Έξι μήνες περίπου πριν, όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκινούσαν τον δεύτερο γύρο του πολέμου ενάντια στο Ιράν, ο πρόεδρος Τραμπ παρουσίαζε την επίθεση σαν μια εκστρατεία για την υποστήριξη του ιρανικού λαού – που είχε ξεσηκωθεί λίγες εβδομάδες πριν ενάντια στο καθεστώς. «Η Αμερική είναι μαζί σας, Σας έδωσα την υπόσχεσή μου και τώρα την εκπληρώνω… Η χώρα είναι δική σας, πάρτε την».
Ο αγιοταλάχ Αλί Χαμεϊνί, ο ανώτατος θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης του Ιράν, δολοφονήθηκε τις πρώτες ώρες του πολέμου από τα αμερικανο-ισραηλινά πυρά – μαζί με ολόκληρη την οικογένειά του. Και στη συνέχεια εξοντώθηκε φυσικά με τον ίδιο τρόπο ολόκληρη η παλιά ιρανική πολιτική ηγεσία. Αλλά το καθεστώς επιβίωσε. Και ο γιός του Χεμεϊνί, ο Μοτζνταμπά Χαμεϊνί τον διαδέχτηκε.
Ο πόλεμος κατέστρεψε ασύμμετρα τις ζωές των απλών ανθρώπων που ο Τραμπ υποτίθεται ήθελε να απελευθερώσει. Το τίμημα, όμως, που κλήθηκε (και καλείται) να πληρώσει ο απλός κόσμος είναι πολύ πιο βαρύ – όχι μόνο σε αίμα αλλά και σε πείνα, σε δίψα, σε αρρώστιες, σε κακουχίες και κατεστραμμένες ζωές.
Ο ακριβής αριθμός των αμάχων νεκρών στο Ιράν είναι στην πραγματικότητα άγνωστος – αλλά όλες οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για τουλάχιστον 3500 χιλιάδες μέχρι την υπογραφή της πρώτης εκεχειρίας. Ο IDF, ο διαβόητος ισραηλινός στρατός που είναι υπεύθυνος για τη γενοκτονία στην Γάζα, κομπάζει ότι οι νεκροί ξεπερνούν τις έξι χιλιάδες.
Το ρήμα «κομπάζει» δεν είναι υπερβολή. «Το μοτίβο των ισραηλινών και αμερικανικών επιθέσεων», έγραφε τον Απρίλη κιόλας το (κάθε άλλο παρά ύποπτο για αντιαμερικανισμό) Quincy Institute for Responsible Statecraft, «υποδηλώνει ότι έχουν σκόπιμα στοχεύσει τους βασικούς πυλώνες των ιρανικών μέσων διαβίωσης, καθώς και την ικανότητα του κράτους να παρέχει υπηρεσίες… 125.000 κατοικίες έχουν καταστραφεί, ένα νούμερο συγκρίσιμο με τις κατοικίες που καταστράφηκαν συνολικά στον 8ετή πόλεμο ανάμεσα στο Ιράν και το Ιράκ.
Μεταξύ των κατεστραμμένων εγκαταστάσεων ήταν 339 κέντρα υγείας, 32 πανεπιστήμια, 857 σχολεία, δεκάδες αστυνομικά και πυροσβεστικά τμήματα, 20 κέντρα της Ερυθράς Ημισελήνου και 120 μουσεία και ιστορικά μνημεία… Περισσότερα από 23.000 εργοστάσια και επιχειρήσεις έχουν πληγεί άμεσα, ενώ πολλές γειτονικές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν επίσης να κλείσουν. Οι κρίσιμες υποδομές-συμπεριλαμβανομένων των λιμένων, της αεροπορίας και των δικτύων μεταφορών, τα οποία είναι απαραίτητα για τη μεταφορά τροφίμων, φαρμάκων, πρώτων υλών και εργαζομένων-έχουν επίσης πληγεί σοβαρά».
