Διεθνή
Σε Γάζα, Iράκ, Λίβανο, Aφγανιστάν: Kάτω τα χέρια από την αντίσταση

Tα αποτελέσματα μιας ακόμα Iσραηλινής επίθεσης στη Γάζα

Την προηγούμενη βδομάδα η αμερικάνικη κυβέρνηση έκανε δυο ταυτόχρονες κινήσεις. Ανακοίνωσε ένα μεγάλο πακέτο στρατιωτικής «βοήθειας» στο Ισραήλ και σε φιλικά της αραβικά καθεστώτα. Τις ίδιες μέρες η Κοντολίζα Ράις, υπουργός Εξωτερικών και ο Ρόμπερτ Γκέιτς, υπουργός Αμυνας έκαναν μια σύντομη περιοδεία στη περιοχή όπου συναντήθηκαν με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ και συμμετείχαν σε μια συνδιάσκεψη με άραβες φίλους τους, όπως τους σείχηδες του Κόλπου, στο θέρετρο του Σαρμ-ελ-Σειχ. 

Το Ισραήλ θα πάρει τριάντα δισεκατομμύρια δολάρια «βοήθεια» σε πωλήσεις όπλων στα επόμενα δέκα χρόνια, μια αύξηση 25%. Η Σαουδική Αραβία και τα διάφορα εμιράτα του Κόλπου θα πάρουν όπλα αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων και η Αίγυπτος οπλισμό αξίας 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μέχρι και πολεμικά πλοία για την ενίσχυση του σαουδαραβικού πολεμικού στόλου στον Κόλπο προβλέπει το «πακέτο». 

Στις 31 Ιούλη έγινε η συνδιάσκεψη με την παρουσία των δυο υπουργών του Μπους. Σε αυτήν εκτός από την Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και την Ιορδανία, συμμετείχαν και το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, το Ομάν, το Κατάρ και τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα. Δυο κοινά ενώνουν τα καθεστώτα όλων αυτών των χωρών. Είναι όλα πιστοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή και όλα τους είναι σκληρές δικτατορίες. 

Η ανακοίνωση της εξοπλιστικής βοήθειας δεν ήταν ένα μεγαλόψυχο δώρο του Μπους για να κρατήσει ικανοποιημένους τους συμμάχους του. Ολοι οι αναλυτές, από την στιγμή που ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε αυτό το «πακέτο», επισήμαναν ότι πρόκειται για μια κίνηση πίεσης προς το Ιράν. 

Δεν χρειάστηκε να περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα, για να επιβεβαιωθεί αυτή η εκτίμηση από τα πιο επίσημα χείλη, της ίδιας της Κοντολίζα Ράϊς. Μιλώντας στην συνδιάσκεψη, τόνισε τα εξής: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Ιράν αντιπροσωπεύει την μεγαλύτερη στρατηγική απειλή για τις ΗΠΑ και για τη Μέση Ανατολή που θέλουμε να δούμε να δημιουργείται.» 

Η κυβέρνηση του Μπους θέλει να αυξήσει την πίεση στο Ιράν, επειδή το θεωρεί λίγο ως πολύ υπεύθυνο για όλα τα πισωγυρίσματα που δέχεται η αμερικάνικη στρατηγική σε όλα τα μέτωπα, από το Αφγανιστάν μέχρι το Ιράκ και το Λίβανο. Τους προηγούμενους μήνες έγιναν δυο επίσημες συναντήσεις ανάμεσα σε αμερικάνους και ιρανούς διπλωμάτες στην Βαγδάτη. Τώρα ετοιμάζεται η 3η τέτοια συνάντηση. 

Για την κυβέρνηση του Μπους αυτές οι διαπραγματεύσεις δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Θέλει να δείξει λοιπόν, ότι μπορεί να κινητοποιήσει όλους τους συμμάχους της στην περιοχή, επισείοντας την απειλή της εξάπλωσης του «σιιτικού κινδύνου» που υποτίθεται υποδαυλίζει το Ιράν. 

