Αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό κίνημα
Από τον Ειρηνικό Ωκεανό στη Μόρια: Οι αγώνες των προσφύγων είναι πιο δυνατοί από τα στρατόπεδα-φυλακές

Κατάληψη του στρατοπέδου στο νησί Μάνους από τους πρόσφυγες. Στη μέση διακρίνεται και ο Αζίζ.

Αφίσα αλληλεγγύης στον Αζίζ

 

Ο Αμπτούλ Αζίζ Μουχάμαντ, ήταν ένας από τους ηγέτες των προσφύγων στο κλειστό κέντρο κράτησης της Αυστραλίας στο νησί Μάνους της Παπούα-Νέα Γουινέα στον Ειρηνικό Ωκεανό, από το 2013 μέχρι το 2019 (και σήμερα ακτιβιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα).

Βρέθηκε την περασμένη βδομάδα στην Αθήνα στο δρόμο του για την Λέσβο όπου πηγαίνει για να επισκεφτεί τους πρόσφυγες στη Μόρια και μίλησε στην Εργατική Αλληλεγγύη. Το 2019 ο Αζίζ βραβεύτηκε στη Γενεύη με το βραβείο Martin Ennals Award για την προσφορά του στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε μια περίοδο που οι κυβερνήσεις από τις ΗΠΑ μέχρι την ΕΕ και την Ελλάδα μεθοδεύουν κλειστά στρατόπεδα συγκέντρωσης σε ξερονήσια ακολουθώντας το “αυστραλιανό μοντέλο”, οι μαρτυρίες του από την εξάχρονη παραμονή του στο νησί Μάνους, πραγματικά συγκλονίζουν.


To όνομά μου είναι Αμπτούλ Αζίζ Μουχάμαντ αλλά όλοι με ξέρουν σαν Αζίζ. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Δυτικό Σουδάν , στο Νταρφούρ. Πήγα να σπουδάσω στο Χαρτούμ το οποίο αναγκάστηκα να εγκαταλείψω σε ηλικία 19 χρονών όταν ένοιωσα ότι απειλούμαι λόγω της συμμετοχής μου στα κινήματα και την πολιτική. Όταν έφυγα ήταν μια από τις χειρότερες στιγμές της ζωής μου. Δεν αφήνεις πίσω τη «χώρα», αφήνεις τα πάντα, την οικογένειά σου, το σπίτι, τους φίλους σου, ό,τι έχεις αγαπήσει, ό,τι συνδέεσαι. Η φυγή μου από την άλλη εξελίχθηκε στην χειρότερη εμπειρία της ζωής μου.

Βρήκα ένα παραθυράκι και κατάφερα να φύγω με αεροπλάνο στην Ινδονησία με σκοπό να μείνω εκεί.  Όμως έκανα λάθος, γιατί η Ινδονησία δεν ανήκει στις χώρες που έχουν υπογράψει τη σύμβαση της Γενεύης του 1951 που ορίζει το άσυλο και παρέχει προστασία στους πρόσφυγες. Πήγα στο γραφείο του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και μου είπαν να υποβάλω αίτημα και να περιμένω δύο χρόνια για να δούμε αν θα πάρω άσυλο σε μια τρίτη χώρα, ενώ στο μεταξύ θα παρέμενα χωρίς καμιά προστασία στην Ινδονησία. Βρέθηκα ξανά σε αδιέξοδο. Δεν μπορούσα να γυρίσω στο Σουδάν, δεν μπορούσα να μείνω στην Ινδονησία. Μετά από μερικούς μήνες, όπου η ζωή μου είχε γίνει κόλαση, μου είπαν ότι η λύση είναι να φύγεις Αυστραλία. Είπα πως έχω διαβατήριο αλλά η βίζα μου έχει λήξει, μου είπαν μπορείς να πας με πλοίο. Συνήθως τα μίντια παρουσιάζουν τους «λαθρέμπορους» σαν την αποθέωση του «κακού» αλλά στα μάτια εκείνων που είναι εγκλωβισμένοι, είναι αυτοί που τους σώζουν τη ζωή. Μίλησα με τον μεσάζοντα, πλήρωσα 500 δολάρια για να εξασφαλίσω μια θέση σε ένα πλοίο. Έφυγα προς τα νότια της Τζακάρτας, μετά πέρασα σε ένα άλλο νησί αλλά σε όλη τη διαδρομή μπορώ να πω ότι υπήρχαν αστυνομικοί και στρατιωτικοί που εμπλέκονταν, δεν ήταν απλά οι «λαθρέμποροι». 

