Τα αποτελέσματα των εκλογών της Κυριακής διαμόρφωσαν ένα αδιέξοδο για την άρχουσα τάξη στην Ελλάδα. Ήξεραν ήδη ότι δεν έχουν καταφέρει να πείσουν τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους ότι το μνημόνιο και η λιτότητα “είναι ευτυχία”, όπως είχε πει ο Θεόδωρος Πάγκαλος. Πλέον όμως βλέπουν ότι τους κόβεται και η δυνατότητα να κυβερνάνε με τους συνήθεις μηχανισμούς που μετατρέπουν τη μειοψηφία σε πλειοψηφία. Η ήττα που υπέστησαν ήρθε σαν επιστέγασμα των απανωτών αποτυχιών τους να στήσουν ένα σχήμα διακυβέρνησης που και θα υλοποιεί τη λιτότητα και θα κρατάει τη φαινομενική δημοκρατική νομιμοποίηση.
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν σε θυελλώδεις ρυθμούς. Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου κατέρρευσε τον Οκτώβρη μέσα σε δύο μόλις χρόνια από τις εκλογές του 2009 τις οποίες είχε κερδίσει με το σαρωτικό 44%. Η άρχουσα τάξη επέλεξε αντί για εκλογές να στήσει μια νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Λουκά Παπαδήμο, έχοντας την υποστήριξη των τριών κομμάτων που στηρίζουν το μνημόνιο: ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ.
Η ελπίδα τους ήταν ότι μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν ακόμα πιο ισχυρή από μια μονοκομματική του ΠΑΣΟΚ και θα μπορούσε να εφαρμόσει τα σκληρά μέτρα που οι υπουργοί του ΓΑΠ αποδείχθηκαν ανίκανοι να τα υλοποιήσουν και κάποιοι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ αποδείχθηκαν πολύ μαλακοί για να τα ψηφίσουν. Όμως έπεσαν έξω και σε αυτή την εκτίμηση. Η επιλογή τους να πάνε σε εκλογές ήταν από μόνη μια παραδοχή ήττας. Η επιθετική επιλογή ήταν να παραμείνει ο Παπαδήμος πρωθυπουργός μέχρι τη λήξη της τετραετίας (στα τέλη του 2013), με αντίστοιχο τρόπο που το επιχειρεί ο Μόντι στην Ιταλία. Όμως, οι αγώνες δεν έκαναν πίσω, οι πανεργατικές απεργίες δεν υποχώρησαν, αλλά κλιμακώθηκαν μέχρι και τον ξεσηκωμό της 12ης Φλεβάρη. Η κυβέρνηση κήρυξε συντεταγμένη υποχώρηση.
Τώρα αποκαλύπτεται πως το υποτιθέμενο υπερόπλο Παπαδήμου έσκασε στα χέρια τους. Τα τρία κόμματα της συγκυβέρνησης είχαν πάρει στις προηγούμενες εκλογές 5.700.000 ψήφους. Τώρα πήραν 2.200.000 ψήφους. Τα τρία κόμματα μαζί πήραν όσες ψήφους είχε πάρει η ΝΔ μόνη της το 2009. Απώλεια τριάμισυ εκατομμυρίων ψηφοφόρων μέσα σε δύο μόλις χρόνια ισοδυναμεί με παταγώδη αποτυχία.
Εκβιασμοί
Με αυτό το δεδομένο, οδηγήθηκε σε αποτυχία και η τελευταία ελπίδα τους, όπως εκφράστηκε με τη στρατηγική Σαμαρά. Πίστευαν ότι στις εκλογές τα δύο κόμματα θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια ικανή πλειοψηφία του κοινοβουλίου και θα σχημάτιζαν μια κυβέρνηση με τον Σαμαρά να έχει το πάνω χέρι. Βασική προϋπόθεση για ένα τέτοιο σχέδιο θα ήταν να λειτουργούσαν οι πιέσεις και οι εκβιασμοί σε βάρος του κόσμου που εντάθηκαν μέσα στην προεκλογική περίοδο. Η “ακυβερνησία” όμως αποδείχθηκε ότι δεν λειτούργησε ως απειλή σε κανέναν.
