«Ρίξαμε με επιτυχία τα θεμέλια» δήλωσε ο Τζέι Ντι Βανς, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής που συναντήθηκε την περασμένη Κυριακή στο Μπύργκενστοκ της Ελβετίας με την ιρανική αντιπροσωπία.
Τα στενά του Ορμούζ άνοιξαν. Ακόμα και αν δεν υπάρξει κάποια νέα εμπλοκή θα χρειαστούν μήνες μέχρι να αποκατασταθεί πλήρως η ναυσιπλοΐα. Αλλά κάποια πλοία έχουν αρχίσει ήδη να περνάνε από τα στενά: «Τέσσερα δεξαμενόπλοια μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου από το Κατάρ διέσχιζαν το πρωί της Δευτέρας τα στενά», γράφει η ανταπόκριση της Financial Times, «ο μεγαλύτερος αριθμός από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου… Το Σάββατο, το πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων MSC Qingdao έφυγε από τον Κόλπο μέσω των στενών … με τον αναμεταδότη του ενεργοποιημένο… Οι ανησυχίες για τυχόν ιρανικές επιθέσεις φαίνεται ότι έχουν μειωθεί σημαντικά».
Για τις ΗΠΑ, τον Τραμπ και τον Βανς το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ήταν η πρώτη και πιο άμεση προτεραιότητα των ειρηνευτικών συνομιλιών με το Ιράν. Μέχρι το ξέσπασμα του πολέμου το 20% περίπου του παγκόσμιου πετρελαίου περνούσε από τα στενά. «Δεν ήθελα να παρακολουθήσω μια οικονομική καταστροφή…» δήλωσε ο ίδιος ο Τραμπ στην προσπάθειά του να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την συμφωνία με το Ιράν. «Σε τέσσερις πάνω κάτω βδομάδες θα ξεμέναμε… τα παγκόσμια πετρελαϊκά αποθέματα θα εξαντλούνταν…». Τώρα αυτός ο κίνδυνος μοιάζει να απομακρύνεται. Και οι τιμές του πετρελαίου στις παγκόσμιες αγορές έχουν πάρει την κατιούσα.
Ο Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο σε βάρος της Τεχεράνης πριν από τέσσερις περίπου μήνες με στόχο να πάψει το Ιράν να αποτελεί ισχυρή περιφερειακή δύναμη – οικονομικά, πολιτικά, διπλωματικά και στρατιωτικά. Το Ιράν είχε αποκτήσει σημαντική επιρροή πάνω στο γειτονικό του Ιράκ, μετά τον αποτυχημένο πόλεμο «κατά της τρομοκρατίας» του προέδρου Μπους του 2003. Η Τεχεράνη ήταν, μέχρι την αιφνιδιαστική ανατροπή του από τον Αχμέντ αλ Σααρά τον Δεκέμβριο του 2024, ένας από τους βασικούς συμμάχους του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ της Συρίας. Και, όπως είναι γνωστό, το Ιράν συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι το βασικό στήριγμα της «σιιτικής παραστρατιωτικής» Χεζμπολάχ του Λιβάνου και των «ανταρτών» Χούθι της Υεμένης. Ο Τραμπ δήλωνε αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος σε όλα αυτά. Και απειλούσε να «γυρίσει το Ιράν πίσω στο Μεσαίωνα» αν η ηγεσία του δεν αποδεχόταν όλες απαραιτήτως τις αμερικανικές απαιτήσεις.
Ο Τραμπ απαιτούσε από το Ιράν να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά το πυρηνικό του πρόγραμμα, να διακόψει κάθε προσπάθεια εμπλουτισμού ουρανίου –παρόλο που όλοι οι διεθνείς επιθεωρητές επιβεβαίωναν ότι το Ιράν ούτε έχει, ούτε είχε κάνει κάποια προσπάθεια να παρασκευάσει εμπλουτισμένο ουράνιο κατάλληλο για πολεμική χρήση. Και απαιτούσε ακόμα από την Τεχεράνη να παραδώσει «εδώ και τώρα» στις ΗΠΑ το ήδη εμπλουτισμένο του ουράνιο –παρόλο που είναι σχεδόν βέβαιο ότι βρίσκεται θαμμένο βαθιά κάτω από την γη κάτω από τα ερείπια των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ βομβάρδισαν στη διάρκεια της πρώτης τους επίθεσης, του 12ήμερου πολέμου του περασμένου Δεκέμβρη.