Τελικά μπήκαμε 3 το πρωί 54 άτομα, κάποια από αυτά παιδιά, οι περισσότεροι από χώρες της Μέσης Ανατολής, που δεν ξέραμε ο ένας τον άλλο, σε ένα ψαράδικο ωκεανού που θα μας μετέφερε στο πλοίο που θα μας πήγαινε Αυστραλία. Στα μάτια όλων έβλεπες το φόβο, να βρίσκονται στη μέση του ωκεανού. Περιμέναμε το πλοίο, πέρασαν 12 ώρες, πέρασαν 24, το πλοίο δεν ερχόταν, καταλάβαμε ότι μας είχαν κοροϊδέψει. 

Γυρίσαμε πίσω. Φτάσαμε σε ένα νησί. Δεν βρίσκαμε παραλία είχε μόνο βράχια και δυνατά κύματα. Ο καπετάνιος έσβησε τη μηχανή και άρχισε να τα περνάει ένα-ένα αλλά τελικά μερικά μέτρα πριν φτάσουμε στην ακτή ένα μεγάλο κύμα αναποδογύρισε το ψαράδικο και ο κόσμος βρέθηκε στην θάλασσα χωρίς σωσίβια. Πνίγηκαν 5 άνθρωποι. Τους υπόλοιπους μας βρήκε η αστυνομία, μας μετέφερε σε μια φυλακή και στη συνέχεια επικοινώνησαν με τις πρεσβείες μας. Πλέον η πρεσβεία μου ήξερε πού είμαι.

Εκεί επειδή ήξερα αγγλικά, αραβικά, λίγα γαλλικά, λίγα ινδονησιακά έκανα τον μεταφραστή. Αυτό μου έδωσε μια μεγαλύτερη άνεση να κινούμαι και έτσι μετά από λίγο δραπέτευσα. Tελικά με τη δεύτερη απόπειρα κατάφερα να φτάσω στις ακτές της Αυστραλίας. 

Ακτοφυλακή

Πριν φτάσουμε στο Νησί των Χριστουγέννων η αυστραλιανή ακτοφυλακή μας εντόπισε και μας σταμάτησε. Στην ουσία ήθελαν να μας σπρώξουν πίσω στην Ινδονησία. Αλλά επειδή είχαμε μια κοπέλα άρρωστη στα όρια του να πεθάνει, αναγκάστηκαν να φωνάξουν γιατρό και εν τέλει μας μετέφεραν στο Νησί των Χριστουγέννων. Όλο το νησί είναι μια μεγάλη φυλακή με 3 φράχτες, ο τελευταίος ηλεκτροφόρος και κάμερες παντού. Αλλά και να φύγεις από αυτά είσαι σε ένα μικρό νησί στη μέση του ωκεανού.

Μετά από βδομάδες, “δεν θα φτάσετε ποτέ στην Αυστραλία” μας είπαν, “θα πάτε στο Μάνους Άιλαντ στην Παπούα-Νέα Γουινέα”. Εγώ δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν αυτά τα μέρη. Η αξιωματούχος μας εξήγησε ότι πάμε σε ένα απομονωμένο και επικίνδυνο νησί και όταν σήκωσα το χέρι να ρωτήσω, είπε δεν δεχόμαστε ερωτήσεις. Και όταν επέμεινα, κατέληξα στην απομόνωση. Τελικά μας μετέφεραν με αεροπλάνο στο νησί Μάνους, φρουρούμενος ο καθένας μας από τέσσερα άτομα σαν να ήμασταν τρομοκράτες. Στην τουαλέτα πήγαινες με συνοδεία και με ανοιχτή πόρτα. 

