Οικονομία και Πολιτική
Το Μακεδονικό: Οι εκβιασμοί δεν είναι αριστερή πολιτική

Στο εθνικιστικό συλλαλητήριο της 4ης Φεβρουαρίου είδαμε την προσαρμογή του Μητσοτάκη και του κόμματός του σε μια καμπάνια που ξεκίνησε με πρωτοβουλία της άκρας δεξιάς, εντός και εκτός της Νέας Δημοκρατίας.

Αλλά δεν είναι μόνο ο Μητσοτάκης που προσαρμόζεται. Στο εθνικιστικό συλλαλητήριο της Αθήνας καλούσαν σε συμμετοχή (για δεύτερη φορά μετά τη Θεσσαλονίκη) οι ΑΝΕΛ, ένα κόμμα το οποίο βρίσκεται στην κυβέρνηση μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Καμένος δήλωσε: «Η ενότητα των Ελλήνων δεν μπορεί να αμαυρωθεί από ακραίους, το σημερινό συλλαλητήριο ήταν η ψυχή των Ελλήνων ανεξάρτητα κομμάτων που κανένας δεν μπορεί να μην σεβαστεί». 

Αμέσως μετά το συλλαλητήριο ο Κοτζιάς δήλωσε: «Σήμερα διαψεύστηκαν οι δημοσκοπήσεις της διαπλοκής. Συνεχίζω, λοιπόν, με ήσυχη συνείδηση και ευθύνη να διαπραγματεύομαι για το καλό της πατρίδας». Ποια είναι, όμως, η διαπραγμάτευση που συνεχίζει «για το καλό της πατρίδας» ο υπουργός Εξωτερικών; Και αξίζει κανείς να την υποστηρίξει σαν αντίβαρο στα εθνικιστικά συλλαλητήρια και στα δημαγωγικά παιχνίδια της Νέας Δημοκρατίας; «Μπροστά σ’ ένα τέτοιο μέτωπο η μόνη επιλογή είναι η προσήλωση της κυβέρνησης στη λύση του μακεδονικού» υποστηρίζει το editorial της Εποχής της περασμένης Κυριακής (4/2). 

Η λύση του Μακεδονικού που έχει δεσμευτεί να φέρει, δια στόματος πρωθυπουργού, σε πέρας η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι «ισότιμη» και «δημοκρατική», ποτέ δεν ήταν. Είναι προϊόν μιας μακρόχρονης πολιτικής πιέσεων, εκβιασμών και όρων εκ μέρους του ελληνικού κράτους απέναντι σε μια μικρή γειτονική χώρα και αποτελεί συνέχιση της πολιτικής που ακολούθησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. 

Συγκεκριμένα: Από τη στιγμή που το 1991 ανακοίνωσε την ανεξάρτητη ύπαρξή της, η γειτονική δημοκρατία, ήρθε αντιμέτωπη με την άμεση απειλή της εισβολής εκ μέρους της Σερβίας, «λύση» που ο Μιλόσεβιτς συζητούσε αρχικά με την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Ακολούθησε η συμφωνία όλων των κομμάτων -πλην ΚΚΕ- για απόρριψη κάθε σύνθετης ονομασίας του γειτονικού κράτους που να περιέχει τον όρο Μακεδονία και αμέσως μετά η πολιτική σκληρού εμπάργκο που υιοθέτησε η κυβέρνηση Α. Παπανδρέου.

Το 1995 η πολιτική του ελληνικού κράτους εκσυγχρονίζεται. Υπογράφεται η Ενδιάμεση Συμφωνία Ελλάδας-Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, όπου προβλέπεται και η έναρξη διαπραγματεύσεων για μια τελική συμφωνία. Το εμπάργκο, αφού έχει γονατίσει την οικονομία της, σταματάει και δίνει τη θέση του σε μια ταχύτατη οικονομική διείσδυση του ελληνικού καπιταλισμού ώστε πολύ γρήγορα να γίνεται -και ανεπίσημα παραμένει- πρώτος σε επενδύσεις μέσα στην ΠΓΔΜ. Αλλά δεν περνάνε μόνο οι τράπεζες και οι εταιρίες τα σύνορα.

