Μια πλούσια σε συζήτηση βραδιά έφερε και η δεύτερη πετυχημένη εκδήλωση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου στα πλαίσια του Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως την Παρασκευή 18 Σεπτέμβρη, με την παρουσίαση του βιβλίου του Λέανδρου Μπόλαρη «Επανάσταση και αντεπανάσταση στην Ελλάδα – Ο Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949».
Την εκδήλωση που συντόνισε η γιατρός στον Ευαγγελισμό Αργυρή Ερωτοκρίτου, άνοιξε ο ιστορικός Προκόπης Παπαστράτης, ομότιμος καθηγητής στο Πάντειο: «Το βιβλίο του Λέανδρου Μπόλαρη μας μεταφέρει στη δεκαετία 1940 και στους αγώνες της. Η εκδήλωση και ανάπτυξη του κινήματος της Αντίστασης παραμένει ένα καθοριστικό σημείο-τομή που ενεργοποιεί διαδικασίες ώστε ο κόσμος να αλλάξει συθέμελα, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας. Επομένως δεν νοείται μία κριτική προσέγγιση του Εμφυλίου Πολέμου, αν δεν στηρίζεται στη εξέταση εκείνων των κρίσιμων εξελίξεων που οδήγησαν σ΄αυτόν και τελικά στην ήττα του. Οι κυριότερες από αυτές, που εξετάζονται στο βιβλίο, η Συμφωνία του Λιβάνου, η συμμετοχή στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, η Συμφωνία της Καζέρτας, τα Δεκεμβριανά και η Βάρκιζα, είναι μια σειρά από μεθοδευμένες κινήσεις που τις έχει προκαλέσει η δυναμική του κινήματος. Αυτή τη δυναμική του κινήματος, την σημασία της οποίας υπογραμμίζει ο συγγραφέας, αγωνιούν να ακυρώσουν οι ποικίλοι αντίπαλοί του. Αυτό το αντίπαλο στρατόπεδο συγκροτείται από ένα συνονθύλευμα δυνάμεων όπου σταδιακά συναθροίζονται από συνεργάτες του κατακτητή μέχρι τον ξένο παράγοντα.
Αν το αντάρτικο στην ύπαιθρο φθάνει ως απειλητικός απόηχος στην Αθήνα σε όσους δεν θέλουν να τον ακούσουν, οι απεργίες και διαδηλώσεις με τα κοινωνικά και πολιτικά αιτήματα υπογραμμίζουν το εύρος της Αντίστασης και κατά συνέπεια του προβλήματος, για την άρχουσα τάξη. Αυτή η άρχουσα τάξη έχει αδύναμα ερείσματα στην κοινωνία τη συγκεκριμένη περίοδο της Κατοχής και την περίοδο που ακολούθησε. Ο φόβος της παρείχε τη δικαιολογία της αγγλικής επέμβασης».
Ο ομιλητής συνέχισε εστιάζοντας στις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας: «Εκ των υστέρων και οι δύο αποφάσεις μπορούν να κριθούν ότι αποτελούν δύο σημεία σε μία συνεχή σειρά υποχωρήσεων. Μπορεί όμως να ερμηνευθούν ότι η ηγεσία του κινήματος έκρινε και στις δυο περιπτώσεις με τα δεδομένα που γνώριζε τότε. Από τα γεγονότα που ακολούθησαν προκύπτει βέβαια ότι υποτίμησαν την αποφασιστικότητα του συγκεκριμένου αντίπαλου, της Αγγλίας.
Η είσοδος του ΕΑΜ στην Κυβέρνηση το 1944 μετέτρεψε την Κυβέρνηση Παπανδρέου σε Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στην απελευθερωμένη Ελλάδα το αδιέξοδο αυτής της απόφασης είχε ήδη αποκαλυφθεί όταν αυτή η ηγεσία κατάφερε, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, να μη μετατραπεί η δυσαρέσκεια της κοινωνίας σε γενική απεργία. Το όριο αντοχής και ανοχής σε αυτή την πολιτική ήταν η 3η Δεκέμβρη 1944».