 Σε εκείνη τη φάση στο στρατόπεδο του Μάνους ήταν ήδη περίπου 800 άτομα. Το στρατόπεδο ήταν χωρισμένο σε τέσσερις χώρους εκ των οποίων ο ένας ήταν ένα μεγάλο τσιμεντένιο μπούνκερ από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί μέναμε ο ένας πάνω στον άλλο κολλημένοι σαν σαρδέλες με θερμοκρασίες γύρω στους 40 βαθμούς και απόλυτη υγρασία. Ήταν μια ζωή που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί ότι θα βρεθούμε. Συνεχείς εξευτελισμοί, σχεδόν καθόλου ιατρική περίθαλψη, καμιά ελευθερία κίνησης, ήμασταν και μας αποκαλούσαν φυλακισμένους. Η φρουρά ήταν στην πλειοψηφία τους πρώην Αυστραλοί στρατιώτες και 30% ντόπιοι. Η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη.

Τον Δεκέμβριο του 2013 είπαμε δεν πάει άλλο και κάναμε τις πρώτες κινητοποιήσεις. Σε εκείνη τη φάση είχαμε φτάσει τους 1400, όλοι άντρες. Έχοντας την εμπειρία από τη συμμετοχή μου σε κινητοποιήσεις άρχισα να μιλάω με τον κόσμο και να τους λέω ότι πρέπει να δράσουμε. Συζητήσαμε τα αιτήματά μας που ήταν να φύγουμε από εκεί και να μας αντιμετωπίσουν σαν πρόσφυγες. 

Πετύχαμε λοιπόν να οργανωθούμε μέσα από τη συνεννόηση των κοινοτήτων -δεκατριών στο σύνολο- ανάμεσά τους Σουδανοί, Σομαλοί, Αιγύπτιοι, Ιρανοί, Πακιστανοί, Αφγανοί, Ιρακινοί, Σύριοι, Λιβανέζοι, Μπανγκλαντεσιανοί, Νεπαλέζοι, Βιρμανοί. Τριγυρίσαμε σε όλα τα διαφορετικά σημεία που διέμεναν όλοι αυτοί και τους ρωτήσαμε ποιος θα τους εκπροσωπήσει σε μια προσπάθεια συνεννόησης για να κινητοποιηθούμε. Η κάθε κοινότητα ανέδειξε τους ηγέτες της, τους αντιπροσώπους της. Σε όλους άρεσε η ιδέα, γιατί έδωσε ένα φως ελπίδας.

Μέσα στο στρατόπεδο στον ελάχιστο ελεύθερο χώρο που είχαμε, 200 μέτρα από τον ένα φράχτη στον άλλο, αρχίσαμε να διαδηλώνουμε πάνω κάτω φωνάζοντας “Ελευθερία-Ελευθερία”! Η απάντηση της διοίκησης ήταν λίγο-πολύ, σταματήστε να μας ενοχλείτε, άρχισαν τις απειλές, τους εξευτελισμούς αλλά οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν τον Γενάρη του 2014. Παίρναμε τις μπλούζες μας και γράφαμε πάνω συνθήματα με καρβουνάκια γιατί δεν είχαμε άλλο μέσο και τα κάναμε πλακάτ. 

Στις 10 Γενάρη αναγκάστηκαν επιτέλους να μας καλέσουν σε μια συνάντηση εκτάκτου ανάγκης – αυτή ήταν η δύναμη της κινητοποίησης. Πήγαμε εκεί οι αντιπρόσωποι από όλες τις κοινότητες. Δεν αναφέραμε τίποτε για τις απολύτως απάνθρωπες συνθήκες γιατί θέλαμε να εστιάσουμε στο βασικό αίτημα που είναι να φύγουμε – και όχι να μείνουμε εκεί για πάντα με “καλύτερες” συνθήκες. Το μήνυμα έφτασε στην Αυστραλία και στις 12 Γενάρη η αυστραλιανή κυβέρνηση, χρησιμοποίησε άλλο ένα μέσο, τους ντόπιους, υιοθετώντας μια ολόκληρη εκστρατεία ότι αποτελούμε απειλή για αυτούς που άρχισε να εκφράζονται κυρίως λεκτικά με απειλές εναντίον μας. 

