«Οι Ναυαγοί της Τρελής Ελπίδας» ήταν ο τίτλος της παράστασης με την οποία μας επισκέφθηκε η Αριάν Μνουσκίν και φέτος με το «Θέατρο του Ήλιου» στα μέσα Ιουνίου περίπου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
Από τις 15/6 έως τις 19/6 οι παραστάσεις του θιάσου ήταν κυριολεκτικά sold out κι αυτό οφειλόταν σε πολλούς λόγους. Δεν ήταν τυχαίο άλλωστε ότι οι παραστάσεις δινόντουσαν σε έναν μεγάλο χώρο, όπως αυτόν του νέου εκθεσιακού κέντρου κοντά στο αεροδρόμιο, που και πάλι δεν στάθηκε αρκετά μεγάλος όμως για να χωρέσει όλους εκείνους που θα θέλανε να είχαν πάει.
Σίγουρα είναι η ιστορία και ο «μύθος» που συχνά συνοδεύει το ίδιο το «Θέατρο του Ήλιου» και την 72χρονη γυναίκα που το ίδρυσε, πίσω την δεκαετία του ’60, Αριάν Μνουσκίν.
Το «Θέατρο του Ήλιου» που σήμερα αριθμεί 75 μέλη από 35 χώρες, που μιλούν 22 διαφορετικές γλώσσες, αναπτύχθηκε σε σχέση και σε αντίδραση με την επανάσταση του Μάη του 1968. Το να ζούνε όλοι μαζί κοινοβιακά στην εξοχή, να κάνουν θέατρο και να φροντίζουν πρόβατα, ήταν για παράδειγμα μία από τις φαντασιώσεις των ιδρυτών του θεάτρου.
Η Αριάν Μνουσκίν και το «Θέατρο του Ήλιου», σίγουρα όμως άλλαξαν πολλά στον τρόπο που καταλαβαίνουμε το θέατρο. Αρκεί κάποιος να δει έστω και μία από τις πολύωρες παραστάσεις του, για να το καταλάβει. Έφερε παραδόσεις και τεχνικές, διαφορετικές μεταξύ τους, ξαναέγραψε την ιστορία, διεκδίκησε καινούργιους ρόλους για τους ηθοποιούς, έχτισε νέες συνθήκες ως προς την σχέση με το κοινό (« οι ηθοποιοί να βάλουν την μάσκα και η θεατές να την βγάλουν»), αλλά πάνω απ’ όλα έδειξε ότι στο θέατρο όλα είναι πιθανά.
«Πιστεύω στο θαύμα. Πιστεύω στην ομορφιά, στο φως, στην ελπίδα, στην χαρά, στο γέλιο, στο κλάμα» λέει η Αριάν Μνουσκίν, που στο τέλος των παραστάσεων της στην Αθήνα στις 19/6 συναντήθηκε με κόσμο που βρέθηκε γι’ αυτό τον λόγο στο κτήριο της Πειραιώς 260 που οργάνωσε το ΤΘΣ του πανεπιστημίου, απαντώντας σε ερωτήσεις.
Η παρουσία της ίδιας και του θιάσου, το Σάββατο 18/6 το μεσημέρι, στην πλατεία Συντάγματος. Γεγονός που αναφέρθηκε και στις ειδήσεις εκείνης της μέρας. Άλλωστε ο συμβολισμός της κίνησης αυτής, όσο μεγάλο κανάλι και να είσαι, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητος.
Η γενιά του Μάη συναντά τους σημερινούς αγανακτισμένους στην πλατεία Συντάγματος και η Αριάν Μνουσκίν, όπως και ο χιλιανός συγγραφέας Λούις Σεπουλβέδα που κατεβήκαν στην πλατεία, είναι δύο πρόσωπα που μπορούν να στηρίξουν τον συμβολισμό αυτό.
«Η αλλαγή δεν μπορεί να έρθει από τους πολιτικούς, αλλά από τους πολίτες» υποστήριξε όλος ο θίασος, κρατώντας μια τεράστια μαριονέτα, ντυμένη στα λευκά, μ’ ένα σπαθί και μια ζυγαριά σαν την Θέμιδα που απαιτεί δικαιοσύνη, στο χάπενινγκ που διήρκησε μια ώρα περίπου. «Ήθελα να έρθω στο Σύνταγμα και να κάνω αυτό το δρώμενο στην Ελλάδα, όπου ο κόσμος «διψάει» για δικαιοσύνη». «Δεν υφίσταται πια η Ευρωπαϊκή Ένωση. Κουμάντο κάνουν οι αγορές». «Η οργή του κόσμου είναι μεγάλη γιατί η αδικία είναι αυθάδης. Γι ‘αυτό και τα συναισθήματα του λαού εξεγείρονται».
Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που διαμαρτυρόντουσαν με αυτόν τον τρόπο και με την συγκεκριμένη μαριονέτα. Στις μεγάλες διαδηλώσεις δεκάδων χιλιάδων εργαζομένων ενάντια στο νομοσχέδιο που προέβλεπε την μείωση των συντάξεων στην Γαλλία τον περσινό Οκτώβριο, η Αριάν Μνουσκίν ήταν εκεί με μια ντουντούκα και μ’ ένα τεράστιο πανό με ένα απόσπασμα από έργο του Σαίξπηρ που έγραφε πως: «οι σφήκες δεν ρουφάνε το αίμα των αετών, αλλά λεηλατούν τις κυψέλες των μελισσών», διαδηλώνοντας έτσι όλοι, την υποστήριξη τους στο κοινωνικό κράτος.
