
Κιρ Στάρμερ
Tην Δευτέρα 23 Ιούνη ο Κιρ Στάρμερ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το αξίωμα του πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου μετά τη νίκη του Άντι Μπέρναμ στις συμπληρωματικές εκλογές του Μέικερφιλντ την περασμένη εβδομάδα. Ο αγώνας για την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος θα ξεκινήσει στις 9 Ιουλίου, ώστε ο νέος ηγέτης να έχει αναλάβει τα καθήκοντά του μέχρι τον Σεπτέμβριο. Ο Μπέρναμ έχει δηλώσει ήδη ότι θα θέσει υποψηφιότητα.
Με ηχητική υπόκρουση την «Ωδή στη Χαρά» ο Στάρμερ απαρίθμησε μια σειρά από «επιτεύγματα» της πρωθυπουργίας του για να καταλήξει: «Κοιτάξτε τι έχουμε πετύχει σε μόλις δύο χρόνια» ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση των Εργατικών σήμαινε «το τέλος της λιτότητας» και δικαιώματα για τους εργαζόμενους και τους ενοικιαστές.
Ωστόσο, οι πρώτες του ενέργειες ως πρωθυπουργού ήταν η διατήρηση του ανώτατου ορίου για το επίδομα δύο παιδιών -αφήνοντας πάνω από ένα εκατομμύριο παιδιά στη φτώχεια- και η κατάργηση του χειμερινού επιδόματος θέρμανσης για δέκα εκατομμύρια συνταξιούχους. Ο Νόμος για τα Δικαιώματα στην Απασχόληση αποδυναμώθηκε για να ικανοποιήσει τις μεγάλες επιχειρήσεις ενώ ο Νόμος για τα Δικαιώματα των Ενοικιαστών δεν αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ενοικιαστές: τα εξωφρενικά υψηλά ενοίκια.
Τα πραγματικά «επιτεύγματα» που ανέφερε έκαναν τον κόσμο λιγότερο ασφαλή και τροφοδότησαν την ακροδεξιά και τον ρατσισμό. Ο Στάρμερ καυχήθηκε για «τη μεγαλύτερη αύξηση στις αμυντικές δαπάνες από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου», αλλά και τη «μείωση των εισόδων μεταναστών με σκάφη» και το «κλείσιμο των ξενοδοχείων ασύλου».
Ο διορισμός στην κυβέρνηση του Πίτερ Μάντελσον -φίλου του δισεκατομμυριούχου παιδεραστή Τζέφρι Έπσταϊν- δεν αναφέρθηκε στην ομιλία του. Ούτε η τοποθέτησή του ότι «το Ισραήλ έχει αυτό το δικαίωμα», όταν το σιωνιστικό κράτος διέκοψε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού στη Γάζα για να υποστηρίξει τη γενοκτονία. Δεν είπε κουβέντα για το ότι το Εργατικό Κόμμα ενέτεινε τον πόλεμο εναντίον των τρανς+ ατόμων.
Πώς απέτυχε ο Στάρμερ τόσο θεαματικά μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια;
Έξι πρωθυπουργοί σε μια δεκαετία
Ένας κύκλος κρίσεων διαπερνά το πολιτικό σύστημα. Από το 2007, το βρετανικό κράτος έχει πληγεί από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το Brexit, την Covid-19, απονομιμοποιημένο στη συνείδηση του κόσμου λόγω της υποστήριξής του προς το Ισραήλ. Έχουμε ήδη ζήσει μια δεκαετία με έξι πρωθυπουργούς -σε αντίθεση με τα 30 χρόνια πριν από την οικονομική κρίση του 2007, κατά τα οποία υπήρξαν μόνο τρεις.
Η αναταραχή έχει βαθιές ρίζες στην κρίση της δεκαετίας του 1970 όταν μια κρίση πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους επανήλθε στον πλανήτη ακριβώς τη στιγμή που το βρετανικό κράτος τρέκλιζε καθώς είχε παρακμάσει ως παγκόσμια δύναμη.
