ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ: Οι κατακτήσεις της Γ’ Διεθνής

Στη Γερμανία η αντεπανάσταση είχε πνίξει στο αίμα τη Δημοκρατία των Συμβουλίων στο Μόναχο, αλλά η κυρίαρχη τάξη δεν αισθανόταν καθόλου ασφαλής και σταθερή. Στη Γαλλία, απεργίες. Στην Ιταλία το κίνημα της «κόκκινης διετίας» έπαιρνε φόρα για το μεγάλο κύμα εργοστασιακών καταλήψεων που θα ξεσπούσε τον Σεπτέμβρη. Ο Κόκκινος Στρατός όχι μόνο είχε νικήσει την αντεπανάσταση των Λευκών που είχαν την ενίσχυση όλων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των στρατών τους, αλλά είχε απαντήσει αποτελεσματικά και στην εισβολή που οργάνωσε το αστικό καθεστώς της Πολωνίας και προέλαυνε προς τη Βαρσοβία.

Σ’ αυτές τις συνθήκες άνοιγε τις εργασίες του το Δεύτερο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομμουνιστικής (Τρίτης) Διεθνούς, της Κομιντέρν όπως έμεινε γνωστή, στη Μόσχα στα μέσα του Ιούλη. Κάτι περισσότερο από χρόνος είχε περάσει από το Ιδρυτικό Συνέδριό της και η διαφορά ήταν εντυπωσιακή. Στο πρώτο συνέδριο συμμετείχαν 35 αντιπρόσωποι που στην πραγματικότητα πέρα από εκείνους του κομμουνιστικού κόμματος Ρωσίας και έναν από το κομμουνιστικό κόμμα Γερμανίας δεν αντιπροσώπευαν κάτι πολύ περισσότερο από μικρές ομάδες ή ακόμα και απλά τον εαυτό τους. Στο Δεύτερο Συνέδριο η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική: παρόντες και παρούσες ήταν 217 αντιπρόσωποι από 67 κόμματα και οργανώσεις που έρχονταν από 40 χώρες. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες σε όλη την Ευρώπη στρέφονταν προς τις ιδέες της επανάστασης και το κόμμα που τις ενσάρκωνε, τους μπολσεβίκους.

Ο Λένιν ήδη λίγο μετά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και την προδοσία των κομμάτων της Δεύτερης, Σοσιαλιστικής, Διεθνούς που έτρεξαν να στηρίξουν πατριωτικά τις αστικές τάξεις τους στον πόλεμο, είχε διακηρύξει την ανάγκη για μια Τρίτη, κομμουνιστική Διεθνή. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να πείσει το ίδιο του το κόμμα. Και χρειάστηκε ο Οκτώβρης του 1917, και ο επαναστατικός σεισμός που προκάλεσε σε όλο τον κόσμο, για να ξεκινήσει πραγματικά η προσπάθεια για το χτίσιμο μιας τέτοιας Διεθνούς.

Για τους μπολσεβίκους το χτίσιμο μιας τέτοιας Διεθνούς είχε κρίσιμο, στρατηγικό χαρακτήρα. Η εξουσία των σοβιέτ, των εργατικών συμβουλίων, στη Ρωσία έδινε μια σκληρή μάχη επιβίωσης. Όμως, οι μπολσεβίκοι δεν έκρυβαν ότι ακόμα και στις πιο ιδανικές συνθήκες η νίκη της επανάστασης στην Ρωσία ήταν το πρώτο βήμα για το θρίαμβο του διεθνούς σοσιαλισμού. Η εργατική τάξη της φτωχής και καθυστερημένης Ρωσίας μπορούσε να δώσει την ώθηση, όμως για να χτιστεί μια πραγματική σοσιαλιστική κοινωνία χρειαζόταν η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης σε άλλες πιο προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες και βασικά στη Γερμανία. «Χωρίς την νίκη της προλεταριακής επανάστασης στην Γερμανία είμαστε χαμένοι» δήλωνε ανοιχτά ο Λένιν στις αρχές του 1918. Για τους μπολσεβίκους η εργατική τάξη ήταν διεθνής, τα συμφέροντά της κοινά και ο σοσιαλισμός δεν είχε «εθνικά χρώματα».