Αλλά δεν είναι μόνο ο ίδιος ο πόλεμος που πλήττει ασύμμετρα τους απλούς ανθρώπους. Το μεγάλο θύμα των οικονομικών κυρώσεων -που ο Τραμπ απειλεί τώρα να κλιμακώσει- είναι οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του OHE (UNDP) εκατομμύρια ιρανικές οικογένειες βυθίστηκαν στην απόλυτη φτώχεια μέσα στις πρώτες εβδομάδες του πολέμου. Ο πληθωρισμός τρέχει, σύμφωνα με τους επίσημους υπολογισμούς της ιρανικής κυβέρνησης με ρυθμό 66% το χρόνο αυτή τη στιγμή - και τα στοιχεία γίνονται όλο και πιο δραματικά όσο περνάει ο χρόνος. Στην «μαύρη» αγορά του Ιράν ένα δολάριο αντιστοιχεί σε 2 εκατομμύρια ριάλ. Ακόμα και τα στοιχειώδη -ένα πιάτο φαϊ, λίγη θέρμανση, καθαρό νερό- έχουν γίνει πολυτέλεια για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ιρανικού πληθυσμού.
Τίμημα
Το τίμημα των οικονομικών κυρώσεων, ιστορικά, το πληρώνουν πάντα οι πιο αδύναμοι και οι πιο φτωχοί. Το πιο πρόσφατο -και ίσως πιο δραματικό- παράδειγμα είναι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στο Ιράκ με την διαβόητη απόφαση 661 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (δηλαδή από τις Μεγάλες Δυνάμεις) σε βάρος του Ιράκ τον Αύγουστο του 1990, λίγες ημέρες μετά την επίθεση του ιρακινού καθεστώτος σε βάρος του γειτονικού Κουβέιτ. Ο στόχος των κυρώσεων υποτίθεται ότι ήταν η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεϊν, του τότε προέδρου (και δικτάτορα πράγματι) του Ιράκ.
«Το γεγονός ότι η απομάκρυνση του Σαντάμ Χουσεΐν θα προχωρούσε με τρομαχτικό κόστος για τους αθώους πολίτες (του Ιράκ) και την καταστροφή μιας ολόκληρης κοινωνίας ενδιέφερε ελάχιστα το Συμβούλιο Ασφαλείας» γράφει το (εξίσου μη ύποπτο για ανατρεπτική προπαγάνδα) «Διεθνές Κέντρο για τη Δικαιοσύνη της Γενεύης». (ΔΚΔΓ) Ο Χανς φον Σπόνεκ, ο τότε επικεφαλής του επισιτιστικού προγράμματος του ΟΗΕ για το Ιράκ το περιέγραψε με μελανά χρώματα στο βιβλίο του «Ένας διαφορετικός πόλεμος» όχι μόνο τις ίδιες τις επιπτώσεις των κυρώσεων πάνω στον Ιρακινό πληθυσμό αλλά και τις συνειδητές παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων με στόχο να τορπιλίσουν ακόμα και τις προσπάθειες του ίδιου του ΟΗΕ να διασώσει ότι μπορούσε. Το δίκτυο ύδρευσης κατέρρευσε αναγκάζοντας τον κόσμο να μαζεύει νερό από τους λασπότοπους, το δίκτυο αποχέτευσης σταμάτησε να λειτουργεί με αποτέλεσμα να μετατραπούν οι γειτονιές σε μια απέραντη χαβούζα, χιλιάδες σχολεία έκλεισαν με αποτέλεσμα μια ολόκληρη γενιά να μείνει «αγράμματη», η δημόσια υγεία διαλύθηκε από τις ελλείψεις -το 1999 είχε απομείνει μόνο μια ακτινολογική συσκευή σε λειτουργία μέσα σε όλη την πρωτεύουσα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΗΕ τουλάχιστον 500 χιλιάδες παιδιά πέθαναν άδικα από τις κυρώσεις μέσα στη δεκαετία του 1990 στο Ιράκ. «Ναι, άξιζαν τον κόπο», ήταν η απάντηση της Μαντλίν Ολμπράιτ, της υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ (1997-1981) όταν ρωτήθηκε για αυτές τις «παράπλευρες απώλειες». Δεν είναι μόνο δολοφόνοι. Είναι και αμετανόητοι.