Τον Αύγουστο του 2001, ο ελληνικός στρατός θα εκστρατεύσει μέσα στο έδαφος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας συμμετέχοντας σε «ειρηνευτική» δύναμη, μετά το ξέσπασμα ένοπλων συγκρούσεων ανάμεσα στον UCK και τον στρατό της γειτονικής χώρας. Τον ίδιο μήνα (ΕφΣυν) υπήρξε «απόρρητη ενημέρωση της ελληνικής Βουλής από τους υπουργούς Άμυνας και Εξωτερικών, ότι σε περίπτωση κατάρρευσης της ΠΓΔΜ, ο ελληνικός στρατός θα καταλάβει μια “υγειονομική ζώνη” βορείως των ελληνικών συνόρων». 

Θέση ισχύος

Ο ελληνικός καπιταλισμός διαπραγματεύεται από θέση αδιαμφισβήτητης ισχύος: Το ελληνικό κράτος μπλοκάρει την ένταξη της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2005 και την ένταξη στο ΝΑΤΟ το 2008 στο Βουκουρέστι. Τότε η δεξιά κυβέρνηση Καραμανλή θέτει όρο ότι για να άρει τα βέτο σε οποιαδήποτε ένταξη θα πρέπει να υπάρχει τελική συμφωνία (θέση που αποδέχεται το ΝΑΤΟ). Ο Καραμανλής και η Μπακογιάννη προτείνουν «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, για όλες τις χρήσεις». 

Σήμερα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιδιώκει μια τελική συμφωνία, πάνω σε αυτήν ακριβώς τη γραμμή. Αν τελικά αυτή επιτευχθεί, δεν θα είναι ένας «έντιμος συμβιβασμός» αλλά μια συνθηκολόγηση της γειτονικής δημοκρατίας κάτω από το βάρος όλων αυτών των πιέσεων. 

Όπως τόνισε σε συνεντεύξεις που έδωσε στην ΕΡΤ και στο euronews την περασμένη βδομάδα ο υπουργός Εξωτερικών Κοτζιάς: «Έχουμε αναλάβει να ετοιμάσουμε ένα Σύμφωνο. Σ’ αυτό το Σύμφωνο θα συμπεριληφθούν όλα τα θέματα που είναι ανοιχτά σε σχέση με τ’ όνομα, ειδικό κεφάλαιο για τον αλυτρωτισμό, αλλά και θέματα που έχουν να κάνουν με το μέλλον αυτής της χώρας, την ένταξή της σε διεθνείς Οργανισμούς καθώς και πολιτικές… Μερικοί απαιτούν την αλλαγή του Συντάγματος. Εμείς το ζητάμε, όταν αυτοί ως κυβερνήσεις δεν το ζητούσαν ποτέ. Έχω πάρα πολλά ντοκουμέντα που κάνουν συμφωνίες με τους πιο απίθανους, υποχωρητικούς τρόπους. Δεν ζητούσαμε σε όλες τις περιόδους και όλοι οι διαπραγματευτές αλλαγή του Συντάγματος…».

Είναι σαφές ότι η εξωτερική πολιτική του Κοτζιά δεν στοχεύει απλά στην αλλαγή του ονόματος που έχει η γειτονική χώρα αλλά επιδιώκει επί πλέον να διαμορφώσει τι θα λέει το σύνταγμά της, επιδιώκει να έχει λόγο σε όλα τα ζητήματα. «Όλα είναι στην διαπραγμάτευση» όπως είπε χαρακτηριστικά ο υπουργός Εξωτερικών, που θέτει ξεκάθαρα και προθεσμίες: «Εάν δεν μπορέσουμε να τα συμφωνήσουμε μέχρι τον Ιούνιο που είναι η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, τί να κάνουμε; Δεν μπαίνουν χωρίς μια συμφωνία και τους το είπε και ο κ. Στόλτενμπεργκ. Νομίζω ότι για πρώτη φορά είχαμε μια τόσο σαφή δήλωση…». 