Το μήνυμα που λίγο πολύ μεταφέρθηκε στους ντόπιους ήταν ότι είμαστε “τρομοκράτες” που τους έφερε η Αυστραλία και θα δημιουργήσουν προβλήματα στους ίδιους και γι' αυτό θα πρέπει να υπερασπίσουν το νησί τους. Στις 16 Φλεβάρη, οι οπλισμένοι με ματσέτες και ρόπαλα ήρθαν από την πόλη και περικύκλωσαν τη βάση όπου ήταν το κέντρο. Ένας από τους φυλακισμένους που βγήκε έξω, ξυλοκοπήθηκε και τον περιέφεραν γύρω από το στρατόπεδο για να βλέπουμε τι θα πάθει όποιος βγει. Και τότε ξεκίνησαν τα επεισόδια. Οι ντόπιοι πετούσαν πέτρες από έξω μέσα στο στρατόπεδο, η διοίκηση μας έκοψε το ρεύμα, ενώ η αστυνομία πυροβολούσε στον αέρα και μέσα στα κτίρια. Ένας πυροβολήθηκε από την αστυνομία, δύο έχασαν το μάτι τους, ένας άλλος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου, 150 συνολικά τραυματίστηκαν. Ήταν ένας πόλεμος, των ντόπιων και των φρουρών εναντίον μας. Δεν είχαμε καν κάτι να αμυνθούμε. Αλλά, μέσα στο 2014 αναγκάστηκαν να ξεκινήσουν τη διαδικασία για άσυλο. 

Ο Ίαν Ρίντουλ σε συγκέντρωση αλληλεγγύης στους πρόσφυγες στην Αυστραλία. Ο Ίαν είναι μέλος της Solidarity, αδερφής οργάνωσης του ΣΕΚ στην Αυστραλία.

 

Επικοινωνία

Σε εκείνη τη φάση ένα 80% της κοινής γνώμης στην Αυστραλία ήταν εναντίον μας, αλλά ο κόσμος άρχισε να μαθαίνει τι πραγματικά συμβαίνει. Τον Νοέμβριο του 2014 έβγαλα ένα μικρό τηλέφωνο που είχα ανταλλάξει με πολλά πακέτα τσιγάρα και το έκρυβα μέσα σε μια πρίζα και άρχισα στην τύχη να ψάχνω για επαφές στην Αυστραλία - στα γρήγορα στην τουαλέτα, γιατί όπως και για όλα, στο στρατόπεδο, υπήρχαν μεγάλες ουρές. Ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο ήρθα σε επικοινωνία ήταν ο Ίαν Ρίντουλ από το Refugee Action Coalition στο Σίντνεϊ. Αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε μηνύματα και τότε άρχισαν να κινητοποιούνται και στην Αυστραλία. 

Ξεκινήσαμε ένα νέο κίνημα το 2015 όταν μας ανακοίνωσαν ότι όσοι έπαιρναν άσυλο θα έπρεπε μετά να μείνουν στην Παπούα Νέα Γουινέα και όχι στην Αυστραλία! 

Τότε ξεκινήσαμε απεργία πείνας και νερού, 800 άτομα για 14 μέρες, με αποτέλεσμα πολλοί να πάθουν ανεπανόρθωτες ζημιές στην υγεία τους. Πέντε στους έξι κατέρρεαν ο ένας μετά τον άλλο, οι γιατροί δεν ήξεραν τι να κάνουν, μας έβαζαν ορό και εμείς τον βγάζαμε. Σε εκείνη τη φάση ο αγώνας μας έγινε γνωστός στην Αυστραλία λόγω των κινητοποιήσεων συμπαράστασης, αλλά άρχισε να γίνεται πρώτη είδηση και στα μίντια. Αναγκάστηκαν να επιβεβαιώσουν ότι γίνεται σκληρή απεργία πείνας. Ξαφνικά με φώναζαν το CNN, μεγάλες διεθνείς και αυστραλιανές εφημερίδες μας έπαιρναν ανώνυμες συνεντεύξεις. Αυτό βοήθησε την καμπάνια στην Αυστραλία. 