Η απάντηση της βρετανικής άρχουσας τάξης ήταν ο νεοφιλελευθερισμός. Το χάσμα μεταξύ των Τόρις και των Εργατικών μειώθηε ενώ αυξήθηκε το χάσμα ανάμεσα στους ψηφοφόρους και τα κόμματα. Η αίσθηση ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να έχουν καμία επιρροή στις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις, όσο περιορισμένη κι αν ήταν αυτή στο παρελθόν, ενισχύθηκε.
Όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, οι άρχουσες τάξεις στράφηκαν στην λιτότητα και κλιμάκωσαν την πολιτική εξεύρεσης αποδιοπομπαίων τράγων στους μετανάστες. Νομιμοποίησαν τον ρατσισμό της ακροδεξιάς και της επέτρεψαν να παρουσιαστεί ως «αντικαθεστωτική» δύναμη που «αντιμετωπίζει τις ελίτ».
Όμως, ούτε η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία επέζησε. Παρατηρούμε πλέον μια στροφή προς νέους τρόπους διαχείρισης και οργάνωσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, οι οποίοι βασίζονται πολύ περισσότερο στην κρατική παρέμβαση. Έτσι, ο Στάρμερ και η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς μίλησαν για την πρόθεσή τους να ακολουθήσουν το μοντέλο της «Bidenomics». Πρόκειται για την πολιτική της προηγούμενης αμερικανικής κυβέρνησης υπό τον Τζο Μπάιντεν, η οποία χρησιμοποίησε την κρατική παρέμβαση στην οικονομία για να καταστήσει τον αμερικανικό καπιταλισμό πιο ανταγωνιστικό έναντι της Κίνας.
Η οικονομική ανάπτυξη στη Βρετανία παραμένει υποτονική την τελευταία δεκαετία. Η κυβέρνηση των Εργατικών για να τονώσει την ανάπτυξη θα μπορούσε να αυξήσει τις επενδύσεις μέσω της αύξησης των φόρων ή του δανεισμού. Όμως, δεν ήθελε να το κάνει αυτό, μήπως και δυσαρεστήσει τους πλούσιους και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Έτσι, αντ’ αυτού προώθησε μια νέα δεύτερη φάση λιτότητας. Ακολούθησαν διαδοχικές προσπάθειες «επανεκκίνησης», και διαδοχικές στροφές προς τα δεξιά.
Ο Στάρμερ θα μείνει στην ιστορία ως ένας από τους πιο ανιαρούς και γκροτέσκους εκπροσώπους της κυρίαρχης ιδέας του Εργατικού Κόμματος ότι το κοινοβούλιο είναι πιο σημαντικό από τους αγώνες των εργαζομένων για την επίτευξη κοινωνικής αλλαγής –που απογοητεύει την εργατική τάξη.
Το Εργατικό Κόμμα κάθε φορά υπόσχεται ότι θα εκφράσει τις ελπίδες της εργατικής τάξης για έναν καλύτερο κόσμο παίρνοντας τα ηνία του βρετανικού κράτους και κυβερνώντας βάσει του «εθνικού συμφέροντος». Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει κοινό «εθνικό συμφέρον» μεταξύ τραπεζιτών, εργοδοτών, ιδιοκτητών ακινήτων και εργαζομένων. Κυβέρνηση με βάση το «εθνικό συμφέρον» σημαίνει κυβέρνηση εντός των ορίων που επιτρέπει η άρχουσα τάξη.
Όταν ο καπιταλισμός βρίσκεται σε άνθηση, έχει πολύ μεγαλύτερη ικανότητα να επιτρέψει μεταρρυθμίσεις προς όφελος της εργατικής τάξης χωρίς να διαταράξει την κερδοφορία. Όμως σήμερα, ολόκληρο το σύστημα βρίσκεται σε κρίση, από την οικονομική στασιμότητα έως την κλιματική καταστροφή και την απειλή πολέμου.
Οι μεγάλες επιχειρήσεις, σήμερα, δεν είναι διατεθειμένες να επιτρέψουν μεταρρυθμίσεις και απαιτούν από το Εργατικό Κόμμα να αποδυναμώσει ακόμη και τις πιο ήπιες που θα μπορούσαν να θέσουν εμπόδια στην αποκόμιση κερδών. Ο Στάρμερ και η Ριβς δέχτηκαν πρόθυμα να συμμορφωθούν.