Η Ράις και ο Γκέιτς ζήτησαν από τους συμμάχους τους να υποστηρίξουν πιο ενεργητικά τη κατοχική κυβέρνηση του Νούρι αλ Μαλίκι στο Ιράκ. ‘Ομως ακόμα και η Σ. Αραβία δυσπιστεί απέναντι σε αυτή την κυβέρνηση. Οχι μόνο γιατί βλέπει ότι αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να τα βάλει με την Αντίσταση που δυναμώνει, αλλά και γιατί στην ηγεσία της βρίσκονται σιιτικά κόμματα με στενούς δεσμούς με το Ιράν. 

Το δεύτερο «αίτημα» της Ράις και του Γκέιτς ήταν αυτά τα φιλικά καθεστώτα να συμβάλουν πιο ενεργητικά στην «διεθνή διάσκεψη ειρήνευσης για τη Μέση Ανατολή», δηλαδή για το Παλαιστινιακό, που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ για τον Νοέμβρη. Ο στόχος είναι η σταθεροποίηση του Αμπάς και της Φατάχ και η συντριβή της Αντίστασης που με επικεφαλής τη Χαμάς ελέγχει τη Γάζα. Και εδώ όμως, τα σχέδιά τους αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες. Η ήττα στο Ιράκ, που γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρη κάθε μέρα που περνάει, δυναμώνει τις φλόγες της αντίστασης και στην Παλαιστίνη. 


 

Την Κυριακή 5 Αυγούστου ο ισραηλινός πρωθυπουργός Εχουντ Ολμερτ συναντήθηκε με τον Μαχμούντ Αμπάς στην Ιεριχώ της Δυτικής Οχθης. Τα δυτικά πρακτορεία ειδήσεων κάλυψαν την είδηση ως μια πρώτη «χειρονομία καλής θέλησης» από τη μεριά του Ισραήλ. Ισραηλινός επίσημος είχε να επισκεφτεί παλαιστινιακά εδάφη πολλά χρόνια, μας λένε, πριν το  ξέσπασμα της δεύτερης Ιντιφάντα το 2000. 

 

Ο Ολμέρτ και ο Αμπάς θα κουβεντιάσουν για την «αναζωογόννηση» των ειρηνευτικών συνομιλιών και ο Σαέμπ Ερεκάτ, δεξί χέρι του Αμπάς και βασικός διαπραγματευτής με το Ισραήλ, εκφράζει την αισιοδοξία του ότι σε αυτή τη συνάντηση το Ισραήλ θα θέσει «βασικές παραμέτρους» για μια έντιμη συμφωνία. Ψέματα και μάλιστα χοντροκομμένα. 
 
Μερικές σκηνές από την επίσκεψη μιλάνε από μόνες τους. Για να φτάσει ο Ολμέρτ στην Ιεριχώ, η αστυνομία του Αμπάς είχε αποκλείσει την πόλη, και είχε διώξει κάθε κάτοικό της μακριά σε ακτίνα εκατοντάδων μέτρων από το ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ, το τόπο της συνάντησης. Καθώς η ισραηλινή αυτοκινητοπομπή έμπαινε στην πόλη, πέρασε από το σημείο ελέγχου που έχει εγκαταστήσει ο ισραηλινός στρατός από το ξέσπασμα της δεύτερης Ιντιφάντα. Αυτό το «τσεκπόιντ» στην ουσία αποκλείει την πρόσβαση στην Ιερουσαλήμ και την επικοινωνία με άλλες περιοχές. Τώρα, η «ελπίδα» του Αμπάς είναι ότι σε «ένδειξη καλής θέλησης» ο ισραηλινός στρατός θα το απομακρύνει –μαζί με μια χούφτα ακόμα τέτοια σημεία ελέγχου. Τόσο μεγάλη πρόοδος...
Στην πραγματικότητα, όπως έχει κάνει σαφές το Ισραήλ, τέτοιου είδους συναντήσεις δεν πρόκειται να φέρουν τίποτα χειροπιαστό για τους Παλαιστίνίους της Δυτικής Οχθης. Αν κάνουμε τώρα παραχωρήσεις ενόψει της συνδιάσκεψης του Νοέμβρη, δήλωσαν ισραηλινοί αξιωματούχοι, οι προσδοκίες θα ανέβουν και αν δεν αποδώσουν οι συνομιλίες θα υπάρξει «κλιμάκωση της βίας». Η πολιτική του Ισραήλ παραμένει η ίδια κι απαράλλαχτη από την εποχή των Συμφωνιών του Οσλο το 1994: εμείς δεν δίνουμε τίποτα, η παλαιστινιακή ηγεσία πρέπει να δίνει συνέχεια χειροπιαστές αποδείξεις για την υποχωρητικότητά της. 
 
Αυτό που πραγματικά κάνει το Ισραήλ, με την ενθάρρυνση των ΗΠΑ, είναι να ενισχύει τη θέση του Μαχμούντ Αμπάς και της Φατάχ, τόσο ώστε να μπορέσει να συντρίψει την Αντίσταση, που αυτή τη στιγμή έχει σαν κέντρο τη Γάζα. Εκτός από το «ξεπάγωμα» κονδυλίων που παρακρατούσε το Ισραήλ από την Παλαιστινιακή Αρχή ως αντίποινα για την εκλογή της Χαμάς τον Γενάρη του 2006, απελευθέρωσε επιλεκτικά κάποιους παλαιστίνιους κρατούμενους, όλους μέλη της Φατάχ. Τις προηγούμενες μέρες έδωσε άδεια να περάσει ένα φορτίο όπλων, 1.000 σύγχρονα τουφέκια, για τις «δυνάμεις ασφαλείας» του Αμπάς στην Δυτική Οχθη. 
 
Αυτές οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό ενάντια στην Χαμάς στη Δυτική Οχθη. Η οργάνωση κατήγγειλε ότι από τα μέσα Ιούνη έχουν γίνει 472 απαγωγές μελών της από την αστυνομία του Αμπάς και έχουν σημειωθεί περισσότερες από 300 επιθέσεις σε γραφεία οργανώσεων που συνδέονται μαζί της. 
Aποκλεισμός
Την ίδια στιγμή ο αποκλεισμός της Γάζας συνεχίζεται. Οι συνέπειες για τον πληθυσμό είναι τραγικές. Η ανεργία έχει φτάσει στο 44% και το 80% του 1,5 εκατομμυρίου Παλαιστινίων που ζουν εκεί εξαρτώνται από την ανθρωπιστική βοήθεια για να μπορέσουν να φάνε. Κάθε οικονομική δραστηριότητα έχει νεκρώσει και κάθε τόσο μια επιδρομή από ισραηλινά αεροπλάνα κοστίζει νεκρούς. 
Κι όμως, η Γάζα κρατάει. Μια ανταπόκριση στην ιστοσελίδα του αμερικάνικου περιοδικού ΤΙΜΕ της 2 Αυγούστου διαπιστώνει: «Ο νόμος έχει επιστρέψει στη Γάζα.. Ο αποκλεισμός είναι κομμάτι της ισραηλινής και αμερικάνικης στρατηγικής για την απομόνωση της Χαμάς, με την προσδοκία ότι οι Παλαιστίνιοι θα απομακρυνθούν από την ισλαμιστική ηγεσία που δεν έχει αναγνωρίσει το Ισραήλ και θα στραφούν στη Φατάχ που είναι πρόθυμη να ξεκινήσει ξανά την ειρηνευτική διαδικασία. Μέχρι στιγμής το σχέδιο δεν έχει λειτουργήσει. Με τα χέρια λυμένα να κυβερνάει όπως θέλει, η Χαμάς χτίζει τη μαζική της υποστήριξη και τις στρατιωτικές της δυνατότητες, που μπορού να επιζήσουν από τον διεθνή αποκλεισμό.» Στην ίδια ανταπόκριση, ο δημοσιογράφος του Time παρατηρεί σχεδόν έκπληκτος, ότι η Χαμάς «δεν έχει συγκροτήσει δικαστήρια της σαρία», ότι οι γυναίκες που δεν φοράνε την ισλαμική μαντήλα αισθάνονται πιο ασφαλείς να κυκλοφορούν ελεύθερα στους δρόμους τώρα, παρά πριν τον Ιούνη...
 
Ο Μαχμούντ Ζαχάρ, στέλεχος της Χαμάς και πρώην υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας», δήλωσε την περασμένη βδομάδα ότι «τα αραβικά καθεστώτα που συμμετέχουν στον αποκλεισμό του παλαιστινιακού λαού σύντομα θα πληρώσουν το τίμημα». Αυτό φοβούνται και οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, για αυτό σπεύδουν να ενισχύσουν με όπλα τέτοια καθεστώτα. Το αντιπολεμικό κίνημα στη Δύση έχει υποχρέωση να σταθεί με όλη του τη δύναμη στο πλευρό της Παλαιστινιακής Αντίστασης αυτή τη κρίσιμη ώρα. 
 
Λέανδρος Mπόλαρης

 

Ιράκ: Oι εργάτες πετρελαίου αντιστέκονται

 

Πριν από μερικές βδομάδες η κατοχική κυβέρνηση του Ιράκ είχε αναγκαστεί να υποχωρήσει μπροστά στις απεργίες των εργατών του πετρελαίου που κινητοποιήθηκαν για καλύτερες συνθήκες δουλειάς και ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του πετρελαϊκού πλούτου της χώρας. Τώρα προσπαθεί να πάρει την εκδίκησή της, με την υποστήριξη και την ενθάρρυνση του αφεντικού της, των ΗΠΑ. 

Η φιλοααμερικάνικη κυβέρνηση του Ιράκ έθεσε την προηγούμενη βδομάδα εκτός νόμου του συνδικάτο των εργαζόμενων στα πετρέλαια χρησιμοποιώντας ένα νόμο από την εποχή του Σαντάμ Χουσεϊν. Η κίνηση αυτή της κυβέρνησης έρχεται τη στιγμή που μεγαλώνει η αντίσταση στο προτεινόμενο «ενεργειακό» νόμο που αν περάσει θα παραδώσει τις πηγές ενέργειας της χώρας στα χέρια των πολυεθνικών. 

Η Ομοσπονδία Συνδικάτων Πετρελαίου του Ιράκ (IFOU) έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή της πάλης ενάντια στη ψήφιση αυτού του νόμου. Στις αρχές αυτής της χρονιάς η κυβέρνηση είχε εκδώσει εντάλματα σύλληψης για τον Χασάν Τζούμαα και άλλους συνδικαλιστές της ομοσπονδίας που είχαν οργανώσει επιτυχημένες απεργίες στο νότιο Ιράκ. 

Πριν από αυτή την επίθεση στην Ομοσπονδία είχε προηγηθεί η απόφαση της κυβέρνησης να «παγώσει» τις τραπεζικές καταθέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία του συνδικάτου. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας Nafadna («Το πετρέλαιό μας» στα αραβικά) πρόκειται για «ένα προληπτικό χτύπημα με στόχο την πετυχημένη καμπάνια ενάντια στον προτεινόμενο πετρελαϊκό νόμο, η οποίος σχεδιάζεται να επιβληθεί στο Ιράκ από την κατοχική κυβέρνηση.»

Στις 18 Ιούλη το υπουργείο Πετρελαίου ανακοίνωσε ότι το συνδικάτο «χάνει κάθε νομική υπόσταση» με βάση το Διάταγμα 155 –ένα νόμο που δημοσιεύτηκε στο αποκορύφωμα του πολέμου με το Ιράν το 1987, δηλαδή επί Σαντάμ Χουσεϊν. Οπως αναφέρει η ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας Nafadna «η λαϊκή αντίσταση είναι τόσο μεγάλη ώστε η κατοχική κυβέρνηση έχει αναγκαστεί να παραβιάσει μια σειρά χρονοδιαγράμματα που έχει θέσει η κυβέρνηση Μπους για την ενεργοποίηση του νόμου.» 

Τέτοιες κινήσεις μόνο πανικό φανερώνουν. Γιατί όλα δείχνουν ότι η κυβέρνηση του αλ-Μαλίκι δεν μπορεί να ελέγξει τίποτα στο Ιράκ. Την περασμένες μέρες έξι σουνίτες υπουργοί παραιτήθηκαν από την κυβέρνηση. Ολοι πια την αποκαλούν «κυβέρνηση της πράσινης ζώνης», της περιοχής της Βαγδάτης που έχει αποκλειστεί με τεράστια τσιμεντένια φράγματα και στο εσωτερικό της βρίσκονται κυβερνητικά κτίρια και η πρεσβεία των ΗΠΑ. 

Την ίδια στιγμή, ο αμερικάνικος στρατός χάνει καθημερινή τη μάχη με το αντάρτικο. Η εφημερίδα Γκάρντιαν του Λονδίνου είχε ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ στο φύλλο της 19 Ιούλη. Ενας δημοσιογράφος της συναντήθηκε με εκπροσώπους έξι αντάρτικων οργανώσεων που συντονίζουν τη δράση τους αυτό το διάστημα προσπαθώντας να δημιουργήσουν κι ένα πολιτικό μέτωπο. 

Εχει σημασία να μεταφέρουμε μια βασική διαπίστωση του άρθρου της Γκάρντιαν: «Για τέσσερα χρόνια η αντίσταση παρέμενε στη σκιά, χωρίς δημόσιο πρόσωπο, φαινομενικά ακέφαλη, ενόσω διεξήγαγε μια όλο και πιο έντονη εκστρατεία που έχει φέρει τον πιο ισχυρό στρατό του κόσμου στα πρόθυρα της ήττας και έχει ανατρέψει την παγκόσμια ισορροπία ισχύος. 

Οι αγριότητες στο στυλ της Αλ-Κάϊντα με στόχο άμαχους και οι συγκρούσεις των ομάδων θανάτου Σιιτών-Σουνιτών που έχουν κλιμακωθεί τα τελευταία χρόνια, έστρεφαν την προσοχή μακριά από τον αντάρτικο πόλεμο ενάντια στις αμερικανοβρετανικές δυνάμεις κατοχής και τον μισθοφορικό ιρακινό στρατό και αστυνομία. 

Ομως, είναι αυτός ο εντεινόμενος πόλεμος φθοράς που έχει φέρει την αποχώρηση από το Ιράκ στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον: τώρα σημειώνονται περισσότερες από 5.000 επιθέσεις το μήνα ενάντια στις αμερικάνικες δυνάμεις ενώ οι τρεις τελευταίοι μήνες υπήρξαν οι αιματηρότεροι για τις αμερικάνικες δυνάμεις από την εισβολή το 2003: 331 θάνατοι και 2.029 τραυματισμοί.»  


