Εργατικό κίνημα
Σχολεία πρώτης και δεύτερης κατηγορίας

Η ψήφιση του νομοσχεδίου «για την αναδιοργάνωση των δομών υποστήριξης της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» στοχεύει στο DNA της δημόσιας εκπαίδευσης. 

Με αυτό το νομοσχέδιο, ανταποκρινόμενοι στις κατευθύνσεις της έκθεσης του ΟΟΣΑ (που έγινε κατά παραγγελία της κυβέρνησης) επιχειρούν να διαμορφώσουν συνθήκες εκπαιδευτικής αγοράς όπου εκπαιδευτικοί και σχολεία θα ανταγωνίζονται για το ποιος θα προσφέρει το καλύτερο εκπαιδευτικό προϊόν δουλεύοντας ακόμη πιο εντατικά για να πιάσουν τους δείκτες που θα διαμορφώνει και θα ελέγχει ένας κεντρικά ελεγχόμενος μηχανισμός με κέντρο το υπουργείο. 

Οι άξονες που κινείται η κυβέρνηση είναι δύο. Ο πρώτος είναι η γενίκευση των περικοπών και των συγχωνεύσεων. Η δημιουργία των ΚΕΣΥ (Κέντρο Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης) ενσωματώνει και συγχωνεύει ένα μεγάλο τμήμα δομών που στήριζαν το εκπαιδευτικό έργο παίζοντας ένα πολύ σημαντικό ρόλο. Τέτοιοι είναι τα ΚΕΔΔΥ (Κέντρα Διάγνωσης και Υποστήριξης ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών), τα ΚΕΠΛΗΝΕΤ (κέντρα πληροφορικής), τα ΕΚΦΕ (κέντρα φυσικών επιστημών), τα ΚΠΕ (κέντρα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης) κ.α. Η συγχώνευσή τους θα κάνει την πρόσβαση στις υπηρεσίες που προσέφεραν πολύ πιο δύσκολη. Ειδικά στον ευαίσθητο τομέα της ειδικής αγωγής θα επιμηκύνει το χρόνο διάγνωσης των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών και ως εκ τούτου και τις προτάσεις αντιμετώπισης των εκπαιδευτικών αναγκών των παιδιών αυτών. Αυτό θα φέρει ιδιαίτερες δυσκολίες στα σχολεία γιατί δεν θα μπορούν να διεκδικήσουν χωρισμό τμημάτων, παράλληλη στήριξη, ειδικές μετασκευές των κτηριακών εγκαταστάσεων κλπ. Σπρώχνει τους γονείς στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στην πρόσληψη ιδιωτικών εκπαιδευτικών για παράλληλη στήριξη μέσα στη σχολική τάξη. 

Αντιστάσεις

Ο δεύτερος άξονας είναι η επαναφορά της αξιολόγησης. Της ίδιας αξιολόγησης που καταλήγει σε κατηγοριοποίηση σχολείων, χαρακτηρισμό εκπαιδευτικών ως ανίκανων και, αν και δεν το λέει ακόμη, απολύσεις. Αυτό που διαφέρει σε σχέση με τις προηγούμενες απόπειρες εισαγωγής της αξιολόγησης είναι ο τρόπος που επιχειρείται να εισαχθεί. Καθοριστικός παράγοντας σε αυτό είναι οι έως τώρα μεγάλες αντιστάσεις των εκπαιδευτικών που οδήγησαν σε ακύρωση όλες τις προηγούμενες απόπειρες επιβολής της.

Το υπουργείο επιχειρεί να τις προσπεράσει, προσπαθώντας να διαμορφώσει τη λεγόμενη «κουλτούρα αξιολόγησης». Έτσι ονομάζουν κατ’ ευφημισμό την αναγκαστική επιβολή της αξιολόγησης μέσω ενός συνδυασμού πλήρους εξατομικοποίησης των εκπαιδευτικών, τρομοκρατίας και αποδοχής της από ένα τμήμα του κλάδου. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να αξιολογήσουν τις/τους διευθύντριες/ές, υποδιευθύντριες/ές και προϊσταμένες/ους με ένα ανώνυμο ερωτηματολόγιο, με βαθμολογική κλίμακα από 0 έως το 100 και ποιοτικά από το «ακατάλληλος» (έννοια που χρησιμοποιείται για πρώτη φορά) έως το «άριστος». 

Ταυτόχρονα επιχειρείται να καθιερωθεί η αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας ανοίγοντας διαδικασίες αυτονόμησής της και σπάζοντας τον ενιαίο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, βάζοντας τα σχολεία σε μια κούρσα ανταγωνισμού. Τα ΠΕΚΕΣ (Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού) θα διαμορφώνουν, με βάση τις εκθέσεις «προγραμματισμού και αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου» που θα συντάσσουν τα σχολεία μιας περιφέρειας, συγκεντρωτικές εκθέσεις που θα έχουν τελικό αποδέκτη το υπουργείο που θα αναλαμβάνει σε πανελλαδικό επίπεδο την κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων. 

Το αν η κυβέρνηση με αυτά τα μέτρα κατορθώσει να διαμορφώσει το έδαφος πάνω στο οποίο θα περάσουν οι πιο σκληροί όροι της αξιολόγησης και της αποκέντρωσης της εκπαίδευσης εξαρτάται, για μια ακόμη φορά, από την αντίσταση των εκπαιδευτικών. Η απεργία - αποχή πρέπει να αγκαλιαστεί από το σύνολο των εκπαιδευτικών. Πάνω απ’ όλα όμως το επερχόμενο συνέδριο της ΔΟΕ πρέπει να καταλήξει σε απεργιακές και αγωνιστικές προτάσεις για το ερχόμενο φθινόπωρο έτσι ώστε όλα αυτά τα μέτρα να ανατραπούν στην πράξη.

Σεραφείμ Ρίζος
πρόεδρος ΣΕΠΕ Χανίων