Το κίνημα για την κατοικία μέσα σε μόλις μία βδομάδα αγώνων ανέτρεψε το πολιτικό κλίμα και επιτάχυνε όλες τις εξελίξεις στην Ισπανία. Ο Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε έκτακτες εκλογές, εννιά μήνες πριν από την κανονική τους ημερομηνία. Τα δυο μεγάλα συνδικάτα της χώρας, η UGT και οι CC.OO αποφάσισαν να προχωρήσουν σε γενική απεργία μέσα στις επόμενες βδομάδες, για πρώτη φορά μετά από 14 χρόνια. Μέσα στο ριζοσπαστικοποιημένο κόσμο που συνεχίζει να γεμίζει τους δρόμους, το κλίμα είναι πιο αγωνιστικό από ποτέ, και αυτή η δυναμική δεν θα υποχωρήσει αυτόματα στο δρόμο προς τις κάλπες.
Αυτό που εξελίχθηκε την τελευταία βδομάδα είναι ότι το μαζικό κίνημα πήρε την πρωτοβουλία των κινήσεων και αυτό τρόμαξε τους πάντες. Δεν εξηγούνται όλα μόνο μέσα από το ζήτημα της κατοικίας, παρότι η κατάσταση είναι ασφυκτική για την εργατική τάξη της χώρας που αν δεν έχει δικό της σπίτι, πρέπει να πεινάσει για να πληρώσει το νοίκι. Η υπόθεση της 87χρονης Μαρικάρμεν ήταν η αφορμή που έβγαλε τους πάντες στους δρόμους, αλλά το ένστικτο για πολύ κόσμο που ρίχτηκε στη μάχη ήταν ταυτόχρονα αντιφασιστικό, αντιρατσιστικό και αντιπολεμικό.
Ας δούμε πού βρισκόταν το ισοζύγιο των δυνάμεων πριν από τις εξελίξεις της τελευταίας βδομάδας. Ο κυβέρνηση Σάντσεθ βρίσκεται στην εξουσία από τον Ιούνη του 2018, όταν κατέρρευσε η δεξιά κυβέρνηση του Ραχόι. Ο σχηματισμός της πριν από 8 χρόνια ήταν αποτέλεσμα των τεράστιων μαχών τουλάχιστον της εφταετίας 2011-2018, αν πάρουμε σαν αρχή το κίνημα της 15ης Μάη του ‘11, που διεθνώς έγινε γνωστό ως “Αγανακτισμένοι”.
Και τότε, όπως και πριν από μια βδομάδα, η αρχή έγινε με μια κατάληψη στην Πλάθα ντελ Σολ στη Μαδρίτη. Όμως το ‘11 ήταν μόνο η αρχή. Το 2012 οργανώθηκαν δύο γενικές απεργίες, απλώθηκε το κίνημα κατά των εξώσεων. Το 2014 τα συνδικάτα και τα κινήματα οργάνωσαν την πορεία Αξιοπρέπειας με σχεδόν τρία εκατομμύρια κόσμο στη Μαδρίτη. Γέννημα αυτής της αυτοπεποίθησης ήταν ο σχηματισμός των “Παλιρροιών”, με αδιανόητα τεράστιες διαδηλώσεις και απεργίες για την Υγεία, για την Παιδεία, για το περιβάλλον. Τροφοδοτήθηκε μια δυναμική μέσα στους εργατικούς χώρους που ακόμη και πρόσφατα οδήγησε σε απεργίες όπως αυτή των εκπαιδευτικών στη Βαλένσια που κράτησαν ολόκληρες βδομάδες.
Σε πολιτικό επίπεδο, το αποτέλεσμα της εφταετίας των μεγάλων αγώνων ήταν η εκλογική συρρίκνωση των μεγάλων κομμάτων και αρχικά ο σχηματισμός του Ποδέμος, ενός κόμματος που περιλάμβανε χαρακτηριστικά κινήματος και έφτασε να βγει τρίτο στις εκλογές του 2015 και του 2016.
Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Σάντσεθ που περιλάμβανε υπουργούς από ολόκληρη την κοινοβουλευτική Αριστερά οδήγησε σε κρίση στρατηγικής τις ρεφορμιστικές ηγεσίες. Το Ποδέμος συρρικνώθηκε και τελικά σπρώχθηκε εκτός κυβέρνησης το 2019. Στην κυβέρνηση παρέμειναν μέχρι σήμερα Υπουργοί της Αριστεράς που ήταν πρόθυμοι να μην κάνουν καμία κριτική στο Σάντσεθ.
Η κυβέρνηση Σάντσεθ επιβίωσε ακόμη και χωρίς την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες συμβιβάστηκαν με τον Σάντσεθ, και οποιοσδήποτε τολμούσε να ζητήσει κάτι παραπάνω εισέπραττε την κριτική ότι παίζει το παιχνίδι της Δεξιάς. Τα πάντα εξηγούνταν ως παιχνίδι κοινοβουλευτικών ισορροπιών, οι οποίες δεν έπρεπε να διαταραχθούν.
