Γράμματα και σχόλια
Εκδήλωση στην Κοκκινιά: Από τους αγώνες της προσφυγιάς για το δικαίωμα στην κατοικία, στην πάλη για καθολική πρόσβαση στη στέγαση σήμερα

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Από τους αγώνες της προσφυγιάς για το δικαίωμα στην κατοικία,
στην πάλη για καθολική πρόσβαση στη στέγαση σήμερα

ΤΡΙΤΗ 29 Σεπτέμβρη, 7μμ, Μάντρα Μπλόκου Κοκκινιάς (Ηλιουπόλεως 102).

Ομιλητές/ριες:

Σταύρος Σταυρίδης, ομότιμος καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ,
Κυριακή Παπαθανασοπούλου, Διδάσκουσα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας,
Δημήτρης Αντωνίου, επίκουρος καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ,
Κατερίνα Θωίδου, Δημοτική Σύμβουλος Νίκαιας-Ρέντη,
Συμμετέχει Μέλος της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών.
 
Συντονίζει ο Θωμάς Σίδερης, Μεταδιδακτορικός ερευνητής Ε.Κ.Κ.Ε., Δημοσιογράφος
 

Η πρόσφατη νίκη του αγώνα ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης για εκτοπισμό 400 κατοίκων των Προσφυγικών στην Αλεξάνδρας και η απεργία πείνας του Αριστοτέλη Χαντζή και της Suzon Doppagne, οι αγώνες των κατοίκων της Κυψέλης για την αποκατάσταση των σπιτιών τους από τις καταστροφές του μετροπόντικα, έχουν φέρει στο κέντρο της πολιτικής µάχης ένα τεράστιο κοινωνικό ζήτηµα. Το δικαίωµα στην καθολική πρόσβαση στη στέγαση. Στην πόλη της Νίκαιας υπάρχει μία πλούσια παράδοση αγώνων για την υπεράσπιση της κατοικίας, που έδωσαν οι δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες του 1922, αναγκάζοντας την τότε κυβέρνηση να δώσει κονδύλια για τη στέγασή τους.  Η Κυριακή Παπαθανασοπούλου και ο Θωμάς Σίδερης μας καλούν την επόμενη Τρίτη στην Κοκκινιά! 


Η Νέα Κοκκινιά, σημερινή Νίκαια ιδρύθηκε το 1923 και ήταν ο μεγαλύτερος προσφυγικός συνοικισμός της Αττικής. Ήταν μια κυψέλη προσφύγων που προέρχονταν από διαφορετικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έπρεπε να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της συνύπαρξης και της εγκατάστασης σε έναν νέο τόπο. 

Η διαθεσιμότητα του χώρου και η γειτνίαση με τη βιομηχανική ζώνη του Πειραιά ήταν δυο βασικά κριτήρια στην επιλογή του χώρου για την ίδρυση του αστικού συνοικισμού. Οι ανταγωνισμοί με τους γηγενείς για τις απαλλοτριώσεις ήταν μια πραγματικότητα και αρκετές φορές ανακλήθηκαν εκτάσεις κατόπιν δικαστικής διαμάχης. Ο συνοικισμός ήταν αποτέλεσμα της συνέργειας του κράτους, της Επιτροπής Αποκατάστασης των Προσφύγων (ΕΑΠ), των ιδιωτικών πρωτοβουλιών, των ξένων φιλανθρωπικών οργανώσεων, όπως το Νοσοκομείο Αμερικανίδων Κυριών, αλλά και των ίδιων των προσφύγων μέσα από τους συλλόγους τους. 

Σχεδόν ταυτόχρονα με την απαλλοτρίωση των κτημάτων για την ανέγερση του συνοικισμού ιδρύθηκαν οι προσφυγικοί σύλλογοι με σκοπό να εξυπηρετήσουν τις πρακτικές ανάγκες των προσφύγων μέσα από τη συλλογική οργάνωση και τα δίκτυα αλληλεγγύης. Οι πρόσφυγες μέσα από τους συλλόγους και την αυτοοργάνωση, ανέλαβαν πρωτοβουλίες που αφορούσαν το κτίσιμο και τη διεκδίκηση κατοικιών, την εύρεση εργασίας, την πολιτογράφησή τους και την εκπαίδευσή τους. Αν και η Νέα Κοκκινιά ήταν ο μεγαλύτερος προσφυγικός συνοικισμός, οι ελλείψεις σε βασικά έργα υποδομής, οι κακές συνθήκες υγιεινής, η φτώχεια και η ανεργία δυσκόλευαν την καθημερινότητα των κατοίκων. Και πάλι, οι πρόσφυγες αυτοοργανώθηκαν και κατάφεραν να διεκδικήσουν τους καλύτερους όρους για την αποκατάσταση, καθώς και την κοινωνική και πολιτισμική τους ένταξη στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. 