Κατεβαίνουν με τον κόσμο, συνομιλούν ανταλλάσουν ιδέες, δίνοντας αλλά και παίρνοντας δύναμη στον αγώνα τους για μια δίκαιη κοινωνία.
Αποστολή
Το μέτρο, παρ’ όλα αυτά, στην πολιτική τους δράση δίνουν πάντα οι παραστάσεις τους. Στους «Ναυαγούς της Τρελής Ελπίδας» το μέτρο, δίνει η τελική σκηνή της παράστασης, όπου η κινηματογραφική κάμερα που σε όλη την διάρκεια κινηματογραφούσε τα δρώμενα στη σκηνή, γυρίζει και κινηματογραφεί το κοινό, ενώ ένας από τους πρωταγωνιστές της παράστασης ομολογεί πως: «Αυτές τις μέρες του ζόφου, έχουμε μια αποστολή. Να δώσουμε στα καράβια που περιπλανιούνται μέσα στην νύχτα, το επίμονο φως ενός φάρου».
Το θέατρο και κατ’ επέκταση η τέχνη, δεν μπορούν να αλλάξουνε τον κόσμο, μπορούν όμως να θέσουν ερωτήματα και να αφυπνίσουν συνειδήσεις.
Μια θεατρική παράσταση λοιπόν, που υμνεί τον κινηματογράφο! Φορέας του καινούργιου, της τεχνολογικής εξέλιξης και της ανθρώπινης εφευρετικότητας, ο κινηματογράφος μαγεύει τον σκηνοθέτη Ζαν και τον ιδιοκτήτη του καμπαρέ-εστιατορίου «Τρελή Ελπίδα» στις όχθες του Μάρνη, Φελίξ, που αποφασίζουν να μετατρέψου την σοφίτα του μαγαζιού του τελευταίου, σε κινηματογραφικό στούντιο.
Παραμονές λοιπόν, του Μεγάλου Πολέμου το 1914 και όντας απολυμένος από την κρατική εταιρεία κινηματογραφικών παραγωγών «Pathe», ο σκηνοθέτης του βωβού κινηματογράφου θέλει να γυρίσει μια επιμορφωτική για τον λαό ταινία, βασισμένη στο όψιμο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν: «Οι ναυαγοί του Ιωνάθαν». Η περιγραφή του ναυαγίου ενός πλοίου που έκανε το ταξίδι από το Κάρντιφ στην Αυστραλία καθώς και οι περιπέτειες στην συνέχεια των ναυαγών. Ναυαγών όλων των κοινωνικών τάξεων και ιδεολογικών απόψεων.
Η αφήγηση κινείται σε τρία επίπεδα. Το κινηματογραφικό, της επικαιρότητας και του μικρόκοσμου των γυρισμάτων.
Οι πρωταγωνιστές, σοσιαλιστές όλοι τους, διακατέχονται από αισιοδοξία αλλά και αγωνία για τα μελλούμενα. Τα συνδικάτα έχουν κερδίσει πολλά πράγματα τα τελευταία χρόνια, ο πόλεμος τελείωσε στα βαλκάνια και οι άνθρωποι ελπίζανε ότι ήρθε η στιγμή να επωφεληθούν από την τεχνολογία και να χειραφετηθούν από τις πολεμοκάπηλες πολιτικές τους ηγεσίες. Πραγματοποιούν τα γυρίσματα με πάθος και αυταπάρνηση «ξεπερνώντας», ευρηματικά τουλάχιστον, τις διάφορες τεχνικές δυσκολίες που προκύπτουν.
Πάντα όμως, αγωνιώντας παράλληλα και για τις εξελίξεις που μοιάζουν να οδηγούν στον πόλεμο. Θα ανταπεξέλθουν οι σοσιαλιστές στην πρόκληση του να μην οδηγηθούν τελικά οι λαοί της ευρώπης στη σφαγή; Οι «πασιφιστές», ο Ζωρές τι θα κάνουν; Θα τα καταφέρουν; Δίνουν πολιτικές μάχες χρόνια ολόκληρα κατά του πολέμου.
Τα γυρίσματα ξεκινούν κι εμείς ως θεατές του θεάτρου, παρακολουθούμε τα κινηματογραφικά γυρίσματα των ηρώων. Όλοι γίνονται τα πάντα. Ηθοποιοί, κατασκευαστές σκηνικών και κουστουμιών, φωτιστές τεχνικοί.
Όλο αυτό παραπέμπει στην ιστορία του ίδιου του «Θεάτρου του Ήλιου».
Άλλωστε όπως έχει πει και η ίδια η Αριάν Μνουσκίν: «όλα είναι ταξίδι. Κάθε παραγωγή είναι ένα ταξίδι και ο θίασος είναι το πλήρωμα ενός πλοίου που βγαίνει στ’ ανοιχτά, χωρίς να ξέρει που πηγαίνει».