Υπάρχουν άφθονα χρήματα για την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης, αλλά αυτό απαιτεί αντιπαράθεση με τις μεγάλες επιχειρήσεις και ρήξη με την αγορά.
Θα είναι ο Γουίλ Μπέρναμ, που ετοιμάζεται να διεκδικήσει την ηγεσία, πιο πρόθυμος να αντιμετωπίσει τη δύναμη των πλουσίων; Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι όχι.
Πέρυσι είχε δηλώσει ότι το Εργατικό Κόμμα δεν πρέπει να εξαρτάται από τις αγορές ομολόγων. Τον τελευταίο χρόνο προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από αυτή τη δήλωση και να καθησυχάσει τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ο Μπέρναμ δήλωσε στην εφημερίδα των εργοδοτών, τη Financial Times, ότι παρερμηνεύτηκε. Είπε: «Αυτό που είπα είναι ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα ακολουθήσαμε έναν τρόπο διαχείρισης της οικονομίας, όπου απλώς παραδώσαμε τον έλεγχο των θεμελιωδών κινητήριων δυνάμεων της οικονομίας».
«Δημοσιονομικοί κανόνες»
Κατέστησε σαφές ότι δεν έχει σχέδια να αλλάξει τους «δημοσιονομικούς κανόνες» που χρησιμοποιεί η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς για να δικαιολογήσει τη δεύτερη φάση λιτότητας του Εργατικού Κόμματος. Ο Μπέρναμ έχει προσλάβει τρεις κορυφαίους οικονομολόγους ως συμβούλους, σε μια προσπάθεια να καθησυχάσει τους εργοδότες και τους τραπεζίτες ότι διαθέτει «δημοσιονομική αξιοπιστία».
Ένας από αυτούς είναι ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντι Χάλντεϊν. Ο δεύτερος είναι ο Ρίτσαρντ Χιούζ, ο οποίος προήδρευσε του Γραφείου Προϋπολογιστικής Ευθύνης (OBR) -ενός φορέα που δημιουργήθηκε από τον υπουργό Οικονομικών των Τόρις, Τζορτζ Όσμπορν, για να επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων λιτότητας. Ο τρίτος είναι ο Τζιμ Ο’Νιλ, πρώην υπουργός των Τόρις και πρώην πρόεδρος της Goldman Sachs Asset Management.
Παρά την «ήπια αριστερή» στάση που επιδεικνύει, ο Μπέρναμ εκπροσωπεί την πολιτική του νεοφιλελεύθερου κέντρου, ακριβώς όπως και ο Στάρμερ.
Όχι μόνο έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα παρεκκλίνει από τους δημοσιονομικούς κανόνες που έχει θέσει το Εργατικό Κόμμα -πράγμα που σημαίνει περισσότερη λιτότητα. Αλλά έχει επίσης δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν θα υπάρξει ρήξη με τον ρατσισμό και τον αυταρχισμό του Εργατικού Κόμματος -το αντίθετο, μάλιστα.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, υποστήριξε τα σχέδια της υπουργού Εσωτερικών Σαμπάνα Μαχμούντ για την καταστολή της μετανάστευσης. Ακολουθούσε την ίδια στρατηγική με τον Στάρμερ, προσπαθώντας να «υπερκεράσει» το Reform UK σε θέματα μετανάστευσης ενώ υποστήριξε τις τρανσφοβικές κατευθυντήριες οδηγίες της EHRC.
Αυτό σημαίνει ότι μια κυβέρνηση Μπέρναμ δεν θα αποτελέσει προπύργιο ενάντια στο «Reform UK» ή στο «Restore Britain», αντίθετα θα λειτουργήσει ως εκκολαπτήριο της ακροδεξιάς και του φασισμού.
Ας πανηγυρίσουμε για την πτώση του Στάρμερ αλλά η αντικατάσταση ενός κεντρώου με έναν άλλο δεν θα φέρει την αλλαγή που χρειάζονται εκατομμύρια άνθρωποι της εργατικής τάξης. Ας χτίσουμε λοιπόν τους αγώνες από τα κάτω, τον αντιρατσισμό και την ταξική πάλη, για να την φέρουμε.
Τόμας Τενγκέλι Έβανς,
Socialist Worker