Αντίθετα τα τρία κόμματα της συγκυβέρνησης συνέχισαν να φυλορροούν μέχρι την τελευταία μέρα. Το ΛΑΟΣ δεν μπαίνει καν στη Βουλή. Το ίδιο ίσχυσε και για τις υπόλοιπες εφεδρείες, τύπου Μπακογιάννη και Μάνου. Η άρχουσα τάξη καταλαβαίνει για πρώτη φορά στο πετσί της κάτι που από τη δική μας μεριά επισημαίνουμε τουλάχιστον από τις εκλογές του 2007, ότι ο κόσμος που αποστασιοποιείται σε κάθε εκλογική μάχη από τα “μεγάλα” κόμματα δεν αποτελεί δεξαμενή που μπορεί να τα ξανατροφοδοτήσει την κρίσιμη στιγμή. Κατά πλειοψηφία πρόκειται για κόσμο ριζοσπαστικοποιημένο που αναζητά εναλλακτική.
Αποδεικνύεται συνεπώς λανθασμένη η εκτίμηση που είχε τμήμα της άρχουσας τάξης ότι η πολιτική κρίση στην Ελλάδα ήταν απλώς κρίση προσώπων ή κρίση των κομματικών μηχανισμών και κατά συνέπεια το πολιτικό σκηνικό απλώς χρειάζεται αναμόρφωση για να μείνει επί της ουσίας ίδιο. Από αυτή την άποψη η αστάθεια του πολιτικού συστήματος εκφράζεται ακόμα και από τα κέρδη του Καμμένου. Η δεξιά κατάφερε να συγκρατήσει ένα μικρό μέρος των ψήφων της (670 χιλιάδες πήραν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες), αλλά μόνο επειδή έπαιξαν το χαρτί του αντι-μνημονίου, ακόμη και του ευρωσκεπτικισμού, κάτι πρωτοφανές για την Ελλάδα. Έτσι οι απώλειες προς τα δεξιά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως εξισορρόπηση της εκρηκτικής ανόδου της Αριστεράς. Δεν πρόκειται γενικώς για “πόλωση”, αλλά για αριστερή στροφή με ταυτόχρονο θρυμματισμό της Δεξιάς.
Η αδυναμία να σχηματιστεί κυβέρνηση που θα συνεχίσει τις επιθέσεις είναι μια πρωτοφανής κατάσταση για την άρχουσα τάξη στην Ελλάδα μεταπολεμικά. Το παράδειγμα του 1958 είναι χρήσιμο για να συγκρίνουμε τα αποτελέσματα της Αριστεράς (τότε η ΕΔΑ είχε πάρει 24,4%), μιας και επρόκειτο για το μεγαλύτερο σκορ μέχρι σήμερα και τη μοναδική ως χτες ανάδειξη της Αριστεράς σε αξιωματική αντιπολίτευση. Όμως τότε η ΕΡΕ του Καραμανλή πήρε 171 έδρες και σχημάτισε άνετη αυτοδύναμη κυβέρνηση. Η πολιτική κρίση σήμερα είναι ασύγκριτα βαθύτερη.
Η άρχουσα τάξη, οι καπιταλιστές, οι τραπεζίτες και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι βρίσκονται στα στενά. Απέτυχαν οι ίδιοι, απέτυχαν τα κόμματά τους, απέτυχαν οι δημοσιογράφοι τους και τα ΜΜΕ στις απειλές και τους εκβιασμούς. Απέτυχε μαζί τους και η Τρόικα, οι τεχνικοί και πολιτικοί σύμβουλοι της ΕΕ, του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όποιος νόμιζε ότι ο κόσμος θα λύγιζε από το “σοκ” έπεσε έξω και τώρα το σοκ επιστρέφει στους δημιουργούς του. Η πρόκληση για την Αριστερά και το εργατικό κίνημα είναι να μην τους αφήσουμε να πάρουν ανάσα. Να τους αποτελειώσουμε.