Εντάσεις

Όσο περισσότεροι θα είναι οι όροι που θα επιβάλει στη γειτονική χώρα το ελληνικό κράτος και όσο μεγαλύτερη θα είναι η οικονομική διείσδυση των ελληνικών τραπεζών και βιομηχανιών μέσα σε αυτό, τόσο περισσότερο οι εντάσεις θα φουντώνουν.  Η συμμετοχή και των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ δεν πρόκειται να  μειώσει τις εντάσεις. Όπως και μια ενδεχόμενη ένταξη της γειτονικής δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση των μνημονίων, θα φέρει ακόμη μεγαλύτερη καταπίεση και αγανάκτηση για την ταλαιπωρημένη εργατική τάξη και τον λαό της.

Πραγματική κίνηση στην κατεύθυνση μιας λύσης για το Μακεδονικό θα ήταν η ελληνική κυβέρνηση, κι ακόμη περισσότερο μια κυβέρνηση που θέλει να λέγεται της Αριστεράς, να αφήσει τους γείτονες να αποφασίσουν οι ίδιοι το όνομα που θέλουν να έχουν και χρησιμοποιούν ήδη εδώ και χρόνια. Και ταυτόχρονα, βγάζοντας την Ελλάδα από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, να δώσει το παράδειγμα σε όλα τα Βαλκάνια ότι η ειρήνη και η καλή γειτονία δεν περνάνε μέσα από την υποταγή στον Τραμπ και στην Μέρκελ, δεν περνάνε μέσα από ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και λιτότητα, αλλά μέσα από την ενότητα της εργατικής τάξης και την αλληλεγγύη των λαών.

Πριν από τρία χρόνια, πολύς κόσμος του κινήματος και της Αριστεράς, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλα τα Βαλκάνια και την Ευρώπη, έλπιζε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η δύναμη που θα μπορούσε να προχωρήσει σε τέτοιου είδους τομές, σε τομές όχι μόνο όσον αφορά στα μνημόνια αλλά και απέναντι στον ρατσισμό και στον εθνικισμό. Αυτή την προοπτική την εγκατέλειψε η κυβέρνηση Τσίπρα.

Σε όλους εκείνους και εκείνες, που θέλουν την ειρηνική συνύπαρξη στα Βαλκάνια, που σιχαίνονται το εθνικιστικό μίσος και τα πολεμοκάπηλα κηρύγματα χουντικών και παπάδων, που δεν θέλουν να δουν τη Χρυσή Αυγή να ανασταίνεται μέσα στον εθνικιστικό πυρετό (και δεν είναι καθόλου λίγοι συγκρίνοντας με 25 χρόνια πριν) χρειάζεται να δώσουμε εκείνη την Αριστερά που τους αξίζει και μας αξίζει: Μια Αριστερά αντικαπιταλιστική, μια Αριστερά διεθνιστική προσηλωμένη στο ταξικό συμφέρον της εργατικής τάξης και όχι στα «εθνικά συμφέροντα» των αφεντικών.

Όπως γράφει ο Πέτρος Κωνσταντίνου στο άρθρο του στα Ενθέματα της Αυγής της Κυριακής: “Χρειάζεται να πιάσουμε το νήμα των αντιπολεμικών αγώνων του 1999 τότε που το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα αντιτάχθηκε στην επέμβαση του ΝΑΤΟ και κέρδισε την συμπάθεια όλων των εργατών της περιοχής. Στην Ελλάδα, έχουμε πλούσια εμπειρία αγώνων ενάντια στους εκβιασμούς της ΕΕ με τα μνημόνια. Είναι τραγικό να στέκεται η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στο πλευρό της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για να υποχρεωθεί η κυβέρνηση των Σκοπίων να υπογράψει «μνημόνια» για το όνομα της χώρας της.

Είναι ώρα να προβάλουμε την διεθνιστική αλληλεγγύη των εργατών ενάντια στα συμφέροντα των καπιταλιστών που δεν διστάζουν να παίζουν το χαρτί του εθνικισμού, πλάι σε αυτό του ρατσισμού και να λειτουργούν σαν θερμοκήπιο για την ακροδεξιά και τους φασίστες. Λέμε όχι στα εθνικιστικά συλλαλητήρια και συνεχίζουμε. Η διεθνής κινητοποίηση κατά του ρατσισμού και του φασισμού στις 17 Μάρτη θα είναι το επόμενο βήμα για να μην αφήσουμε τους νεοναζί να πάρουν αέρα από την εθνικιστική υστερία”.