Πέρσι τον Οκτώβρη έγιναν κάμποσα αφιερώματα στους Βαλκανικούς Πολέμους επικεντρωμένα στα 100 χρόνια από την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη. Η κατάληψη της πόλης ήταν το μεγαλύτερο έπαθλο της συμμετοχής της Ελλάδας στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο. Μια λαμπερή (ίσως όχι τόσο πλέον) επέτειος, αφορμή για παρελάσεις και εμψυχωτικές εκκλήσεις εθνικής ενότητας, και ταυτόχρονα με μια αύρα δικαιοσύνης και προόδου. Στο κάτω-κάτω ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος διεξάχθηκε από μια συμμαχία βαλκανικών κρατών ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η Αυτοκρατορία είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «ο Μεγάλος Ασθενής» και ήταν ένα φεουδαρχικό απομεινάρι που επιβίωνε επειδή η κάθε μια από τις Μεγάλες Δυνάμεις φοβόταν ότι σε περίπτωση κατάρρευσή της, οι ανταγωνιστές της θα κέρδιζαν περισσότερα. Η ήττα της στον πόλεμο ήταν από μια άποψη πλήγμα για ένα καθεστώς οικονομικής-κοινωνικής οπισθοδρόμησης και εθνικής καταπίεσης.
Όμως, εξαιτίας της αδυναμίας της εργατικής τάξης των Βαλκανίων, το έργο αυτό το ανέλαβαν οι αστικές τάξεις, τα κράτη και οι δυναστείες των «χριστιανικών» χωρών που είχαν διαμορφωθεί τις προηγούμενες δεκαετίες –το καθένα δεμένο με τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Αυτό το μίγμα έκανε τα Βαλκάνια «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης». Η πρώτη έκρηξη έγινε 1912. Ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος συνοδεύτηκε από σφαγές, διωγμούς, καταστροφές, η έννοια της «εθνοκάθαρσης» είναι πολύ πιο πρόσφατη αλλά ταιριάζει γάντι στην πραγματικότητα εκείνου του πολέμου.
Όμως, η επέτειος της λήξης του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου είναι σχεδόν άγνωστη. Στις 10 Αυγούστου 1913 υπογράφτηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, ύστερα από την επέμβαση της «διεθνούς κοινότητας» της εποχής, δηλαδή των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης. Με αυτή την «ειρήνη» μοιράστηκε η λεία του πρώτου πολέμου. Ο συνασπισμός των κρατών που είχε κατατροπώσει την παρακμασμένη Αυτοκρατορία ήταν μια λυκοσυμμαχία αρπακτικών, που στράφηκαν το ένα ενάντια στο άλλο.
“Τετελεσμένα”
Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος ξεκίνησε στις 16 Ιούνη. Η νέα βουλγάρικη κυβέρνηση του Ντάνεφ αποφάσισε να επιτεθεί στα ελληνικά και σερβικά στρατεύματα στη Μακεδονία. Σκοπός της ήταν να καταλάβει όσο μεγαλύτερες εκτάσεις γινόταν και να δημιουργήσει «τετελεσμένα» πριν την αναμενόμενη παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Όμως, υπερτίμησε τις δυνάμεις της. Ο ελληνικός στρατός είχε υπεροπλία στο δικό του μέτωπο και μέσα σε δυο βδομάδες ο βουλγάρικος αναγκάστηκε να υποχωρήσει.
Ήταν η ευκαιρία που περίμενε η κυβέρνηση της Ρουμανίας για να ικανοποιήσει τις «δίκαιες εθνικές διεκδικήσεις». Επιτέθηκε από το βορρά και ο στρατός της έφτασε κοντά στη Σόφια, την πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Ακόμα και η ταπεινωμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία πήρε τη μικρή της εκδίκηση: ο στρατός της προέλασε στην ανατολική Θράκη και (ανα)κατέλαβε την Αδριανούπολη.