Ιστορική διαδικασία
«Η μεγάλη αξία του βιβλίου του Μπόλαρη βρίσκεται στο γεγονός ότι μας υποχρεώνει να ξαναδούμε τον Εμφύλιο ως ανοιχτή ιστορική διαδικασία», επισήμανε η Βασιλική Λάζου, ιστορικός, διδάσκουσα στο ΑΠΘ. «Ο ελληνικός Εμφύλιος δεν αντιμετωπίζεται ως ένα απομονωμένο ελληνικό επεισόδιο ούτε ως μια σύγκρουση που μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσα από τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Εντάσσεται σε έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό κύκλο κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης, επανάστασης και αντεπανάστασης, ο οποίος άνοιξε μέσα από την κρίση του καπιταλισμού, τον φασισμό, τον πόλεμο και την Αντίσταση. Η Ελλάδα, με αυτή την έννοια, δεν αποτελεί εξαίρεση. Αποτελεί μια από τις πιο οξείες μορφές μιας ευρωπαϊκής κρίσης. Και εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο πλεονέκτημα του βιβλίου: επιστρέφει την κοινωνία στο κέντρο της ιστορίας του Εμφυλίου.
Η μεγάλη συμβολή του Μπόλαρη είναι ότι μετακινεί το ενδιαφέρον από το ερώτημα “τι αποφάσισαν οι Μεγάλες Δυνάμεις;” στο ερώτημα “τι συνέβαινε μέσα στην ελληνική κοινωνία και ποιες δυνατότητες δημιούργησε αυτή η κοινωνική κινητοποίηση;”. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την κατανόηση της περιόδου 1944–1946. Γιατί ο Εμφύλιος δεν ξεκινά πραγματικά το 1946. Το 1946 είναι η επίσημη χρονολογία της ένοπλης αναμέτρησης του Δημοκρατικού Στρατού με τον κυβερνητικό στρατό. Η κοινωνική σύγκρουση όμως έχει αρχίσει νωρίτερα. Και εδώ ο Δεκέμβρης του 1944 αποκτά κεντρική θέση.
Η ερμηνεία του Μπόλαρη είναι αιχμηρή: η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, παρά την τεράστια κοινωνική της δύναμη, δεν αντιμετώπισε τη συγκυρία ως δυνατότητα ριζικής αλλαγής της εξουσίας. Οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, και τελικά η Βάρκιζα, εντάσσονται σε μια στρατηγική αναζήτησης συμβιβασμού. Εδώ βρίσκεται και η έννοια του “ένοπλου ρεφορμισμού”, που αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες του βιβλίου. Το παράδοξο είναι πράγματι εντυπωσιακό: ένα κίνημα με τεράστια κοινωνική και ένοπλη δυναμική, το οποίο όμως η πολιτική του ηγεσία δεν επιχείρησε να μετατρέψει σε κατάληψη της κρατικής εξουσίας.
Η ερμηνεία αυτή έχει μεγάλη δύναμη. Χρειάζεται όμως και προσοχή. Γιατί άλλο είναι να υποστηρίζουμε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δεν επεδίωκε την άμεση κατάληψη της εξουσίας και άλλο να θεωρούμε δεδομένο ότι μια τέτοια επιλογή ήταν τότε εφικτή, βιώσιμη ή καταδικασμένη να πετύχει. Η ιστορία δεν προσφέρει εύκολες εναλλακτικές διαδρομές… Η Βάρκιζα δεν πρέπει να ιδωθεί μόνο ως αποτέλεσμα μιας λανθασμένης στρατηγικής επιλογής. Πρέπει να εξεταστεί και ως προϊόν ενός συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων αλλά και της στρατιωτικής ήττας των Δεκεμβριανών… Η κατάρρευση ενός μαζικού κινήματος δεν εξηγείται μόνο από τις επιλογές της ηγεσίας του. Χρειάζεται να συνυπολογίσουμε την έκταση της κρατικής καταστολής. Η πολιτική απογοήτευση και η καταστολή δεν είναι ανταγωνιστικές εξηγήσεις. Λειτουργούν μαζί».