Τότε ο υπουργός Μετανάστευσης έφτιαξε μια λίστα με τα ονόματα των ηγετών, ανάμεσά τους και το δικό μου, οπότε στην 14η μέρα απεργίας πείνας μας συνέλαβαν και μας πήγαν σε κανονική φυλακή στο νησί με στόχο την απέλασή μας. Διάλεξαν τρεις από κάθε κοινότητα για να εξασφαλίσουν ότι δεν θα υπάρξουν αντικαταστάτες. Στη συνέχεια μας μετέφεραν σε μια μεγαλύτερη φυλακή όπου ήταν όλοι οι βαρυποινίτες φυλακισμένοι για σοβαρά εγκλήματα. 

Μας είπαν να υπογράψουμε μια δήλωση ότι θα μας άφηναν να γυρίσουμε αν σταματάγαμε κάθε είδους κινητοποίηση. Εμείς συμφωνήσαμε γιατί θέλαμε να φύγουμε. Εμένα η δύναμή μου ήταν με τους συντρόφους μου, χωρίς αυτούς δεν έχω καμιά δύναμη. Έτσι συμφώνησα να “κάτσω καλά” και όταν γύρισα πίσω όλοι με καλωσόρισαν εγκάρδια. Ταυτόχρονα άρχισαν ξανά να επικοινωνούν και οι συμπαραστάτες και δημοσιογράφοι που δεν ήξεραν τι μου συμβαίνει. Με απείλησαν ότι είχα υπογράψει και να σταματήσω τις επικοινωνίες αλλά εγώ συνέχισα. 

Το 2016 κάναμε νέα κινητοποίηση. Το ανώτατο δικαστήριο της Παπούα Γουινέα αποφάσισε ότι είναι αντισυνταγματικό να υπάρχουν αυτά τα κλειστά κέντρα κράτησης στη χώρα και πρέπει να κλείσουν άμεσα και να αδειάσουν. Αλλά η Αυστραλία έβαλε πίεση και η απόφαση δεν υλοποιούνταν, έπαιζαν με το χρόνο. 

Το 2017 όμως αναγκάστηκαν να κάνουν το κέντρο ανοιχτό, που σήμανε ότι μπορούμε να βγαίνουμε ελεύθερα έξω μέχρι τις 6μμ και να έχουμε κινητά – αλλά δεν έχουμε δικαίωμα να φύγουμε από το νησί. Περίπου όπως η κατάσταση στη Μόρια σήμερα. 

Στο τέλος του 2017, τον Οκτώβρη, μας είπαν ότι το κέντρο κλείνει και πρέπει να πάμε σε ένα άλλο κέντρο. Η στιγμή ήταν η κατάλληλη. Ήμασταν πλέον πιο ελεύθεροι, ο κόσμος στην Αυστραλία άρχισε να μας υποστηρίζει όλο και περισσότερο, σχεδόν ο μισός πληθυσμός, είχαμε γίνει θέμα στον Τύπο, άρχισαν συγκεντρώσεις στην Αυστραλία, όπου μιλάγαμε ζωντανά σε αυτές με σκάιπ. 

Είπαμε ότι δεν θέλουμε να μας πάνε σε άλλο κέντρο αλλά να φύγουμε από το νησί. Όταν έληξε η προθεσμία που είχαν δώσει ότι κλείνει το κέντρο, άδειασαν τις εγκαταστάσεις από προσωπικό και υπηρεσίες, έκοψαν το ρεύμα και φύγαν όλοι οι φύλακες. Τότε κάναμε συνέλευση και η πλειοψηφία, 600 άτομα καταλάβαμε το κέντρο με αυτό το αίτημα. Ή θα το παλεύαμε τώρα ή θα καταλήγαμε ξεχασμένοι σε ένα άλλο ανοιχτό στρατόπεδο.