Οι μάχες αυτού του πολέμου ήταν λυσσώδεις και αιματηρές. Όμως, το βασικό χαρακτηριστικό του, όπως υπογραμμίζει ο ιστορικός Τάσος Κωστόπουλος στο βιβλίο του Πόλεμος και Εθνοκάθαρση ήταν η «εφαρμογή μιας συστηματικής εθνοκάθαρσης των διαφιλονικούμενων περιοχών από τους ανεπιθύμητους κατοίκους τους. Και τούτη τη φορά πρωταγωνιστής δεν ήταν άλλος από τον ελληνικό στρατό».
Ο βουλγάρικος στρατός έκανε μαζικές εκτελέσεις όπως στη Νιγρίτα και στο Σιδηροκάστρο και στο Δοξάτο της Δράμας. Η απάντηση του ελληνικού στρατού ήταν κυριολεκτικά να εξαφανίσει κωμοπόλεις και χωριά. Ούτε οι αιχμάλωτοι πολέμου έχουν καλύτερη μοίρα: κοντά στους χίλιους εκτελούνται μετά την κατάληψη της Νιγρίτας.
Το Κιλκίς ήταν για δεκαετίες το κέντρο των «βουλγαριζόντων» Μακεδόνων. Ήταν επίσης η γενέτειρα του Ντάνεφ, του Βούλγαρου πρωθυπουργού. Στις 21 Ιούνη, μετά το τέλος της αιματηρής μάχης που έγινε στην περιφέρειά του, η πόλη παραδόθηκε στις φλόγες από τον ελληνικό στρατό. Συνολικά 149 σλαβόφωνα ή μικτά χωριά καταστράφηκαν. Την κατάληψη ακολούθησαν σκληρές διώξεις, εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, δολοφονίες και εκτελέσεις για να αποκτήσουν το «σωστό φρόνημα» οι πληθυσμοί των περιοχών της Μακεδονίας που είχε «απελευθερώσει» ο ελληνικός στρατός.
Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα άλλο από μια προσωρινή παύση πριν τον επόμενο γύρο πολέμου και εθνοκάθαρσης. Ο Λέον Τρότσκι που έζησε τους Βαλκανικούς Πολέμους από κοντά, σαν πολεμικός ανταποκριτής μιας ρώσικης σχετικά προοδευτικής εφημερίδας, σχολίαζε την υπογραφή της συνθήκης σε ένα από τα τελευταία άρθρα του:
«Πρέπει λοιπόν να πούμε για τις νέες συνοριακές γραμμές της Βαλκανικής Χερσονήσου πως, ανεξάρτητα από το πόσο θα κρατήσουν, έχουν χαραχτεί πάνω στα καταξεσκισμένα, αφαιμαγμένα και εξουθενωμένα ζωντανά κορμιά των εθνών. Ούτε ένα από αυτά τα βαλκανικά έθνη δεν κατόρθωσε να συμμαζέψει όλα τα σκορπισμένα κομμάτια του. Και ταυτόχρονα όλα τους, περιέχουν τώρα στην επικράτειά τους μια συμπαγή εχθρική μειονότητα… Έχοντας σταματήσει λόγω της απόλυτης εξουθένωσης, ο πόλεμος θα επαναληφθεί όταν φρέσκο αίμα κυλήσει στις αρτηρίες. Κι όμως, το αίμα των σκοτωμένων κραυγάζει πως χύθηκε άδικα. Τίποτα δεν επιτεύχθηκε, τίποτα δεν επιλύθηκε… Το Ανατολικό Ζήτημα καίει ακόμα, σαν μια απαίσια πληγή που χύνει δηλητήριο μέσα στο σώμα της καπιταλιστικής Ευρώπης».
