Αντιπολεμικό κίνημα
Να σπάσουμε αυτόν τον δεσμό

Η υπογραφή της Συμφωνίας στο Τελ Αβιβ. Φωτό: ΥΠΕΘΑ

Την Δευτέρα 31 Αυγούστου υπεγράφη στο Τελ Αβίβ η συμφωνία Ελλάδας-Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», συνολικού προϋπολογισμού 3,1 δισ. ευρώ, που προβλέπεται να έχει ολοκληρωθεί σε κάτι λιγότερο από τρία χρόνια. 

Πρόκειται για μια κατάπτυστη συμφωνία. 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βαθαίνει τη συνεργασία της με το κράτος και τις ισραηλινές εταιρίες ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση Νετανιάχου: κλιμακώνει την εθνοκάθαρση και τον εκτοπισμό των Παλαιστινίων. Στη Δυτική Όχθη, με «λαγό» τους ισραηλινούς εποίκους και τα καθημερινά πογκρόμ εναντίον των Παλαιστινίων και στην Γάζα όπου συνεχίζει να δολοφονεί, αρνούμενη να υπογράψει ακόμη και το «σχέδιο Τραμπ». 

Ο Μητσοτάκης και ο Δένδιας επιχειρούν να παρουσιάσουν ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» έχει «αμυντικό χαρακτήρα». Υπουργοί και παπαγαλάκια της κυβέρνησης αναπαράγουν την ιδέα ότι η συμφωνία υπογράφηκε την «κατάλληλη στιγμή» λόγω της Συμφωνίας της Μέκκας ανάμεσα στο Πακιστάν, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία.

Πρόκειται για αναποδογύρισμα της πραγματικότητας. Ο ελληνοϊσραηλινός σχεδιασμός για την «Ασπίδα του Αχιλλέα δεν ξεκίνησε σήμερα αλλά το 2024. Η τριμερής -και στρατιωτική- συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ προϋπάρχει εδώ και πολλά χρόνια της Συμφωνίας της Μέκκας. Πέρσι το φθινόπωρο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη πανηγύριζε για τη λεγόμενη «Συμμαχία 3+1» των τριών κρατών υπό την αιγίδα των ΗΠΑ.  

Τα «αμυντικά καθήκοντα» της «Ασπίδας του Αχιλλέα» πάνε πακέτο -για την ακρίβεια έπονται- των ολοένα και πιο επιθετικών σχεδιασμών και της κλιμάκωσης της ελληνικής συμμετοχής στους πολέμους που διεξάγουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. 

Το Αιγαίο και η ελληνική επικράτεια έχει ήδη γίνει μια τεράστια και διαρκώς διευρυνόμενη βάση από την οποία εξορμούν τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα και μαχητικά προς τη Μέση Ανατολή και ο νατοϊκός εξοπλισμός προς την Ανατολική Ευρώπη. Πριν δυο εβδομάδες, αποφασίστηκε η μεταφορά των Πάτριοτ του ελληνικού στρατού από την Κάρπαθο στη Σούδα προκειμένου να περιφρουρούν την αμερικανική βάση. Επιπλέον ο ελληνικός στρατός συμμετέχει ενεργά στις εξορμήσεις. 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κοκορεύονταν για τις «επιτυχίες» των ελληνικών Πάτριοτ, που εδώ και πέντε χρόνια σταθμεύουν στη Σαουδική Αραβία, εναντίον ιρανικών στόχων -ακόμη και λίγες μέρες πριν την ανακοίνωση της απόσυρσής τους από εκεί λόγω της Συμφωνίας της Μέκκας. Μέσα στο καλοκαίρι ανακοινώθηκε ότι ελληνικά ελικόπτερα ετοιμάζονται να πάνε στα ΗΑΕ για να ενισχύσουν τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ. 

Ελληνικές φρεγάτες σουλατσάρουν και στον Περσικό Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα είτε συμμετέχουσες είτε ηγούμενες «διεθνών» ιμπεριαλιστικών στόλων. Και ποτέ δεν είναι αρκετές. Στις 8 Σεπτέμβρη η κυβέρνηση ετοιμάζεται να υπογράψει στη Ρώμη την αγορά ακόμη δύο φρεγατών κλάσης FREMM (θα ακολουθήσουν άλλες δύο) που όπως αναφέρει το υπουργείο Άμυνας σε συνδυασμό με τις Belhara, «δημιουργεί ένα Πολεμικό Ναυτικό με Μονάδες Κρούσης υψηλών δυνατοτήτων, που διαφυλάσσουν την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας, τόσο στο Αιγαίο Πέλαγος όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο». 

Στις 29 Αυγούστου, σύμφωνα με ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ, άλλα 13 Τεθωρακισμένα Οχήματα Μεταφοράς Προσωπικού Μ113 και 10 οχήματα γενικής χρήσης STEYR 680 M παραδόθηκαν στη δεύτερη δόση της ελληνικής «δωρεάς» στη λιβανέζικη κυβέρνηση ενώ είχαν προηγηθεί αντίστοιχα άλλα τόσα τον Γενάρη. 