Το ίδιο εγκληματικές είναι οι προσπάθειες του Τραμπ να κλιμακώσει τον οικονομικό πόλεμο με κυρώσεις εναντίων του Ιράν. Αλλά συναντούν δυσκολίες. Στις αρχές του χρόνου, ο Τραμπ αναγκάστηκε σε άτακτη υποχώρηση όταν η Κίνα «απάντησε» στους δασμούς του με μια διακοπή των εξαγωγών των «σπανίων γαιών» - στοιχείων που είναι απαραίτητα για την παραγωγή της «υψηλής τεχνολογίας» (από τα κινητά τηλέφωνα ως την τεχνητή νοημοσύνη και τα «έξυπνα» όπλα). Και αναγκάστηκε να συρθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την ιρανική ηγεσία όταν η Τεχεράνη έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ σπρώχνοντας με αυτόν τον τρόπο τις τιμές του πετρελαίου στα ουράνια.
Άγριος γύρος κυρώσεων
Τώρα ο Τραμπ απειλεί με έναν, ακόμα πιο άγριο, γύρο κυρώσεων όχι μόνο το ίδιο το Ιράν αλλά και οποιονδήποτε -σύμμαχο ή αντίπαλο- τολμήσει να έχει οικονομικές σχέσεις μαζί του. Ο υπουργός Οικονομικών του Τραμπ, ο Σκοτ Μπέσεντ παρομοίασε τη νέα επίθεση με την περιβόητη «D-Day», την ημέρα που ξεκίνησε η αντεπίθεση των «Συμμάχων» ενάντια στη ναζιστική Γερμανία με την απόβαση στη Νορμανδία τον Ιούνιο του 1944.
«Την περασμένη Δευτέρα», γράφει ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου στην Καθημερινή, στη συνέντευξη τύπου όπου ο υπουργός Οικονομικών θα εξηγούσε τις λεπτομέρειες της επιχείρησης, ο Μπέσεντ «έψαχνε τις ανάσες του λες και μόλις είχε τελειώσει το τζόγκινγκ, ενώ όταν απαντούσε στις πιεστικές ερωτήσεις των δημοσιογράφων έψαχνε τα λόγια του ανάμεσα σε αμήχανες παύσεις και αρκετά σαρδάμ. Αντί για τα καταιγιστικά πυρά που θα περίμενε κανείς ακούγοντας τα περί D- Day, έμεινε σε προειδοποιητικές βολές στον αέρα: αόριστες απειλές για ενδεχόμενες κυρώσεις εναντίον όσων δεν διακόψουν τις εμπορικές σχέσεις τους με το Ιράν, αποφεύγοντας να τις εξειδικεύσει και να θέσει οποιαδήποτε προθεσμία».
Το βασικό εξαγωγικό προϊόν του Ιράν είναι το πετρέλαιο. Ο πόλεμος και οι κυρώσεις έχουν μειώσει δραματικά τις εξαγωγές αλλά δεν τις έχουν εκμηδενίσει: συνεχίζονται μέσα από ένα δίκτυο «μαύρης αγοράς» που περιλαμβάνει μεταφορτώσεις από τάνκερ σε τάνκερ, αλλαγές ονομάτων και ιδιοκτητών των πλοίων ακόμα και εν πλω, κρυφά λιμάνια και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Ένα μόνο πράγμα δεν είναι ακριβώς κρυφό: ο αγοραστής του πετρελαίου. Το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου καταλήγει στην Κίνα.
Ο υπ. Εξ. της Κίνας απάντησε στις απειλές του Τραμπ για την κλιμάκωση των κυρώσεων σε βάρος του Ιράν και των εμπορικών του εταίρων με λίγες λέξεις: «Η Κίνα θα υπερασπιστεί να νόμιμα συμφέροντά της». Η «μετάφραση» του μηνύματος ήταν σαφής: αν οι ΗΠΑ προσπαθήσουν να επιβάλλουν τις νέες κυρώσεις τους, το Πεκίνο θα επιβάλει ξανά εμπάργκο στις εξαγωγές των σπανίων γαιών.
Ο Τραμπ είναι διαβόητος για τα συνεχή μπρος – πίσω. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι είναι έτοιμος να παραιτηθεί από την προσπάθεια να ελέγξει τη Μέση Ανατολή. Η βαρβαρότητα του ιμπεριαλιστικού πολέμου συνεχίζεται και στρατιωτικά και οικονομικά. Μόνο οργανώνοντας το αντιπολεμικό κίνημα μπορούμε να την σταματήσουμε.