Επιτροπές

Αυτοργανωθήκαμε, φτιάξαμε πενταμελείς επιτροπές από όλες τις κοινότητες, για τα πάντα και είχαμε εμείς τον έλεγχο, τη σίτιση, την ασφάλεια και τη λειτουργία του στρατοπέδου, ούτε ΜΚΟ ούτε τίποτα. Για πρώτη φορά έβλεπες στα πρόσωπα όλων ότι ήταν χαρούμενοι. Αυτό κράτησε 25 μέρες και έτσι γίναμε νο2 θέμα διεθνώς στις ειδήσεις. Ήμασταν δυνατοί και ενωμένοι. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της δημοκρατίας και ποτέ δεν αισθάνθηκα τόσο ευτυχισμένος στη ζωή μου όσο εκείνες τις 25 μέρες που ελέγχαμε τα πάντα. 

Τότε έστειλαν την αστυνομία και κατέστρεψε το πηγάδι που είχαμε για νερό και όλες τις υποδομές που είχαμε φτιάξει. Αλλά απέτυχαν, είχαμε θάψει τρόφιμα και την επομένη τα καθαρίσαμε όλα και συνεχίσαμε. Τότε επενέβη ενεργά η αστυνομία. Ήρθε μαζί και ο αρχηγός της αστυνομίας και μας είπε ότι θα διαβάσει μερικά ονόματα και αν αυτοί που ακούσουν το δικό τους δεν βγουν από το πλήθος τότε θα μας επιτεθούν. Το πρώτο όνομα που φώναξαν ήταν το δικό μου. Τότε πάνω από 400 άτομα σήκωσαν το χέρι τους. Το έκανε τρεις φορές και έγινε το ίδιο. Τότε μας επιτέθηκαν, μας χτύπησαν και μας πήγαν στο νέο κέντρο, όπου μας περιέθαλψαν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα. H κυβέρνηση πανηγύριζε ότι δεν άνοιξε μύτη και ότι πέτυχε να κλείσει το κέντρο. Αλλά ο αγώνας συνεχίστηκε και στο νέο κέντρο. To 2018 είχαμε πάνω από 300 διαμαρτυρίες. Ταυτόχρονα συνέβη το εξής. Η περιοχή που μας είχαν φέρει ήταν πάρα πολύ φτωχή και οι ντόπιοι άρχισαν να κάνουν διαμαρτυρίες ενάντια σε εμάς που τάχα ήμασταν προνομιούχοι με αποτέλεσμα η αστυνομία να επιτεθεί και σε αυτούς. 

Σε εκείνη τη φάση, όλοι εμείς είχαμε πάρει πια άσυλο αλλά δεν μας άφηναν να φύγουμε από το νησί. Τότε δέχθηκαν περίπου 50 άτομα στις ΗΠΑ μετά από πιέσεις καθώς οι αναφορές πια έπεφταν βροχή εντείνοντας την διεθνή κατακραυγή. Η Διεθνής Αμνηστία, το Human Rights Watch, o Ερυθρός Σταυρός, το UNCHR, όλοι έρχονταν στο νησί και έβγαζαν μια ανακοίνωση. 

Η αυστραλιανή κυβέρνηση συνέχιζε να επιμένει, αλλά στην πράξη άρχισαν σιγά σιγά να δίνουν άδεια λίγοι-λίγοι να πηγαίνουμε στην Αυστραλία για λόγους υγείας και ψυχολογικούς λόγους καθώς αρκετοί έκαναν απόπειρες αυτοκτονίας. Είχαμε πλατιά πλέον την στήριξη του κινήματος εκεί. Η ελπίδα ξαναγύρισε κάτω πλέον και από την πίεση οργανώσεων, πανεπιστημιακών κλπ στην ίδια την Αυστραλία. Κάναμε μια σειρά από πετυχημένες καμπάνιες, το “Bring them here” για να έρθουν οι πρόσφυγες στην Αυστραλία και το “Let them stay” για να μείνουν. Υπήρχε στενή συνεργασία με πολλές οργανώσεις στην Αυστραλία. Έτσι, άνθρωπο τον άνθρωπο ο πληθυσμός των προσφύγων στα νησιά άρχισε να μικραίνει, η κυβέρνηση έχανε αλλά δεν το παραδεχόταν.

