Κορονοϊός
Ινδία: Μόντι, πιο επικίνδυνος από όλους τους ιούς μαζί

Σε όλες τις χώρες η κρίση του κορονοϊού συμπυκνώνει και επιταχύνει τα συστατικά πολιτικής και κοινωνικής αναστάτωσης που υπήρχαν από πριν. Η Ινδία ίσως είναι από τα πιο εκρηκτικά παραδείγματα. Η χώρα βρίσκεται σε καραντίνα από το ένα άκρο ως το άλλο από τις 25 του Μάρτη. Είναι η μεγαλύτερη σε έκταση και πληθυσμό καραντίνα σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Κίνα δεν έφτασε ποτέ να επιβάλει καραντίνα σε ολόκληρο τον πληθυσμό, ούτε σε όλη την επικράτεια. Στην Ινδία πρόκειται για 1300 εκατομμύρια ανθρώπους.

Τα συστατικά της κρίσης παρόντα από πριν ήταν: μια ακροδεξιά κυβέρνηση με ανίσχυρη αντιπολίτευση, επιβράδυνση της οικονομίας με τρόπο που αποσταθεροποίησε όλα τα σχέδια που είχε ο Μόντι όταν κέρδισε πέρσι για δεύτερη φορά τις εκλογές, μια ρατσιστική εκστρατεία ενάντια στο μουσουλμανικό πληθυσμό της χώρας (πάνω από 200 εκατομμύρια) που μετατρέπονται και επίσημα σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας, πραξικόπημα του Μόντι σε βάρος του Κασμίρ, με κατάργηση της αυτονομίας του και πολύμηνο αποκλεισμό των κατοίκων του από τον υπόλοιπο κόσμο, αύξηση της διαρκούς έντασης με το Πακιστάν και με την Κίνα.

Με την καραντίνα, τα εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων που επιβιώνουν οριακά πετάχτηκαν ακόμη περισσότερο στην αφάνεια και στο περιθώριο. Ο Μόντι βγήκε το βράδυ της 24ης Μάρτη στις 8 η ώρα και ανακοίνωσε εντελώς ξαφνικά την καραντίνα η οποία επιβαλλόταν μέσα σε τέσσερις ώρες. Ο κόσμος της “ανεπίσημης” εργασίας, τα εκατομμύρια των μεροκαματιάρηδων, των ανθρώπων που κάνουν δουλειές του ποδαριού, στις μεγαλουπόλεις των πολλών εκατομμυρίων, αλλά και στα μεγάλα κτήματα της υπαίθρου βρέθηκαν στο έλεος της μοίρας, χωρίς καμία στήριξη.

45 εκατομμύρια εργάτες και εργάτριες που δουλεύουν εσωτερικοί μετανάστες έτρεξαν να γυρίσουν στα χωριά και στις πόλεις καταγωγής τους. Τα τρένα πλημμύρισαν, φυσικά τα μέτρα “κοινωνικής απόστασης” μετατράπηκαν σε πολυτέλεια. Η κυβέρνηση ναύλωσε ειδικά λεωφορεία για την επιστροφή, αλλά οι στάσεις των λεωφορείων γέμισαν με κόσμο που στριμωχνόταν για να βρει μια θέση, ο ένας πάνω στον άλλο. Πολλοί ήταν αυτοί που δεν τα κατάφεραν, τα λεωφορεία μέσα σε λίγες μέρες έπαψαν να ναυλώνονται, και ολόκληρα καραβάνια ανθρώπων ξεκίνησαν το ταξίδι με τα πόδια. Προσπαθούν να επιστρέψουν κάπου που να έχουν κάποιον δικό τους, ένα κρεβάτι, αν και δεν θα γλυτώσουν από την πείνα από την ασθένεια ή την κούραση. Η δημοσιογράφος Ράνα Αγιούμπ γράφει:“Υπάρχουν ήδη περιπτώσεις ανθρώπων που πεθαίνουν από την πείνα. Σύντομα, η ψυχαγωγία, η παιδεία και η ψυχική υγεία θα γίνουν αιτίες ανησυχίας. Μόνο το 66% των νοικοκυριών έχουν τηλεόραση, και πάνω από ένας στους δύο δεν έχει πρόσβαση στο ίντερνετ. Οι επόμενες βδομάδες θα βαθύνουν τις κοινωνικοοικονομικές διαιρέσεις στη χώρα.”

Ο πανικός που προκλήθηκε ήταν μεγάλος, όχι μόνο ανάμεσα στους φτωχότερους των φτωχών, αλλά σε πολύ ευρύτερα στρώματα γιατί ο Μόντι δεν έδωσε στο μήνυμά του το παραμικρό στοιχείο για το πώς θα εξασφαλιστεί το φαγητό και η πρόσβαση σε αυτό στη διάρκεια της καραντίνας. Ο Μόντι αναγκάστηκε σε διορθωτική ανακοίνωση. Μετά ζήτησε συγνώμη από τους φτωχούς για τη σκληρότητα των μέτρων, αλλά είπε πως ήταν αναγκαία και δεν έδωσε κανένα επιπλέον μέτρο στήριξης.

Στο μεταξύ η αστυνομία η οποία από τα τέλη της περασμένης χρονιάς δεν έχει σταματήσει να χτυπάει, ρίχτηκε ξανά στη “δουλειά”. Ακόμη και εργοστασιάρχες κατήγγειλαν ότι οι εργάτες που πάνε να παράγουν μάσκες ή άλλα απαραίτητα υλικά πάνε δαρμένοι από τους μπάτσους που “επιβάλλουν την καραντίνα” ή φοβούνται να βγουν από τα σπίτια τους. Χτυπάνε και παρενοχλούν νοσοκόμες και γιατρίνες που πάνε ή γυρνούν από τη δουλειά τους. Οι φασιστικές συμμορίες του RSS (που έχουν τον Μόντι για πνευματικό τους ηγέτη) κυκλοφορούν αντιμουσουλμανικές φήμες και επιτίθενται σε εθελοντές που προσπαθούν να παράσχουν φαγητό στους φτωχούς αν “μοιάζουν μουσουλμάνοι”. Η αστυνομική βία εντεινόταν πριν από την κρίση, όταν στο Δελχί αλλά και σε άλλα σημεία, σε συνεργασία με το RSS διέλυσαν τις διαδηλώσεις κατά του ρατσιστικού νόμου του Μόντι και εξαπέλυσαν πογκρόμ με σφαγές στις μουσουλμανικές γειτονιές.

Στο μεταξύ, η ανεργία που ήταν 3,5% τον Ιούλη του 2017 έφτασε το 7,2% το Γενάρη και το 8,7% το Μάρτη πριν από την καραντίνα για να τιναχτεί στο 24% την τελευταία βδομάδα. Ο Μόντι υποδέχθηκε τον Τραμπ στα τέλη Φλεβάρη, οργανώνοντας μια τεράστια συγκέντρωση της Δεξιάς, προσφέροντας στον πλανητάρχη το μεγαλύτερο πλήθος που τον έχει χειροκροτήσει στη ζωή του. Όμως τώρα ο Τραμπ απειλεί με αντίποινα αν η Ινδία δεν απελευθερώσει τις εξαγωγές χλωροκίνης (ενός φαρμάκου για την ελονοσία που παράγεται μαζικά στην Ινδία). Τίποτα δεν θα μείνει σταθερό και ακλόνητο στην Ινδία μετά από αυτές τις βδομάδες.