Όμως, τα κινήματα παρά τις πιέσεις, δεν υπέστησαν ήττα. Αντίθετα, δόθηκαν μεγάλες αφορμές να ξαναδείξουν τη δύναμή τους, ιδιαίτερα απέναντι σε τοπικές κυβερνήσεις (οι οποίες στην Ισπανία έχουν μεγάλη δύναμη) που βρίσκονται στα χέρια της Δεξιάς. Στη Μαδρίτη, ενάντια σε μια από τις πιο δεξιές εκδοχές του PP (Λαϊκό Κόμμα), την πρωθυπουργό Αγιούσο, ξέσπασε μια μάχη για τη Δημόσια Υγεία που έβγαλε πάνω από μισό εκατομμύριο στους δρόμους το 2022. Το έγκλημα που εξελίχθηκε με την πλημμύρα στη Βαλένθια το 2024 οδήγησε σε μαζικές κινητοποιήσεις και την πτώση του δεξιού πρωθυπουργού Μαθόν.
Δυναμική από τα κάτω
Το κίνημα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη μετατράπηκε στο μεγάλο θερμόμετρο της ταξικής πάλης. Οι διαδηλώσεις ασταμάτητες και μαζικές, έφτασαν σε γενική απεργία από τα ριζοσπαστικά συνδικάτα πέρσι τον Οκτώβρη και για πρώτη φορά έστω σε δίωρη στάση εργασίας από τα πλειοψηφικά συνδικάτα. Η δυναμική αυτή από τα κάτω επέβαλε στην κυβέρνηση Σάντσεθ να διαφοροποιηθεί ακόμη και σε διεθνές επίπεδο σε σχέση με την υποστήριξη στην ισραηλινή γενοκτονία.
Όμως, δεν πρέπει να μπερδέψουμε τα λόγια με τις πράξεις. Η κυβέρνηση Σάντσεθ προχώρησε σε ένα από τα πιο μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα. Αναγνώρισε μαζί με τον Τραμπ την κυριαρχία του Μαρόκου στη Σαχάρα, στα πλαίσια της στήριξης των Συμφωνιών του Αβραάμ και της προσπάθειας εξομάλυνσης της “διπλωματίας” του Ισραήλ. Πλειοδότησε στην εξοπλιστική και πολιτική στήριξη της ευρωπαϊκής εμπλοκής στην Ουκρανία, πλασάροντας την γραμμή ενάντια στον Πούτιν σαν ισότιμη με τη γραμμή ενάντια στο Ισραήλ.
Ο Σάντσεθ και οι Υπουργοί του χρησιμοποιούν επιχειρήματα αντίστοιχα με του Μητσοτάκη για την “ισπανική οικονομία” που καλπάζει, λες και τα νούμερα αυτού του υποτιθέμενου καλπασμού δεν στηρίζονται στα κέρδη των φαντς, των τραπεζών και των κατασκευαστικών που πετάνε τους ηλικιωμένους από τα σπίτια τους και πολλαπλασιάζουν τα νοίκια. Μείωσε τις ώρες εργασίας, ψήφισε το εγγυημένο εισόδημα, αλλά για τον περισσότερο φτωχό κόσμο αυτά τα μικρά κέρδη έγιναν σκόνη λόγω του πληθωρισμού και του πολλαπλάσιου κόστους της κατοικίας.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες σύγχυσης που προκαλούσε στην Αριστερά αυτή η πολιτική, η Δεξιά και η ακροδεξιά προχώρησαν στη δική τους αναδιάταξη τα τελευταία χρόνια. Όταν το PP εξέλεξε τον Φειχόο στην ηγεσία του το 2022, το έκανε έλεγε για να φρενάρει την άνοδο του φασιστικού Βοξ. Το αποτέλεσμα ήταν να δυναμώσει ακόμη περισσότερο το Βοξ, και το PP να πάει όλο και πιο δεξιά.
Η κρίση στη Θέουτα τον περασμένο Αύγουστο ήρθε να αποκαλύψει σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα κάτι που είχε ήδη ολοκληρωθεί. Ναζιστικές συμμορίες κάτω από την κάλυψη του Βοξ κατέβηκαν στην Αφρική για να κυνηγήσουν μετανάστες, τα στελέχη του Βοξ εγκατέλειψαν κάθε ψεύτικη ευγένεια και καλούσαν σε στήσιμο πολυβόλων, μαζικές δολοφονίες γυναικών για παραδειγματισμό. Την ίδια ώρα το PP αντί να διαφοροποιηθεί, συνέχιζε τις επαφές για να μοιράσει δημαρχεία και περιφέρειες και να ετοιμάσει τη μεγάλη μοιρασιά των Υπουργείων μετά τις επόμενες εκλογές.