Μεγάλες Δυνάμεις
Ο Τρότσκι είχε δίκιο. Οι Μεγάλες Δυνάμεις που έδωσαν τη «λύση» με την παρέμβασή τους βρίσκονταν οι ίδιες στη ρίζα του προβλήματος. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία το 1908 είχε προσαρτήσει την Βοσνία-Ερζεγοβίνη (προτεκτοράτο της από το 1878). Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου δεν πρόβλεπε τίποτα γι’ αυτό, φυσικά. Η Σερβία βρήκε το δρόμο της «εθνικής ολοκλήρωσης» κλειστό προς βορρά, από μια Μεγάλη Δύναμη, οπότε στράφηκε στο Νότο. Ενάντια στη Βουλγαρία για τον έλεγχο της Μακεδονίας –το σερβικό κράτος ονόμαζε τον πληθυσμό «αδελφούς νοτιοσέρβους» και το βουλγάρικο «αδελφούς βουλγάρους».
Η Βουλγαρία έχασε μεγάλες περιοχές όπως τη Δοβρουτσά που επιδικάστηκε στη Ρουμανία. Και μιας κι η Ρουμανία ήταν δεμένη με την Γαλλία, η πλάστιγγα στη βουλγάρικη άρχουσα τάξη έγειρε οριστικά υπέρ της συμμαχίας με την Γερμανία. Ο παραδοσιακός προστάτης της, η Ρωσία των Τσάρων, είχε χάσει την επιρροή της.
Το ελληνικό κράτος ήταν ο μεγάλος κερδισμένος του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Παρόλα αυτά, μια σειρά «μέτωπα» παρέμεναν ανοιχτά. Λίγο μετά την Συνθήκη του Βουκουρεστίου οι Μεγάλες Δυνάμεις έδωσαν τις ευλογίες τους στην ίδρυση ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους. Όμως, η ελληνική άρχουσα τάξη εποφθαλμιούσε την περιοχή που ονόμασε Βόρειο Ήπειρο, η Σερβία είχε «προαιώνια εθνικά δίκαια» στο Κοσσυφοπέδιο, κι η Ιταλία ξεκινούσε να κάνει την Αλβανία ανεπίσημο προτεκτοράτο της.
Επίσης, τα νέα εδάφη και οι πληθυσμοί τους έπρεπε να αφομοιωθούν στον «εθνικό κορμό». Όπως επισήμαινε ο Τρότσκι κάθε κράτος βρέθηκε με μια «συμπαγή εχθρική μειονότητα» στην έκτασή του (κάποια με περισσότερες από μια). Το κάθε κράτος, είτε ανήκε στην πλευρά των ηττημένων είτε των νικητών, δεν έχασε καμιά ευκαιρία να το εκμεταλλευτεί κυνικά. Το ελληνικό κράτος ρίχτηκε με τα μούτρα σε αυτές τις εκστρατείες.
Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου εξασφάλισε το πολύ ένα χρόνο ειρήνης στα βασανισμένα Βαλκάνια. Το καλοκαίρι του 1914 ένας Σέρβος φοιτητής δολοφόνησε τον διάδοχο του αυστροοουγρικού θρόνου στο Σεράγιεβο. Και μέσα σε λίγες μέρες όλη η Ευρώπη είχε βυθιστεί στο σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Η «ειρήνη του Βουκουρεστίου» είναι ακόμα ένα παράδειγμα για το πού οδηγούν οι λεγόμενες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες των ιμπεριαλιστών. Μόνο η εργατική τάξη μπορεί να δώσει πραγματικές λύσεις, γιατί δεν έχει κανένα συμφέρον ούτε από την εθνική καταπίεση ούτε από τους ανταγωνισμούς για κέρδος και ισχύ των καπιταλιστών. Αυτό ίσχυε εκατό χρόνια πριν για τα Βαλκάνια, ισχύει και σήμερα.
Ούτε η Ε.Ε ούτε ο ΟΗΕ ούτε πολύ περισσότερο το ΝΑΤΟ είναι η απάντηση στον εθνικισμό και την πολεμοκαπηλεία. Η μοναδική απάντηση είναι οι κοινοί αγώνες της εργατικής τάξης των Βαλκανίων και της ευρύτερης περιοχής ενάντια σε ιμπεριαλισμό και άρχουσες τάξεις.

• Το βιβλίο του Τ. Κωστόπουλου «Πόλεμος και εθνοκάθαρση» θα το βρείτε στο Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο

