Η νεότερη πολιτική ιστορία της χώρας διαμορφώθηκε με καθοριστικό τρόπο από το «φάντασμα» που πλανιόταν πάνω της: το ΣΕΚΕ-Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Αυτό, είτε με την έννοια της συνολικής αναδιάταξης των πολιτικών συσχετισμών και σχέσεων, όπως την περίοδο του ΕΑΜ ως προέκταση του Παλλαϊκού Μετώπου του Μεσοπολέμου, είτε με τη μορφή της συγκρότησης ενός ακραίου αντικομμουνιστικού κράτους, όπως αυτό που διαμορφώθηκε την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, του κράτους των Quislings κατά την περίοδο της Κατοχής, ή του κράτους του εμφυλίου και της μετεμφυλιακής περιόδου. Μάλιστα, χρειάστηκαν ωμές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις (Δεκεμβριανά, Αμερικανοκρατία) για να ανασχέσουν τη δυναμική που απέκτησε στην ελληνική κοινωνία και να αποσοβήσουν με στυγνά πραξικοπήματα, όπως τη Χούντα, τη διεκδίκηση της εξουσίας από την κομμουνιστική Αριστερά.
Όμως για να καταστεί το ΚΚΕ τόσο καταλυτικός παράγοντας στις εξελίξεις, χρειάστηκε να επιτευχθούν τρεις βασικοί όροι πολιτικής που δεν εμφανίστηκαν με την ίδια αναλογία στη μεταδικτατορική περίοδο. Ο πρώτος ήταν η διαμόρφωση πολιτικής στρατηγικής με διάκριση των τελικών από τους ενδιάμεσους στόχους, αντίληψη της συγκυρίας, γείωση στις κοινωνικές πραγματικότητες. Ο δεύτερος ήταν η πολιτική συμμαχιών: ανάλυση του επιπέδου και της ιδιομορφίας της πολιτικής συγκυρίας, αναγνώριση των υποβοσκουσών κοινωνικών συμμαχιών, διεμβολισμός των αστικών πολιτικών συμμαχιών, ανάπτυξη πολιτικών συνεργασιών και μετώπων πάλης καθώς και πολιτικές μαζών. Ο τρίτος παράγοντας ήταν η σύνθεση των τάσεων και των απόψεων στο εσωτερικό του κόμματος. Αυτό προϋπέθετε- και ήταν το πιο δύσκολο- σε ένα εξαιρετικά σύνθετο πολιτικό πλαίσιο, όπως διαμορφώνεται κάθε φορά από την ίδια τη ρευστότητα που προκαλεί μια αριστερά που μάχεται, να σχετιστούν οι τάσεις (και όχι να περιχαρακωθούν μεταξύ τους), να αναπτυχθεί ο εσωκομματικός διάλογος και να υπάρξουν συνθέσεις στις πολιτικές λογικές που επιμέρους αναπτύσσονται.
Ο επιτυχής χειρισμός αυτών των όρων πολιτικής ήταν αυτός που κατέστησε, ιστορικά, κυρίαρχο παράγοντα της πολιτικής σκηνής την ελληνική κομμουνιστική Αριστερά. Αποδείχθηκε, όμως, και εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο, προσδιοριζόμενο από τις ίδιες τις καμπές της ταξικής πάλης αλλά και τη στρατηγική του αντιπάλου. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο, γιατί ακριβώς σε εκθέτει στις επιλογές της στρατηγικής αυτής και καθιστά πολύ ευκολότερα τα λάθη και τiς αποτυχίες.
Με την παραπάνω έννοια, όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα αντιμετώπισε σχετικά επαρκώς τις προκλήσεις σε ζητήματα άρθρωσης στρατηγικής, επίτευξης συμμαχιών και σύνθεσης εσωκομματικών τάσεων, κατόρθωσε να εξελιχθεί σε συντελεστή της εγχώριας πολιτικής διαδικασίας. Ταυτόχρονα, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που απώλεσε τις επιτυχίες που είχε προκαλέσει (Λίβανος, Βάρκιζα, περίοδος μετά το 1959) ακριβώς επειδή δεν κατόρθωσε να αναβαθμίσει τη στρατηγική της σε επίπεδο ταξικών στόχων και να αξιοποιήσει τη δυναμική των μαζών που είχε προκαλέσει η πολιτική συμμαχιών που πρωτύτερα ακολούθησε, όπως έγινε με τα Ιουλιανά του 1965.
Τα ιστορικά παραδείγματα για όλα αυτά είναι πολλά, από την πρώτη στιγμή που δημιουργήθηκε το ΣΕΚΕ. Έτσι, θα δυσκολευτεί να υπερβεί τις θεωρητικές αδυναμίες της πρώτης «κεντριστικής» ηγετικής ομάδας του ΣΕΚΕ, αν και με το Β΄ Συνέδριο του 1920 θα ενταχθεί στην Κομμουνιστική Διεθνή, κάνοντας ένα νέο βήμα, ενώ η απουσία της νεολαίας του στο Μέτωπο της Μικράς Ασίας θα καθηλώσει το κόμμα σε σοσιαλδημοκρατικές θέσεις (το σύνθημα της μακράς νομίμου υπάρξεως») της πρώτης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του Φεβρουαρίου του 1922. Εξαιτίας αυτού δεν θα μπορέσει να επωφεληθεί από την κρίση που προκάλεσε στην Ελλάδα η Μικρασιατική Καταστροφή (επί της Γραμματείας Γ. Κορδάτου), ενώ θα απομονωθεί από τις μάζες, υιοθετώντας το σύνθημα της «ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης», που επεξεργάστηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας και επέβαλε στο 3ο Έκτακτο Συνέδριο του ΚΚΕ στα 1924 μέσω της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας.
Τοιουτοτρόπως, δεν θα επωφεληθεί από την κρίση του 1929, θα επηρεαστεί αρνητικά από την κρίση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ από τα 1925 και μετά και δεν θα μπορέσει να διασπάσει το πολιτικό μπλοκ της αστικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα του Μεσοπολέμου. Θα χάσει την ευκαιρία να αξιοποιήσει τις προτάσεις του Παντελή Πουλιόπουλου, ο οποίος θα διαγραφεί σχεδόν μαζί με τον Σεραφείμ Μάξιμο, ενώ το 4ο τακτικό Συνέδριο του 1928 πελαγοδρομούσε να αντιληφθεί τις ιδιομορφίες της ελληνικής πραγματικότητας, χαρακτηρίζοντας σχηματοποιημένα την κυβέρνηση των Φιλελευθέρων ως «δικτατορία του αγγλοαμερικακού χρηματιστικού κεφαλαίου». Παρότι αυτές οι αναλύσεις περιορίζουν τις ενδεχόμενες πολιτικές συμμαχιών, το κόμμα ήλεγχε τους μισούς περίπου από τους συνδικαλισμένους εργάτες της εποχής, γεγονός που γέννησε μια διαρκή επίθεση από τα φιλοαστικά εργατικά σωματεία, και στο Δ΄ Συνέδριο της ΓΣΕΕ, τον Απρίλιο του 1928, διαγράφηκαν τα περισσότερα σωματεία που επηρεάζονταν από το ΚΚΕ.
Η απάντηση του κόμματος προκάλεσε τη συγκρότηση της Ενωτικής ΓΣΕΕ (Φεβρουάριος 1929) που θέτει εκ νέου ως αναγκαιότητα την πολιτική συμμαχιών, στο βαθμό που συγκροτούνται από τους ρεφορμιστές και τα Ανεξάρτητα Εργατικά Συνδικάτα, στα 1931 (Δ. Στρατής) και υπήρξε άμεσος κίνδυνος να απομονωθούν οι κομμουνιστές εργάτες. Την ίδια στιγμή χιλιάδες στελέχη του κόμματος συλλαμβάνονται και 22 δολοφονούνται, ενώ το Ιδιώνυμο στις 18 Ιουνίου 1929 προσπαθεί να διαλύσει τις κομματικές οργανώσεις. Η κατάσταση αυτή θέτει ως νέα απαίτηση συμμαχίες με πεφωτισμένους αστούς πολιτικούς και διανοούμενους (Καφαντάρης, Σοφιανόπουλος, Παπαναστασίου Βάρναλης, Γληνός, Κοτοπούλη, Αυγέρης, Μπαστιάς κλπ).
Ωστόσο, στην περίοδο 1929-1931, αντί το ΚΚΕ να προσπαθεί να αξιοποιήσει την κρίση που προκαλούν οι επιπτώσεις του Κραχ του 1929, υφίσταται τις αδυναμίες σύνθεσης των τάσεών του. Η ομάδα Χαϊτά και η ομάδα των Θέου-Σιάντου. εν τω μέσω κατηγοριών περί προδοσίας της εργατικής τάξης συγκρούονται «χωρίς αρχές», η ηγεσία της ΟΚΝΕ περιχαρακώνεται, η καθοδήγηση της κομματικής οργάνωσης της Θεσσαλονίκης υπό τον Α. Στίνα διαγράφεται, ενώ επεμβαίνει η Κομμουνιστική Διεθνής και διορίζει νέα καθοδήγηση στο κόμμα υπό τον Ν. Ζαχαριάδη, «εξαφανίζοντας» την παλιά καθοδήγηση στα βάθη της ΕΣΣΔ. Εντούτοις, και παρά το ανορθόδοξο της επιβολής της, η νέα καθοδήγηση απαγκιστρώνει το κόμμα από τη λογική της «εσωτερικής του ανάπτυξης», το επαναφέρει στα μαζικό προσκήνιο και το κόμμα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1932, αποσπά το 4,75% του συνόλου, επανερχόμενο στις επιτυχίες της περιόδου 1927-28.
Ακόμα πιο σημαντική ήταν η εξέλιξη με το Παλλαϊκό Μέτωπο στο οποίο το ΚΚΕ ηγήθηκε, αφού κατόρθωσε να ματαιώσει την απόπειρα εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας που συντελέστηκε παράλληλα με την επιβολή του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία και την Ιταλία. Και αυτό ειδικά όταν τμήμα του επίσημου αστικού πολιτικού κόσμου βρέθηκε και στην Ελλάδα στις παρυφές του φασισμού (Ζαβιτσλάνος, Μεταξάς, Κονδύλης, Μιχαλακόπουλος κ,α), ενώ η οικονομική κρίση απειλούσε να φασιστικοποιήσει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.
Ωστόσο, και παρά τις αρνητικές αυτές προϋποθέσεις, ο φασιστικός λόγος δεν έγινε ποτέ αποδεκτός στην Ελλάδα, όπως και οι φασιστικές πρακτικές. Το παρακράτος περιορίστηκε να λειτουργεί ως ολιγομελείς «συμμορίες» εκτός της κοινωνικής νομιμότητας και οι «μαζικές» εκδηλώσεις των ακραίων δεξιών περιθωριοποιήθηκαν στο έπακρο. Μάλιστα, στις εκλογές του 1936 τα κόμματα του Κονδύλη και του Μεταξά, που πρόβαλαν τη συγγένειά τους με το διεθνή φασισμό, κυριολεκτικά συνετρίβησαν.
Και αυτό γιατί η ελληνική κομμουνιστική Αριστερά δεν επέδειξε την ίδια μορφή πολιτικής αδυναμίας όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου ο φασισμός αφέθηκε να καταστεί μαζικό φαινόμενο, δεν εγκλωβίστηκε σε έναν αμυντικό εργατισμό, όπως στη Γερμανία. Οι απεργίες που οργάνωνε όλο και περισσότερο εξελίσσονταν σε πάνδημες αντιφασιστικές διαμαρτυρίες, που επεκτείνονταν σε όλα τα κυριαρχούμενα στρώματα του πληθυσμού.
Δεν ευνοήθηκε, δηλαδή, ούτε μια ηττοπαθής λογική αλλά ούτε και μια μικροαστική «εκρηκτική» αντικαπιταλιστική νοοτροπία που υποτίμησε και ευνόησε τελικά τον φασισμό στην Ευρώπη. Ακόμα και οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις της χώρας, παρά την εμμονική τους αντιπαλότητα με τους κομμουνιστές, μετασχηματίστηκαν αριστερότερα εξαιτίας των συνθηκών αντιφασιστικής όσμωσης που σταδιακά επικράτησαν. Έτσι, προσπάθησαν, με μεγαλύτερη συνέπεια από ό,τι αλλού, να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις του μανιφέστου της Ζυρίχης της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, της 18ης Φεβρουαρίου 1933, προκειμένου να σχηματιστούν ενιαία αντιφασιστικά μέτωπα σε συνεννόηση με την Κομμουνιστική Διεθνή.
Όλα αυτά επιτεύχθηκαν γιατί, σε πείσμα των ανεπαρκών εκτιμήσεων της πενταετίας 1929-1934, η 6η ολομέλεια της Κ.Ε του ΚΚΕ (Ιανουάριος 1934), έναντι του κλονισμού που επέφερε η επιβολή του φασισμού στη Γερμανία, αναγνώρισε ότι μοναδική απάντηση στα φαινόμενα εκφασισμού των δυτικών κοινωνιών ήταν η πολιτική των συνθέσεων και των κοινωνικών μετώπων. Ένα ακόμα βήμα έγινε στο 5ο Συνέδριό του κόμματος, δύο μήνες μετά, όταν έθετε πλέον ως στρατηγικό του στόχο την «κεραυνοβόλα αντιφασιστική κινητοποίηση» και τις Επιτροπές Πάλης σε «κάθε εργοστάσιο, χωριό, επιχείρηση και συνοικία».
Έτσι, η αναγόρευση των συνδικάτων σε «αντιφασιστικά φρούρια», στις 24 Απριλίου 1934, συνέτεινε ώστε να προκύψουν δεκάδες αντιφασιστικές επιτροπές στα εργοστάσια του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, του Βόλου και αλλού. Ο φασισμός αναγορεύθηκε σε αυτόνομο πολιτικό φαινόμενο, και η στρατηγική του «σοσιαλφασισμού» (να αποτελεί έναν από τους κύριους αντιπάλους η σοσιαλδημοκρατία), εγκαταλείφθηκε. Το «Αντιπολεμικό Μανιφέστο» του Ιουνίου του 1932, μετετράπη σε αντιφασιστική πλατφόρμα οργάνωσης εκτεταμένων μαζικών πολιτικών αγώνων.
Δεν ήταν αυτά εύκολη υπόθεση. Γιατί οι ενδεχόμενοι σύμμαχοι, το Αγροτικό και το Σοσιαλιστικό Κόμμα, η ΓΣΕΕ και τα Ανεξάρτητα Συνδικάτα είχαν πίσω τους μεγάλη παράδοση συνεργασίας με την εργοδοσία. Το γεγονός, όμως, ότι εξαναγκάστηκαν να προσχωρήσουν μαζί με τα εργατικά κέντρα των μεγάλων πόλεων στην αντιφασιστική λογική, να οργανώσουν κοινές συγκεντρώσεις και να προετοιμάσουν μια γενική αντιφασιστική απεργία που ματαίωσε το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου, έθεσε στο προσκήνιο την κινηματική Αριστερά.
Όμως, απαιτήθηκε πριν, στις 13 Ιουνίου 1935, να διακηρυχθεί η περιθωριοποίηση του πολιτικού σεχταρισμού, να διεκδικηθούν συμμαχίες ακόμα και με προσδοκώμενη κυβερνητική έκφραση. Βέβαια, η δυναμική των γεγονότων προκάλεσε, μετά το Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα, και σε συνδυασμό με υποδείξεις της ΕΣΣΔ, τη θεωρητική καθήλωση της ανακάλυψης ενός νέου «ιστορικού σταδίου» που έπρεπε να «ολοκληρωθεί», αυτό του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού, αυτό που εκτόπιζε σταδιακά τον ταξικό προοπτικό στόχο (παράγοντα μετέπειτα σημαντικών πολιτικών λαθών).
Πάντως, πολύ σύντομα θα αποδειχθεί η κινηματική αφερεγγυότητα των συμμάχων και τα όρια του στόχου αυτού, που επέβαλε νέα διάσπαση στις εργατικές πολιτικές εκφράσεις. Εντούτοις, δεν απέτρεψε να εξελιχθούν τα εργοτάξια εξελίχθηκαν σε χώρους συστηματικής διαφώτισης, οι εκδηλώσεις για την εργατική Πρωτομαγιά να προσλάβουν αντιπολεμικό περιεχόμενο, ακόμα και μέσα σε στρατώνες. Αλλά και να οργανωθεί «μαζική αυτοάμυνα» κατά του φασισμού, να συγκροτηθούν ακόμα και αντιφασιστικές πενταρχίες και δεκαρχίες σε εργοστάσια και συνοικίες, στον στρατό και στην ύπαιθρο, ώστε να αντιμετωπιστεί η δράση των παρακρατικών και των φασιστών (5 Νοεμβρίου 1934).
Στα ίδια τα εργοστάσια συγκροτήθηκαν απεργιακές φρουρές κατά το πρότυπο των Arditi del Popolo της Ιταλίας και με αυτό τον τρόπο αντιμετωπίστηκε και διαλύθηκε η φασιστική οργάνωση Εθνική Ένωσις Ελλάδος (Ε.Ε.Ε), και όταν, στις 29 Ιουνίου 1931 έβαλαν φωτιά στο συνοικισμό Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη, το Εργατικό Κέντρο της πόλης με εργατικές φρουρές ανέλαβε την προστασία των Εβραίων της συνοικίας. Σε ένα επόμενο βήμα, όταν η ίδια φασιστική οργάνωση, στις 23 Ιουνίου 1933, προσπάθησε να παρελάσει στους δρόμους της Αθήνας- στα πρότυπα της πορείας του Μουσολίνι στη Ρώμη στα 1922-, όπου τα μέλη της εμφανίστηκαν λιθοβολήθηκαν ακόμα και από τους περαστικούς. Παρότι στις συγκρούσεις αυτές σκοτώθηκαν δύο αριστεροί εργάτες, ο φασισμός ως μαζικό φαινόμενο εξέπνευσε πριν αναπνεύσει. Ήταν αυτές οι νίκες, παρά την αδυναμία, να αποτραπεί με κινητοποιήσεις η δικτατορία Μεταξά, που έθεσαν τις βάσεις για τη μετέπειτα αντιφασιστική εποποιία της Εθνικής Αντίστασης.

