Άρθρο του Κωνσταντίνου Λιβέρη, Προέδρου ΠΑΝΣΥΠΟ
Τα τελευταία γεγονότα στην Πλάκα, στα Πετράλωνα και στην Κυψέλη έφεραν ξανά στο προσκήνιο μια πλευρά της στεγαστικής κρίσης που συχνά μένει έξω από τη δημόσια συζήτηση. Η κατοικία συνδέεται ασφαλώς με το ύψος των ενοικίων και με το βάρος που επωμίζεται κάθε μήνα ένα νοικοκυριό, συνδέεται όμως εξίσου με την ποιότητα, τη συντήρηση και την ασφάλεια του κτιριακού αποθέματος. Για μια κοινωνία που δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να εξασφαλίσει προσιτή στέγη, το αυτονόητο αίτημα δεν μπορεί να είναι άλλο από μια κατοικία οικονομικά προσβάσιμη, αξιοπρεπή και ασφαλή.
Η Ελλάδα παραμένει στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη στεγαστική υπερεπιβάρυνση. Το 2025 το 26,4% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά που δαπανούσαν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, έναντι 7,7% στην ΕΕ. Η κρίση δεν αφορά μόνο τους ενοικιαστές. Στη μελέτη μας στον ΠΑΝΣΥΠΟ δείξαμε ότι στους ιδιοκτήτες χωρίς στεγαστικό δάνειο η υπερεπιβάρυνση φτάνει το 26,2%, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός δείκτης είναι 3,8%. Στους άνω των 65 ετών και ιδιαίτερα σε όσους ζουν μόνοι, το κόστος κατοικίας έχει μετατραπεί σε πραγματική απειλή για το διαθέσιμο εισόδημα.
Κι όμως, την ίδια στιγμή υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες κενές ή αναξιοποίητες κατοικίες, ακίνητα τραπεζών και servicers, δημόσια ακίνητη περιουσία και περιουσία του ΟΕΚ χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο κοινωνικής αξιοποίησης.
Ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας απέδειξε επί σχεδόν έξι δεκαετίες ότι η δημόσια στεγαστική πολιτική μπορεί να έχει πραγματικό παραγωγικό αποτύπωμα. Δεν περιορίστηκε σε επιδόματα ή στη χρηματοδότηση της αγοράς. Κατασκεύασε οργανωμένους οικισμούς και εργατικές κατοικίες σε όλη τη χώρα, χορήγησε άτοκα στεγαστικά δάνεια, επιδότησε ενοίκια και απέκτησε σημαντική ακίνητη περιουσία με αποκλειστικό σκοπό τη στέγαση των εργαζομένων. Και όλα αυτά δεν χρηματοδοτήθηκαν ως μια γενική κρατική παροχή: στηρίχθηκαν στις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών, δηλαδή σε πόρους που είχαν σαφή και συγκεκριμένο κοινωνικό προορισμό.
Με την κατάργηση του ΟΕΚ το 2012, η χώρα έχασε τον βασικό δημόσιο φορέα που διέθετε θεσμική συνέχεια, τεχνογνωσία, περιουσία και χρηματοδοτικά εργαλεία για την άσκηση οργανωμένης στεγαστικής πολιτικής υπέρ των εργαζομένων. Την ίδια ώρα, αποθεματικά άνω του 1,2 δισ. ευρώ που συνδέονται με τον πρώην Οργανισμό παραμένουν εκτός ενεργού στεγαστικής πολιτικής, ενώ τα πλεονάζοντα διαθέσιμα των δημόσιων φορέων τηρούνται, βάσει του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, στην Τράπεζα της Ελλάδος. Το παράδοξο είναι προφανές: υπάρχουν συσσωρευμένοι πόροι που δημιουργήθηκαν για την εργατική κατοικία, αλλά δεν υπάρχει σήμερα πολιτική βούληση για να αξιοποιηθούν ούτε ο δημόσιος φορέας που θα μπορούσε να τους μετατρέψει σε νέες κατοικίες, κοινωνικές μισθώσεις και ουσιαστική στεγαστική προστασία.
Πρόταση
Γι’ αυτό ο ΠΑΝΣΥΠΟ έχει καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση για έναν νέο Εθνικό Δημόσιο Οργανισμό Στέγασης και Κοινωνικής Κατοικίας, με αξιοποίηση της περιουσίας και της τεχνογνωσίας του πρώην ΟΕΚ και με ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων. Στη μελέτη μας «Στέγη με Στοιχεία» θέτουμε μετρήσιμο στόχο: τουλάχιστον 25.000 κοινωνικές και προσιτές κατοικίες σε τέσσερα χρόνια, επανάχρηση τουλάχιστον 150 αδρανών κτιρίων, δημιουργία μόνιμου δημόσιου στεγαστικού αποθέματος και ουσιαστική μείωση της στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης.
Δεν αρκεί όμως να χτίσουμε νέα σπίτια. Χρειάζεται Εθνικό Παρατηρητήριο Στέγης, πλήρης απογραφή κενών κατοικιών, διάθεση κρατικών ακινήτων για κοινωνική στέγαση, απαγόρευση πλειστηριασμών Α’ κατοικίας, κρατική παρέμβαση στα ακίνητα τραπεζών, servicers και μεγάλων ιδιοκτητών, κατάργηση της Golden Visa, ζώνες στεγαστικής πίεσης και περιορισμοί στη βραχυχρόνια μίσθωση και κανένας δημόσιος πόρος για ανακαίνιση ή κατασκευή κατοικίας χωρίς μακροχρόνια δέσμευση ότι αυτή θα παραμένει προσιτή.
Χρειάζεται επίσης εθνικό πρόγραμμα ασφάλειας και αναβάθμισης του παλαιού κτιριακού αποθέματος, με ελέγχους στατικής επάρκειας, πυρασφάλειας, εγκαταστάσεων φυσικού αερίου και βασικών υποδομών.
Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι άλλο: ποιος θα επιβάλει αυτή την αλλαγή;
Η Ισπανία δείχνει σήμερα ίσως καθαρότερα από οπουδήποτε αλλού τι μπορεί να προκαλέσει η κοινωνική πίεση, αλλά και τι σημαίνει όταν μια κυβέρνηση αποφασίζει να παρέμβει πιο ενεργά.
Μόνο όταν οι εξώσεις και η εκρηκτική αύξηση των ενοικίων έβγαλαν ξανά χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους, η κυβέρνηση προχώρησε και κατέθεσε επείγοντα μέτρα με προστασία ευάλωτων νοικοκυριών από εξώσεις, αυτόματες ανανεώσεις μισθώσεων, περιορισμούς στις αυξήσεις των ενοικίων και στις αγορές κατοικιών από κερδοσκοπικά funds. Παρότι τα μέτρα απορρίφθηκαν στο ισπανικό Κογκρέσο, με τις ψήφους του συντηρητικού PP, του ακροδεξιού Vox, του Junts και του UPN, οι κινητοποιήσεις δεν σταμάτησαν. Αντίθετα, συνεχίστηκαν και κλιμακώθηκαν, αποδεικνύοντας ότι η στεγαστική κρίση έχει μετατραπεί πλέον σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα.
Αυτό είναι το μεγάλο μάθημα. Οι κοινωνικοί αγώνες μπορούν να αναγκάσουν τη στεγαστική κρίση να περάσει από τις στατιστικές στα υπουργικά συμβούλια και από εκεί στα κοινοβούλια. Μπορούν να ωθήσουν μια κυβέρνηση σε πιο ισχυρές παρεμβάσεις, αλλά δείχνουν ταυτόχρονα ότι καμία κατάκτηση δεν είναι αυτονόητη όταν συγκρούεται με μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται στη ρύθμιση της αγοράς.
Γι’ αυτό και στην Ελλάδα η στέγη δεν μπορεί να παραμείνει ένα ακόμη επιμέρους κοινωνικό αίτημα. Πρέπει να γίνει οργανωμένη εργατική διεκδίκηση: των συνδικάτων, των Εργατικών Κέντρων, των ομοσπονδιών, των νέων, των συνταξιούχων και όλων όσοι βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται για να διατηρήσουν ένα ασφαλές σπίτι.
Ο ΟΕΚ απέδειξε ότι η δημόσια στεγαστική πολιτική μπορεί να υπάρξει.
Το επόμενο βήμα είναι να απαιτήσουμε να υπάρξει ξανά — πιο ισχυρή, πιο σύγχρονη και αυτή τη φορά ως αποτέλεσμα οργανωμένης κοινωνικής και εργατικής διεκδίκησης. Σας καλούμε να συμμετάσχετε στη σύσκεψη που καλεί η Πρωτοβουλία Αγώνα «Κατοικία για Όλους» τη Δευτέρα 12/10, 6.30μμ στο Ρομάντσο