To 2015, την περίοδο της προεδρίας Μπάρακ Ομπάμα στις ΗΠΑ, το Ιράν είχε υπογράψει συμφωνία με τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Βρετανία, Γαλλία) για τον περιορισμό και έλεγχο του πυρηνικού του προγράμματος. Οι ΗΠΑ απέσυραν την υπογραφή τους από τη συμφωνία το 2018, στη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ στον Λευκό Οίκο και ο Μπάιντεν (ο πρώην αντιπρόεδρος του Ομπάμα) που τον διαδέχτηκε το 2021 «ξέχασε» να την αναβιώσει.
Διαπραγματεύσεις
Την Δευτέρα, ο Βανς ανακοίνωσε, στην προσπάθειά του να περιγράψει τις «επιτυχίες» των διαπραγματεύσεων, ότι το Ιράν συμφώνησε να επιτρέψει στους Επιθεωρητές της Διεθνούς Ατομικής Υπηρεσίας να επιστρέψουν. Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών διέψευσε, πάντως, ακόμα και αυτή την «είδηση». Στη διάρκεια των 18ωρων διαπραγματεύσεων της Ελβετίας, είπε, δεν έγινε καμιά συζήτηση για το πυρηνικό πρόγραμμα.
Ο Τραμπ δεν απαιτούσε από το Ιράν να εγκαταλείψει μόνο τις πυρηνικές του φιλοδοξίες: απαιτούσε να εγκαταλείψει ολόκληρο το εξοπλιστικό του πρόγραμμα. Τώρα δηλώνει ότι έχει δικαίωμα να έχει ακόμα και βαλλιστικούς πυραύλους – πυραύλους που μπορούν να χτυπήσουν στόχους εκατοντάδες ή ακόμα και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. «Πρέπει να έχουν κάποιους πυραύλους γιατί και οι άλλοι έχουν. Πώς να αφήσω τη Σαουδική Αραβία να έχει πυραύλους και το Ιράν όχι;».
Οι ΗΠΑ δέσμευσαν από την αρχή του πολέμου όλα τα ιρανικά κεφάλαια που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στις διεθνείς τράπεζες. «Τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης και οι αναλυτές», γράφουν Τα Νέα, «εκτιμούν ότι το Ιράν διαθέτει παγωμένα περιουσιακά στοιχεία αξίας μεταξύ 124 και 167 δισεκατομμυρίων δολαρίων – περίπου το ένα τέταρτο του ετήσιου οικονομικού προϊόντος του πριν τον πόλεμο…». Οι ΗΠΑ συμφώνησαν τώρα να άρουν όλες τις δεσμεύσεις.
«Η ουσία αλλά και η φρασεολογία του μνημονίου, ενός σύντομου κειμένου δύο σελίδων και 14 σημείων, δημιουργεί τη βάσιμη υπόνοια ότι πρόκειται για κείμενο που γράφτηκε στην Τεχεράνη και εγκρίθηκε, με οριακές τροποποιήσεις, από την Ουάσιγκτον» γράφει ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου στην Καθημερινή. «Το σημείο 1 αναφέρει τρεις φορές μέσα σε επτά γραμμές ότι οι εχθροπραξίες πρέπει να σταματήσουν αμέσως και στον Λίβανο… Το σημείο 4 λέει ότι η Αμερική θα άρει αμέσως τον ναυτικό αποκλεισμό και δεσμεύεται να απομακρύνει τις δυνάμεις της από τον περίγυρο της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν εντός 30 ημερών…».
Οι ΗΠΑ ηττήθηκαν «κατά κράτος» στον πόλεμο με το Ιράν. «Ο πόλεμος λήγει με την απόλυτη ήττα», γράφει η New York Times. «Με έναν ταπεινωτικό ξεπεσμό για τον ίδιο τον Τραμπ και τη χώρα». Οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον πόλεμο πιστεύοντας ότι θα ήταν ένας περίπατος – μια επανάληψη της στρατηγικής που ακολούθησαν στη Βενεζουέλα, όπου η απαγωγή του προέδρου Μαδούρο άνοιξε τον δρόμο για την συνεργασία με την «μετριοπαθή» αντιπρόεδρο του Ντέλσι Ροντρίγκες.
Ο λαός του Ιράν έχει ξεσηκωθεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια ενάντια στη φτώχεια και τη λιτότητα από τη μια και τις παράλογες απαγορεύσεις του «θεοκρατικού καθεστώτος» από την άλλη. Τον Γενάρη το καθεστώς εξαπέλυσε ένα τρομαχτικό κύμα καταστολής ενάντια σε μια εξέγερση που είχε ξεκινήσει «με μηδαμινή αφορμή» (από τους μικροεμπόρους της Τεχεράνης) στα τέλη του Δεκέμβρη. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών είναι άγνωστος –οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πάνω από 3.000. Αλλά οι εκτιμήσεις του Τραμπ, που πίστευε ότι οι ξεσηκωμένοι Ιρανοί θα στήριζαν την αμερικανική επίθεση ενάντια στο «καθεστώς» αποδείχτηκαν τελείως λανθασμένες: ο κόσμος δεν «τσίμπησε». Οι βόμβες των Μεγάλων Δυνάμεων δεν φέρνουν την απελευθέρωση. Ποτέ στην ιστορία δεν το έχουν κάνει.