«Δωρεά»

Η «δωρεά», φυσικά, δεν αφορά την αντιμετώπιση του ισραηλινού στρατού που συνεχίζει την κατοχή στους βομβαρδισμούς στον νότιο Λίβανο -παρά τη συμφωνία που υπογράφηκε υπό τον Τραμπ. Αφορά την ενίσχυση της κυβέρνηση Αούν προκειμένου να έχει τα μέσα να προχωρήσει στην υλοποίηση αυτής της συμφωνίας που προβλέπει «αφοπλισμό» της Χεσμπολάχ. Όπως και στη Λιβύη πριν μερικά χρόνια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεργάζεται στην υπόθαλψη ενός νέου εμφυλίου πολέμου στον Λίβανο.

Συνολικότερα, είναι ανέκδοτο να λέγεται ότι η συνεργασία με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ είναι «αμυντική». Το Ισραήλ εδώ και τρία χρόνια υλοποιεί και διατυμπανίζει τη συστηματική επιχείρησης εθνοκάθαρσης/γενοκτονίας στην Παλαιστίνη. Έχει εισβάλει και παραμένει στον Λίβανο και στη Συρία. Έχει βομβαρδίσει το Ιράκ και τους Χούθι στην Υεμένη. Και βέβαια έχει πρωτοστατήσει -μαζί με τον Τραμπ - στον πόλεμο εναντίον του Ιράν. 

Στη διάρκεια της δεύτερης διακυβέρνησης του Τραμπ, οι ΗΠΑ συνεχίζουν τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων στην Ουκρανία και τον πόλεμο στο Ιράν, έχουν επιτεθεί ή βομβαρδίσει στην Υεμένη, στο Ιράκ, στη Συρία, στη Βενεζουέλα, στη Νιγηρία, στη Σομαλία -ενώ ο Τραμπ έχει απειλήσει με πόλεμο «τον μισό πλανήτη» από το Ομάν μέχρι τη Γροιλανδία.

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της επικαλούνται την «απειλή» του «ισλαμικού ΝΑΤΟ» χρησιμοποιώντας ξεδιάντροπα την ισλαμοφοβία και τον «πόλεμο πολιτισμών» για να δικαιολογήσουν τις άθλιες συμμαχίες της με το Ισραήλ. Κατά τα άλλα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει συνεργαστεί και θα συνεχίσει να συνεργάζεται, οικονομικά με τη βάρβαρη μοναρχία της Σαουδικής Αραβίας, με την Τουρκία προκειμένου να πνίγουν από κοινού τους πρόσφυγες στο Αιγαίο και με τη δικτατορία του Πακιστάν όταν είναι να στοχοποιήσουν τους «αντιφρονούντες» της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδας. 

Άρα δεν υπάρχει κίνδυνος πολέμου με την Τουρκία; Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, το τελευταίο πράγμα που θα έκανε ο Τραμπ (που καλωσόρισε τη Συμφωνία της Μέκκας όπως καλωσόρισε και τη «Συμμαχία τρία συν ένα») θα ήταν να επιτρέψει στους συμμάχους του από τον Ινδικό ωκεανό ως το Αιγαίο να εμπλακούν σε πολεμικές εντάσεις. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. Ο Τραμπ δεν θα το ήθελε. Αλλά είναι η δική του πολεμοκάπηλη πολιτική που εν μέσω όξυνσης του ανταγωνισμού με την Κίνα, δίνει τον ρυθμό χτυπώντας πρώτη τα τύμπανα του πολέμου. 

Επιπλέον, η κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας και ο ολοένα αυξανόμενος ανταγωνισμός των περιφερειακών δυνάμεων που τρέχουν να καλύψουν το κενό που αυτή αφήνει, κλιμακώνει τους ανταγωνισμούς ανάμεσα σε αντίπαλους καπιταλισμούς, δημιουργώντας τους όρους για πιθανά «θερμά επεισόδια» και συγκρούσεις -ακόμη ανάμεσα και σε συμμάχους των ΗΠΑ. Έχουμε δει τέτοια είτε να συμβαίνουν είτε να απειλούνται ανάμεσα στην Ινδία και το Πακιστάν, στην Ελλάδα και την Τουρκία, στο Ισραήλ και στην Τουρκία. 

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, η κλιμάκωση των ανταγωνισμών για τις ΑΟΖ και τα «κυριαρχικά δικαιώματα» στην Ανατολική Μεσόγειο, η πολεμική οικονομία και η κλιμάκωση των εξοπλισμών (για το ελληνικό κράτος 25 δισ. ευρώ ως το 2036), η ανάδειξή της Ελλάδας σε «χώρα ορμητήριο» των ΗΠΑ και η «στρατηγική συνεργασία» με το κράτος του Ισραήλ δεν αποτελούν «αποτρεπτικές» εγγυήσεις ειρήνης αλλά εγγυήσεις μόνιμης λιτότητας και απειλής πολέμου.  

Η εργατική τάξη είτε στις ΗΠΑ και στην Κίνα, είτε στην Ινδία και το Πακιστάν, είτε στην Ελλάδα και την Τουρκία, έχει μόνο να χάσει από τους ανταγωνισμούς, τους εξοπλιστικούς πυρετούς και τους πολέμους για τους οποίους προετοιμάζονται οι άρχουσες τάξεις. Αντίθετα, έχει να κερδίσει, συγκρουόμενη, στην κάθε χώρα με τη δική της άρχουσα τάξη και την κυβέρνηση που την υπηρετεί.