 

 

Aφγανιστάν: Nα γυρίσει τώρα πίσω ο ελληνικός στρατός

 

Οι ΗΠΑ χάνουν σε ακόμα ένα μέτωπο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» -το πιο πετυχημένο τους μέχρι πρόσφατα: το Αφγανιστάν. Η απαγωγή των 23 Κορεατών ιεραπόστολων πριν δυο βδομάδες από αντάρτες Ταλιμπάν έφερε πάλι τον πόλεμο του Αφγανιστάν στα φώτα της παγκόσμιας δημοσιότητας. Την περασμένη βδομάδα ο Χαμίντ Καρζάι, ο «πρόεδρος» του Αφγανιστάν επισκέφτηκε τον Μπους στο Καμπ Ντέηβιντ για διήμερες συνομιλίες. 

Οι νοτιοκορεάτες ιεραπόστολοι απήχθησαν καθώς ταξίδευαν με λεωφορείο από την πόλη Κανταχάρ στην πρωτεύουσα Καμπούλ. Οι αντάρτες απαιτούν την απελευθέρωση πολιτικών κρατούμενων από τις φυλακές του καθεστώτος Καρζάι με αντάλλαγμα τη ζωή τους. Ηδη έχουν εκτελέσει 2 νοτιοκορεάτες. Οι κατοχικές δυνάμεις και ο αφγανικός στρατός έχουν ξεκινήσει μια μεγάλη «επιχείρηση ασφαλείας» με σκοπό την απελευθέρωσή τους. Το πιο πιθανό είναι ότι αυτή η επιχείρηση θα οδηγήσει στον άδικο χαμό όχι μόνο κι άλλων απαχθέντων αλλά και δεκάδων Αφγανών. 

Η οργάνωση All Together στην Ν. Κορέα σημειώνει στην ανακοίνωσή της ότι «Η απαγωγή των 23 είναι μια τραγωδία, αλλά τα γεγονότα μπορούν να γίνουν κατανοητά ορθώς μόνο αν λάβουμε υπόψη την ανάπτυξη νοτιοκορεάτικων στρατευμάτων στο Αφγανιστάν τα οποία συμμετέχουν στην αμερικανονατοϊκή κατοχή της χώρας. 

Από τη σκοπιά των Αφγανών, η Νότια Κορέα είναι μια από τις κατοχικές δυνάμεις και εχθρική χώρα. Τον Δεκέμβρη του 2001 ο τότε πρόεδρος Κιμ Νταε Γιουγκ έστειλε στρατεύματα στο Αφγανιστάν. Περισσότεροι από 200 νοτιοκορεάτες στρατιώτες σταθμεύουν αυτή τη στιγμή στην αεροπορική βάση Μπαγκράμ δίπλα στα αμερικάνικα στρατεύματα. 

Βέβαια, οι απαγωγές ή οι σκοτωμοί αθώων πολιτών δεν είναι ο τρόπος αντίστασης στην κατοχή. Το αντιπολεμικό κίνημα της Νότιας Κορέας δεν συμφωνεί με αυτή την τακτική. 

Παρόλα αυτά, αν το κίνημα επιτύχει την απόσυρση των στρατευμάτων από το Αφγανιστάν θα είναι μια πολιτική ήττα για τις ΗΠΑ γιατί θα χάσουν ένα από τα πιο σημαντικά στηρίγματά τους στην Απω Ανατολή. Η νοτιοκορεάτικη παρουσία δίνει τη δυνατότητα στον Μπους να ισχυρίζεται ότι η κατοχή του Αφγανιστάν έχει πλατιά διεθνή υποστήριξη.» 

Η Νότια Κορέα δεν είναι η μοναδική χώρα που αποτελεί «σημαντικό στήριγμα» του Μπους έστω κι αν έχει «μόνο» 200 στρατιώτες στο Αφγανιστάν. Τον ίδιο ακριβώς ρόλο, για τους ίδιους ακριβώς λόγους παίζει κι η ελληνική συμμετοχή στην κατοχή της χώρας, με «μόλις 200 στρατιώτες». Το αντιπολεμικό κίνημα στην Ελλάδα δεν πρέπει στιγμή να ξεχνάει το αίτημα για άμεση απόσυρση της «Ελληνικής Δύναμης Αφγανιστάν».