Το 2018 δέκα διεθνείς οργανώσεις με πρότειναν για να με βραβεύσουν με το Martin Ennals Award που δίνεται στους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Γενεύη. Εγώ δεν είχα ιδέα και έμπαινα στον 6ο χρόνο παραμονής στο Μάνους. Τους μήνες που ακολούθησαν, οι οργανώσεις πίεσαν την κυβέρνηση και έκαναν όλη την γραφειοκρατία και έτσι τον Ιανουάριο του 2019 με ξύπνησαν μέσα στη νύχτα και μου είπαν ότι αύριο φεύγω για τη Γενεύη και ότι έχω την άδεια του Υπουργείου Μετανάστευσης της Αυστραλίας για να συμμετάσχω στην τελετή βράβευσης!

Έγινε η τελετή βράβευσης και μετά ακολούθησαν εκδηλώσεις και τελικά μου πρότειναν να ανανεώσω τη βίζα. Εγώ δήλωσα δημόσια ότι ήθελα να γυρίσω στους συντρόφους μου στο Μάνους όπου ακόμη υπήρχαν 400 άτομα και πιέζουμε να πάρει άδεια να φύγει μέχρι και ο τελευταίος από το νησί. Οι φίλοι μου στο Μάνους μου είπαν ότι είμαι πιο χρήσιμος άμα μείνω και ότι αν γυρίσω πίσω -εξαιτίας ενός βίντεο που είχα γυρίσει με τον αρχηγό της αστυνομίας να κρατάει ένα μαχαίρι- θα είναι εφιάλτης για μένα. Έτσι αποφάσισα να μείνω. Πέρασα ένα μήνα σε μια δομή και μου πρότειναν προσωρινή προστασία αλλά ζήτησα μόνιμη, δεν θέλω να είμαι άλλο στην αναμονή. Τον Ιούνη το αίτημά μου για άσυλο έγινε δεκτό και απέκτησα μόνιμη παραμονή. 

Αλλά ο αγώνας συνεχίζεται - στο Μάνους είναι περίπου 300 ενώ στο Ναούρου ο αριθμός έχει πέσει στους 400. Και σήμερα πηγαίνω στη Λέσβο. Πρέπει να είμαι βέβαιος ότι την ιστορία μου ή τις ιστορίες των ανθρώπων που είναι κλεισμένοι ή ξεχασμένοι στη Λέσβο στα κέντρα κράτησης πρέπει να τις μάθει όλος ο κόσμος. 

Θέλω να δω την κατάσταση στη Λέσβο και να συγκρίνω τι πέρασα και τι περνάνε οι πρόσφυγες, και θα συνεχίσω στην Λαμπεντούζα, το Καλέ, σε όλα τα καυτά σημεία για να δω πώς τους συμπεριφέρεται η Ευρώπη. Μια μεγάλη ήπειρος που έχει τη δυνατότητα και τον πλούτο να φιλοξενήσει εκατομμύρια ανθρώπους και παρόλα αυτά δεν το κάνει. Δεν θα ακούσουμε όλους αυτούς τους πολιτικούς που μιλάνε για “εισβολές” μεταναστών και “τρομοκράτες” και όλα αυτά τα ψέματα που χρησιμοποιούν και δεν εξηγούν γιατί συμβαίνει η μετανάστευση αλλά βολεύουν αυτούς που έχουν την εξουσία. Θα βάλουμε μπροστά την ανθρωπότητα.

Ο Αμπντούλ Αζίζ Μουχάμαντ μίλησε στον Γιώργο Πίττα

Κινητοποίηση προσφύγων στη Μόρια