Η ήττα είναι ακόμα πιο βαριά για τον μέχρι τώρα πιστό φίλο και σύμμαχο του Τραμπ, τον Μπένιαμιν Νετανιάχου. «Τέσσερις μόνο μήνες πριν», γράφει η Financial Times, «το όνειρο δεκαετιών του Νετανιάχου, η έναρξη ενός κοινού πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ ενάντια στο Ιράν έμοιαζε να γίνεται πραγματικότητα… Μόνο που αυτός ο πόλεμος, που το Ισραήλ ονόμαζε ‘η τελική μάχη’, δεν εξελίχθηκε ακριβώς όπως είχε φανταστεί…».
Προβοκάτσιες
Το Ισραήλ έκανε, μέχρι και την τελευταία στιγμή, ό,τι περνούσε από το χέρι του για να ακυρώσει τη συμφωνία και να συνεχιστεί ο πόλεμος. Οι διαπραγματεύσεις στην Ελβετία επρόκειτο να αρχίσουν την Παρασκευή –αλλά δεν άρχισαν γιατί η ιρανική αντιπροσωπεία αρνήθηκε να εμφανιστεί λόγω του βομβαρδισμού, λίγες ώρες πριν, του Λιβάνου (για πολλοστή φορά) από το Ισραήλ. Η ίδια η συνάντηση της Κυριακής παραλίγο να ακυρωθεί και αυτή γιατί, παρά τις αμερικανικές πιέσεις, το Ισραήλ χτύπησε ξανά τον Λίβανο μέσα στις επόμενες ώρες – αλλά αυτή τη φορά οι Ιρανοί αποφάσισαν να αγνοήσουν την προβοκάτσια (που ήταν έτσι και αλλιώς περιορισμένης κλίμακας).
Ο Νετανιάχου είχε γίνει ο «κολλητός» του Τραμπ στην δεύτερη θητεία του. Οι Financial Times μέτρησαν επτά συναντήσεις ανάμεσα στους δυο ηγέτες από τις 20 Ιανουαρίου 2025 μέχρι σήμερα. Αλλά τώρα οι σχέσεις τους έχουν ψυχρανθεί.
Στο ίδιο το Ισραήλ η ακροδεξιά (δηλαδή τα στελέχη της κυβέρνησης του Νετανιάχου) έχουν ξεσπαθώσει ενάντια στη συμφωνία. Στα γκάλοπ η δημοτικότητα του Τραμπ (στο Ισραήλ) έχει πέσει στα τάρταρα. Είναι τόσο μεγάλο το μίσος τους που ανάγκασε ακόμα και τον ίδιο τον Βανς να επιτεθεί φραστικά στην ακροδεξιά (και εμμέσως στον ίδιο τον Νετανιάχου): «Αν ήμουν στο υπουργικό συμβούλιο της Ισραηλινής κυβέρνησης, δεν θα επιτιθόμουνα στον μοναδικό ισχυρό σύμμαχο που μου έχει απομείνει στον κόσμο». Και θα ήθελα να θυμίσω, συμπλήρωσε, ότι τα δυο τρίτα των αμυντικών όπλων που προστάτευσαν το Ισραήλ «κατασκευάστηκαν από αμερικανικά χέρια και πληρώθηκαν από τα δολάρια των Αμερικανών φορολογουμένων».
Το Ισραήλ είναι το πιο «πιστό σκυλί» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να σταματήσουν να το στηρίζουν –ό,τι και αν λέει τώρα ο Βανς ή ο Τραμπ. Αλλά δεν ισχύει το ίδιο ακριβώς για τον Νετανιάχου –που έχει να αντιμετωπίσει τις κάλπες τον Οκτώβρη και κινδυνεύει, αν χάσει τις εκλογές, να καταλήξει στη φυλακή (για σκάνδαλα όχι για τη γενοκτονία των Παλαιστινίων και τα εγκλήματα του πολέμου). Αλλά το βέβαιο είναι ότι η ήττα έχει διαταράξει τις σχέσεις ανάμεσα στις δυο χώρες. Και η αποτυχία βάζει, αναγκαστικά, όλα τα ζητήματα ξανά στο τραπέζι.

