν 3.505 βόμβες των 9 κιλών και 14 βόμβες των 450 κιλών. Έριξαν επίσης γύρω στις 20.000 οβίδες από τα πυροβόλα τους. Την ίδια ώρα, τα μαχητικά Hunter εκτόξευσαν 2.508 ρουκέτες και σχεδόν 200.000 οβίδες. Η εξέγερση στο Ράντφαν συντρίφτηκε.
Στο μεταξύ, πέρα από τα σύνορα, στην Αραβική Δημοκρατία της Υεμένης, οι Βρετανοί, οι Σαουδάραβες και οι Ισραηλινοί στήριζαν μια εξέγερση του έκπτωτου Ιμάμη αλ-Μπαντρ και των σεΐχηδων που τον στήριζαν ενάντια στην κοσμική εθνικιστική κυβέρνηση. Βρετανοί μισθοφόροι, πρώην κομάντος της SAS, εκπαίδευαν τους βασιλόφρονες, χειρίζονταν τους ασυρμάτους τους και καμιά φορά πολεμούσαν στο πλευρό τους. Οι Ισραηλινοί τους παρείχαν όπλα. Οι Σαουδάραβες πλήρωναν τον λογαριασμό.
Αντίσταση
Τον Οκτώβρη του 1964 ανέλαβε η κυβέρνηση των Εργατικών και βρέθηκε να πολεμά το NLF σε δύο μέτωπα. Αντάρτικο πόλεων είχε ξεσπάσει στο λιμάνι του Άντεν. Το κίνημα αντίστασης απλωνόταν στο μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης χώρας. Οι Βρετανοί απάντησαν με άγρια καταστολή στους δρόμους του Άντεν. Έστησαν ακόμα και ένα κέντρο ανακρίσεων με το χαριτωμένο όνομα «το εργοστάσιο των νυχιών». Τα βασανιστήρια, οι ξυλοδαρμοί και οι εκτελέσεις χωρίς δίκη ήταν ρουτίνα. Μάλιστα, οι ανώτεροι χρειάστηκε να προειδοποιήσουν το Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών ότι οι μέθοδοί του ήταν υπερβολικά βάναυσες. Φοβούνταν ότι θα έφερναν την κυβέρνηση των Εργατικών σε δύσκολη θέση διεθνώς.
Η δύσκολη θέση έγινε ακόμα δυσκολότερη τον Ιούνη του 1967. Αυτή η χρονολογία έχει μείνει γνωστή από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, όταν το Ισραήλ επιτέθηκε και κατατρόπωσε τους αραβικούς στρατούς. Όμως, τον ίδιο μήνα, το NLF σημείωσε μια εντυπωσιακή επιτυχία. Στις 20 Ιούνη στασίασαν οι Άραβες αστυνομικοί και στρατιώτες της Ομοσπονδίας. Μέσα σε μία μέρα σκοτώθηκαν 22 Βρετανοί στρατιώτες. Το NLF έθεσε κάτω από τον έλεγχό του τον Κρέιτερ (Κρατήρα), την Παλιά Πόλη του Άντεν, που οι Βρετανοί την είχαν ονομάσει έτσι επειδή ήταν χτισμένη κυριολεκτικά στον κρατήρα ενός σβησμένου ηφαιστείου. Εκεί ζούσαν και χιλιάδες μετανάστες εργάτες από τη Βόρεια Υεμένη και αλλού.
Οι Βρετανοί έχασαν ακόμα και ελικόπτερα στην προσπάθειά τους να ξαναπάρουν τον έλεγχο της περιοχής. Τα κατάφεραν επιφανειακά, με τις πιο βάρβαρες μεθόδους. Χρειάστηκε να φτάσει το 1981 για να βγουν στο φως στον βρετανικό Τύπο. Στις 3 Ιούλη 1967 μπήκε στον Κρέιτερ ένα επίλεκτο σκωτσέζικο σύνταγμα, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Κόλιν Μίτσελ, τον επονομαζόμενο «Τρελό Μιτς». Χρόνια αργότερα, με αφορμή εγκλήματα που διέπραξαν στη Β. Ιρλανδία, βετεράνοι του συντάγματος παραδέχτηκαν ότι είχαν δει θηριωδίες ή είχαν πάρει μέρος σε αυτές. Σκότωναν τραυματισμένους αιχμαλώτους με ενέσεις μορφίνης. Εκτελούσαν επιτόπου άοπλους Άραβες. Ένας έφηβος που πιάστηκε έξω μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας σκοτώθηκε με ξιφολόγχη, με διαταγή αξιωματικού. Οι λεηλασίες ήταν γενικευμένες. Κανείς δεν λογοδότησε ποτέ. Ο Μίτσελ έγινε ήρωας του βρετανικού Τύπου και εξελέγη βουλευτής των Συντηρητικών.
Στο τέλος, η έκταση της αντίστασης έκανε φανερό ότι η θέση των Βρετανών στη Νότια Υεμένη δεν κρατιόταν άλλο. Η κυβέρνηση Γουίλσον είχε ήδη αποφασίσει τον Φλεβάρη του 1966 να εγκαταλείψει τη βάση, πιεσμένη από την οικονομική κρίση και τις περικοπές στις στρατιωτικές δαπάνες. Το καλοκαίρι του 1967 οι βρετανικές μονάδες άρχισαν να αποσύρονται από την ύπαιθρο και να συγκεντρώνονται στο Άντεν ενόψει της τελικής αποχώρησής τους. Όπου αποσύρονταν, το NLF αναλάμβανε τον έλεγχο σχεδόν αυτόματα.
Το κόστος για να κρατήσει το Άντεν ήταν απλώς πολύ μεγάλο για τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να φύγουν ως το τέλος του Νοέμβρη του 1967. Για την ακρίβεια, οι τελευταίοι έφυγαν στις 29 Νοέμβρη με ελικόπτερα. Ένα ντοκιμαντέρ του BBC στην επέτειο των σαράντα χρόνων από την αποχώρηση από το Άντεν είχε τον ταιριαστό τίτλο «Η τελευταία μάχη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας».