Πανευρωπαϊκός κύκλος
«Δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε πόσο σημαντική είναι η δεκαετία του 1940 για την ιστορία της Αριστεράς και τη σύγχρονη ιστορία συνολικότερα», ξεκίνησε την ομιλία του ο συγγραφέας του βιβλίου Λέανδρος Μπόλαρης. «Μας το υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία η κυβέρνηση και η άρχουσα τάξη. “Η Ελλάδα βρέθηκε πάντα στη σωστή πλευρά της ιστορίας”. Είναι ένα παλιό ιδεολόγημα, ήδη από τότε, των νικητών του Εμφυλίου που ενώ ξέπλεναν τους δωσίλογους και τους ενσωμάτωναν στο κράτος, ταυτόχρονα προσπαθούσαν να πουν ότι η Ελλάδα σώθηκε από τον μαύρο και τον κόκκινο “ολοκληρωτισμό”.
Η κεντρική θέση του βιβλίου είναι ότι ο ελληνικός Εμφύλιος δεν ήταν μια μοναδική ελληνική ιδιαιτερότητα, προϊόν κάποιας εγγενούς ροπής του τόπου στον διχασμό. Ήταν η τελευταία πράξη ενός πανευρωπαϊκού κύκλου επανάστασης και αντεπανάστασης που άνοιξε με τη συντριβή του φασισμού και έκλεισε με την εδραίωση του Ψυχρού Πολέμου, χονδρικά ανάμεσα στο 1943 και το 1948. Η κρίση του καπιταλισμού στη δεκαετία του ’30 είχε γεννήσει τον πόλεμο· ο πόλεμος με τη σειρά του γέννησε τις συνθήκες για την επανάσταση.
Το δεύτερο νήμα που διατρέχει το βιβλίο είναι η ζωτικότητα του κινήματος. Χρειάζεται να σταθούμε σε αυτό. Συνήθως η εξιστόρηση πάει ως εξής: έγινε ο Δεκέμβρης, το ΕΑΜ ηττήθηκε, μετά ακολούθησε η Βάρκιζα και μετά η Λευκή Τρομοκρατία που έσπρωξε τον κόσμο στο βουνό. Δεν είναι λάθος, αλλά δεν είναι όλη η ιστορία. Δεν ήταν μόνο οι “ηγεσίες”, ήταν κι ο κόσμος που πάλευε, που δημιουργούσε δεδομένα, καθόριζε το πεδίο.
Το τρίτο νήμα είναι η συζήτηση για τη στρατηγική της Αριστεράς. Το ΚΚΕ δεν είχε μια “διπλή στρατηγική”. Είχε μία, και αυτή δεν ήταν επαναστατική αλλά ρεφορμιστική, ένας “ένοπλος ρεφορμισμός”, για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο ενός κεφαλαίου. Η ηγεσία του κόμματος δεν αντιμετώπιζε το μαζικό κίνημα ως τη δύναμη που θα άλλαζε την κοινωνία, αλλά ως πολιορκητικό κριό για να αποσπάσει έναν έντιμο συμβιβασμό με τους αστούς, για την ακρίβεια της συμμαχίας με το “δημοκρατικό Κέντρο”. Άλλοτε το καλούσε σε “αυτοσυγκράτηση” και άλλοτε σε μαχητικές συμβολικές ως επί το πλείστον— εκδηλώσεις ισχύος.
Όταν εξηγούμε γιατί έγιναν αυτά που έγιναν, αναγκαστικά μπαίνουμε στη συζήτηση για τις επιλογές που δεν έγιναν, για το δρόμο που δεν βάδισε η Αριστερά, με άλλα λόγια να μιλήσουμε για την επαναστατική στρατηγική που μπορούσε να δώσει τη νίκη. Δεν είναι άσκηση στην “εναλλακτική ιστορία” που αφορά μόνο βιβλία. Πολύ περισσότερο, είναι συζήτηση για το σήμερα».
Το τέλος των ομιλιών ακολούθησαν ερωτήσεις και παρεμβάσεις που άπλωσαν τη συζήτηση σε ζητήματα όπως ο ρόλος της Γιουγκοσλαβίας και του Τίτο στον Εμφύλιο, τις συμβιβαστικές συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας και κατά πόσο άνοιξαν το δρόμο σε αντίστοιχες συμφωνίες από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, μέχρι τη σημασία της επαναστατικής στρατηγικής ακόμα και στη μάχη για να φτιάξει κανείς σωματείο στους χώρους δουλειάς σήμερα.