Κυριακή Παπαθανασοπούλου,
Διδάσκουσα Νεότερης και Σύγχρονης ιστορίας 

 

Οι λαϊκές γειτονιές της Κοκκινιάς φύτρωσαν ως αστικά κενά, μαύρες τρύπες του χώρου, άνυδρες νησίδες που άνθισαν και γέμισαν παράγκες, πόνο, γέλια και τραγούδια. Εκεί ρίζωσαν οι προπολεμικοί πρόσφυγες —άνθρωποι αόρατοι, χωρίς φωνή, που οι παλαιοΕλλαδίτες τούς φώναζαν τουρκόσπορους και παστρικές. Συναντήθηκαν με τους μεταπολεμικούς εργάτες πάνω σε ένα πελώριο χωράφι σπαρμένο με τρώγλες από τσίγκο και πισσόχαρτο, με λασπωμένους χωμάτινους δρόμους, χωρίς πόσιμο νερό, με τον νερουλά πάνω στο γαϊδουράκι και τις φλογίτσες από τις λάμπες της ασετιλίνης, σαν ένας Επιτάφιος που δεν έφτανε ποτέ στον προορισμό του. 

Για να βάλουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους και να χώσουν τα παιδιά τους μέσα, οι άνθρωποι έπαιρναν τις πέτρες από το νεκροταφείο δίπλα στους Αγίους Αναργύρους για να χτίσουν τη νέα ζωή τους. Όλοι οι δρόμοι είχαν ονόματα από τις αλησμόνητες πατρίδες —Χρυσοστόμου Σμύρνης, οδός Μενεμένης, οδός Κυδωνιών. Οι άντρες έλιωναν στα εργοστάσια του Πειραιά κι οι γυναίκες στα υφαντουργεία και στα καραμελάδικα, τυλίγοντας καραμέλες όλη μέρα. 

Όμως αυτοί οι πάμφτωχοι άνθρωποι, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, ήταν έξω καρδιά. Έκαναν τον πόνο τους τραγούδι. Μοσχοβολούσαν οι κοινόχρηστες κουζίνες, γέμιζαν οι αυλές παιδικές φωνές, ο βασιλικός ολάνθιστος στα ασβεστωμένα παρτέρια, κι οι άνθρωποι έβγαιναν έξω, κάθονταν στο πεζούλι και τραγουδούσαν αμανέδες. Ο Κώστας Νούρος έπαιρνε τον αμανέ και τον πήγαινε στα ουράνια —τον μεγαλοπρεπή Ραστ, τον μελαγχολικό Χιτζάζ, τον παραπονιάρη Σαμπάχ, που άφηνε μια γλυκιά προσμονή ότι τα πράγματα μπορεί ν' αλλάξουν. 

Αλλά τα πράγματα δεν άλλαξαν ποτέ κι η Κοκκινιά βάφτηκε με αίμα. Πολύ αίμα. Η παραγκούπολη που ζητούσε το δίκιο της μέσα στον χρόνο έγινε η καρδιά των κομμουνιστών και των αντιστασιακών —εργάτες και πρόσφυγες που δεν έσκυβαν ποτέ κεφάλι. Στη Μάχη της Κοκκινιάς και στο Μπλόκο, οι δωσίλογοι και οι ταγματασφαλίτες χτύπησαν την πόλη στον ανθό της. Οι ασβεστωμένοι τοίχοι πιτσιλίστηκαν από τις βολές κατά ριπάς, κι ο Κοκκινόβραχος, το πεδίο βολής στου Καραβά, τα Άσπρα Χώματα και η μάντρα γέμισαν ματωμένα σώματα με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα. Γιατί το δίκιο δεν στο χαρίζουν, θέλει αγώνα, ψυχή και πείσμα. 

Ακόμα κι όταν πέρασαν τα χρόνια, στη Μεταπολίτευση, πίσω από τις μαύρες σκιές του παρακράτους, τους χωροφύλακες έξω από τα σινεμά και τις σκληρές «μάχες της παράγκας» απέναντι στους εργολάβους, η Κοκκινιά κράτησε την ψυχή της. Από τα ταβερνάκια και τον μπερντέ του Βάγγου μέχρι τη σκουριά των γκαζάδικων στο Πέραμα, η προσφυγιά κι ο αγώνας έμειναν ριζωμένα πάνω στο ίδιο κοκκινόχωμα.

Θωμάς Σίδερης,
Μεταδιδακτορικός ερευνητής Ε.Κ.Κ.Ε., Δημοσιογράφος