Οικονομία και Πολιτική
Ευρωπαϊκή οικονομία: Στην εντατική, διασωληνωμένη στην “ποσοτική χαλάρωση”
Η ανακοίνωση, στις 29 Ιούλη, των αποτελεσμάτων του τελευταίου στρες τεστ των 51 σημαντικότερων ευρωπαϊκών τραπεζών (οι ελληνικές τράπεζες είχαν εξαιρεθεί) βύθισε την περασμένη εβδομάδα τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια στα τάρταρα. Όπως έγραφε η Καθημερινή, “η εβδομάδα είχε αρχίσει πολύ άσχημα, καθώς οι επενδύτες αποχωρούσαν μαζικά από τις τραπεζικές μετοχές μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων...”.
Τυπικά μια μόνο τράπεζα, η ιταλική Banca Monte dei Paschi di Siena (που θεωρείται και η αρχαιότερη τράπεζα του κόσμου) “κόπηκε” στο στρες τεστ: με το δυσμενές σενάριο τα “καλά κεφάλαιά” της θα έπεφταν όχι απλά κάτω από το όριο ασφαλείας του 4,5% που είχε θέσει η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή, αλλά κάτω από το μηδέν. Οι υπόλοιπες τράπεζες πέρασαν “με άνεση”: η αυστριακή Raiffeisen Landesbanken έμεινε στο 6,14%, η ισπανική Banco Popular στο 7,01%, η ιταλική Unicredit στο 7,12%, η Βρετανική Barclays στο 7,3%. Οι “αγορές”, όμως, είχαν διαφορετική άποψη. Τη Δευτέρα, την πρώτη χρηματιστηριακή ημέρα μετά την 29η Ιούλη (ήταν Παρασκευή), οι τραπεζικές μετοχές πήραν τον κατήφορο. Καθόλου άδικα.
Τρία σοβαρά προβλήματα
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αντιμετωπίζουν τρία σοβαρά προβλήματα. Το πρώτο είναι τα “κόκκινα δάνεια”. Όπως αποκάλυψε ο ίδιος ο Αντρέα Ένρια, ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, τα “μη εξυπηρετούμενα δάνεια” έχουν φτάσει στο 1 τρισεκατομμύριο Ευρώ -ένα τρομαχτικό, από κάθε άποψη, ποσό. Από αυτά το ένα τρίτο περίπου οφείλεται στα “ανοίγματα” των Ιταλικών τραπεζών. Η Monte dei Paschi έχει αυτή τη στιγμή πάνω από 50 δις “μη εξυπηρετούμενα δάνεια” στα βιβλία της.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι τα μηδενικά σχεδόν ή ακόμα και αρνητικά (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) επιτόκια. Τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών συμπαρασύρουν προς τα κάτω όλα τα επιτόκια. Οι “αποδόσεις” των πενταετών ομολόγων του Βρετανικού Δημοσίου, για να φέρουμε ένα παράδειγμα, βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο 0,22%. Οι τράπεζες, όμως, κερδίζουν από τη διαφορά των επιτοκίων. Όσο πιο χαμηλό είναι το επίπεδο των επιτοκίων τόσο πέφτουν τα κέρδη τους.
Το τρίτο -και ίσως το μεγαλύτερο αυτή τη στιγμή- πρόβλημα είναι το Brexit, ένα γεγονός που η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή δεν είχε καν συνυπολογίσει σαν “πιθανό κίνδυνο” στα σενάρια του στρες τεστ. Πριν από λίγες ημέρες η Τράπεζα της Αγγλίας έδωσε στη δημοσιότητα τις νέες, αναθεωρημένες της εκτιμήσεις για την ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια: από το 2,3% στο 0,8% για το 2017 και στο 1,8% για το 2018. Και οι προβλέψεις δεν είναι καθόλου πιο αισιόδοξες στην άλλη πλευρά της Μάγχης, παρόλο που οι διαδικασίες για το “διαζύγιο” Βρετανίας - Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αναμένεται να ξεκινήσουν καν μέσα στην επόμενη διετία.
Κάτω από την πίεση των στρες τεστ και των αρνητικών προβλέψεων για την οικονομία η Τράπεζα της Αγγλίας αποφάσισε την περασμένη εβδομάδα μια ακόμα νέα, γενναία χαλάρωση της νομισματικής της πολιτικής: το βασικό της επιτόκιο κατέβηκε από το 0,5% στο 0,25% ενώ το πρόγραμμα “ποσοτικής χαλάρωσης” επεκτάθηκε κατά 60 δις λίρες.
Οι “αγορές” υποδέχτηκαν την είδηση με ανακούφιση. Οι τιμές των μετοχών στα χρηματιστήρια άρχισαν να ανεβαίνουν. Αλλά είναι γελασμένος όποιος πιστεύει ότι τα πράγματα διορθώνονται: η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει εδώ και επτά τουλάχιστον χρόνια, στην εντατική, “διασωληνωμένη” με τα “πιεστήρια” των κεντρικών τραπεζών. Οι “γιατροί” της Τράπεζας της Αγγλίας διέταξαν την περασμένη εβδομάδα την επέκταση της διασωλήνωσης. Οι κερδοσκόποι, τα “κοράκια” των αγορών έχουν κάθε λόγο να κάνουν πάρτι. Άλλα είναι γελοίο κανείς, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, να μοιράζει υποσχέσεις για “ανάπτυξη”, όπως κάνει ο Τσίπρας, δηλαδή.