Η κυβέρνηση Σάντσεθ αντιμετώπιζε με παράλυση όλες αυτές τις προκλήσεις. Επίδειξη νομιμότητας, ευρωπαϊσμού και επιχειρήματα για το πόσο η πολιτική της όντως “φυλάσσει τα σύνορα”. Ο Σάντσεθ δεν είχε καταφέρει να υπερασπίσει ούτε τους πιο κοντινούς του ανθρώπους, την ίδια του τη σύζυγο, τον πρώην πρωθυπουργό Θαπατέρο από τις οργανωμένες επιθέσεις της Δεξιάς και του δικαστικού συστήματος που ελέγχουν. Τους είχε ήδη παραδώσει τον έλεγχο στα ανώτατα δικαστήρια, ελπίζοντας ξανά να δείξει ότι όσο πιο νομοταγής δείχνει τόσο πιο πιθανό είναι να απομονώσει τη Δεξιά.
Το ίδιο επιχειρεί να κάνει και τώρα με την προσφυγή στις κάλπες. Από τη μια μεριά ελπίζει να καβαλήσει την ορμή του κινήματος και να πάει στις εκλογές με μια ατζέντα πιο βολική. Από την άλλη δίνει το χειρότερο σήμα: λέει πως δεν μπορεί να κυβερνήσει γιατί οι συσχετισμοί δεν του επιτρέπουν να περάσει τους νόμους που θέλει. Λέει ψέματα. Την πρωτοβουλία για το πάγωμα των ενοικίων την πήρε μόνο τώρα, μια βδομάδα μετά την εισβολή του κινήματος στο προσκήνιο, ενώ ο κόσμος υποφέρει χρόνια. Στέλνει λάθος μήνυμα, γιατί το κίνημα πρέπει να προετοιμαστεί να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη ορμή τον πιθανό ερχομό των φασιστών στην εξουσία, όχι να υποστείλει τις σημαίες του επειδή “δεν ελέγχουμε το κοινοβούλιο”.
Ο κόσμος στις πλατείες αυτή τη βδομάδα έδειξε προς εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Πρώτον πλημμύρισε τους δρόμους γιατί γινόταν ζήτημα ζωής και θανάτου να μην αφήσουμε τους φασίστες να νομίζουν πως έρχονται καβάλα στο άλογο προς την εξουσία, χτυπώντας μετανάστες, γυναίκες και ομοφυλόφιλους στο διάβα τους.
Οι φασίστες κινήθηκαν μετωπικά. Ανακήρυξαν το κίνημα σε “εχθρούς της πατρίδας” και επιχείρησαν να στείλουν τις συμμορίες τους για να “αδειάσουν” τις πλατείες. Γνωστά στελέχη του Βοξ επιτέθηκαν με σπρέι σε διαδηλωτές. Λένε ανοιχτά τις προθέσεις τους. Ότι αν φτάσουν στην εξουσία θέλουν να τσακίσουν την Αριστερά και το μαζικό κίνημα γιατί δεν θα τους αφήσει να κυβερνήσουν. Δεν πάνε στις κάλπες με μήνυμα “σταθερότητας” όπως θα περίμενε κανείς από καθεστωτικές δυνάμεις που βλέπουν πως προηγούνται με άνεση στις δημοσκοπήσεις. Αντίθετα λένε πως θα έρθουν και θα ξηλώσουν όλες τις κατακτήσεις: στα δικαιώματα των γυναικών, των ΛΟΑΤΚΙ, των Βάσκων και των Καταλανών, θα αγκαλιάσουν το Ισραήλ και θα αφήσουν την αγορά να αλωνίσει κι άλλο, καταργώντας κι άλλους φόρους για τους πλούσιους. Για όλα αυτά, δεν έχουν να συγκρουστούν με το Σάντσεθ αλλά με το κίνημα.
Η απάντηση των διαδηλώσεων ήταν να καλέσουν αντιφασιστικά συλλαλητήρια που εξαφάνισαν τις συμμορίες και δεν τους επέτρεψαν να πλησιάσουν.
Το “Συνδικάτο των Ενοικιαστριών” καλούσε από την πρώτη στιγμή τα εργατικά συνδικάτα να κηρύξουν γενική απεργία, να μεταφέρουν τη μάχη στους εργατικούς χώρους. Η καταφατική κίνηση των συνδικάτων είναι τεράστια ευκαιρία. Ήδη οι εργοδοτικές οργανώσεις βγήκαν και κατήγγειλαν την απεργία ως “παράνομη” γιατί λένε πως οι εργοδότες δεν φταίνε για το πόσο ακριβά είναι τα νοίκια και τα ακίνητα.
Η οργάνωση της απεργίας πρέπει να περάσει από τα κάτω, να συνδεθεί με τις μάχες των μισθών, να οργανώσει τους χώρους απέναντι στις επιθέσεις που έρχονται. Χωρίς φυσικά να αδιαφορούμε για το αποτέλεσμα των εκλογών, δεν πρέπει να αφεθεί η απεργία να μετατραπεί σε προεκλογικό συμβολισμό. Αντίθετα, μπορεί να μετατραπεί σε επίδειξη δύναμης και αντεπίθεσης που θα καθορίσει και τις κάλπες.