Διεθνιστική

Το πόσο ασυμβίβαστα διεθνιστική ήταν η οπτική τους φαίνεται και από «λεπτομέρειες»: όπως η πεποίθηση που έκφρασε ο Ζινόβιεφ, ο πρόεδρος της Κομιντέρν, στο καλωσόρισμα αντιπροσώπων, ότι το παρόν συνέδριο θα είναι ο προάγγελος ενός άλλου παγκόσμιου συνεδρίου, των Σοβιετικών Δημοκρατιών. Ο Λένιν στη μπροσούρα του με τίτλο «Αριστερισμός Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού» που μοιράστηκε στους αντιπροσώπους, έβγαζε μερικά πολύτιμα διδάγματα από την εμπειρία των μπολσεβίκων, προειδοποιούσε ότι σύντομα η εμπειρία της ρώσικης επανάστασης μπορεί να αποδεικνυόταν πολύ φτωχή σε σύγκριση με της ευρωπαϊκής.

Η μαζική στροφή των εργατών προς την επανάσταση δεν ήταν σχήμα λόγου. Ρεύματα και οργανώσεις που δεν είχαν σχέση καν με τον μαρξισμό και το «επίσημο» σοσιαλιστικό κίνημα προπολεμικά, τώρα πλησίαζαν τη νέα Διεθνή. Το ίδιο το ζήτημα της αναγκαιότητας ή μη ύπαρξης ενός πολιτικού κόμματος έμπαινε για συζήτηση, και οι μπολσεβίκοι δεν υποτίμησαν καθόλου την ανάγκη να γίνει αυτή η συζήτηση ανοιχτά και χωρίς προκαταλήψεις. Από το βήμα του συνεδρίου ο Τρότσκι διακήρυττε ότι νιώθει πολύ πιο κοντά σε αναρχικούς ή επαναστάτες-συνδικαλιστές συντρόφους με τους οποίους διαφωνεί για το ζήτημα της πολιτικής πάλης και του κόμματος αλλά θέλουν να ξεριζώσουν το κεφάλι των καπιταλιστών, παρά με τους ηγέτες της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας που είναι «ξεκάθαροι» για την αναγκαιότητα της πολιτικής πάλης ή ενός σοσιαλιστικού κόμματος, αλλά στήριζαν τον καπιταλισμό πιο μανιασμένα και από τους καπιταλιστές.

Ήταν τόσο ισχυρό το ρεύμα προς τη Κομιντέρν, που συμπαράσερνε κόμματα ασύγκριτα μεγαλύτερα από τις υπάρχουσες κομμουνιστικές ομάδες. Στο συνέδριο πχ δεν συμμετείχαν μόνο οι αντιπρόσωποι του KPD, του ΚΚ Γερμανίας με τα 50.000 μέλη του, ούτε μόνο οι παρατηρητές του ΚΑPD μιας πρόσφατης διάσπασης του κόμματος. Συμμετείχαν και αντιπρόσωποι του USPD, Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που πρόσφατα είχε ταχθεί υπέρ της «δικτατορίας του προλεταριάτου» σε συνέδριό του. Το κόμμα είχε 800.000 μέλη! Ίδια εικόνα από χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία, η Νορβηγία.

Αυτή η εξέλιξη παρουσίαζε μια πρόκληση για τους μπολσεβίκους. Η Κομιντέρν έπρεπε να είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ετήσιες συγκεντρώσεις ρητόρων που ψήφιζαν αποφάσεις τις οποίες ο καθένας μπορούσε να γράψει στα παλιά του τα παπούτσια. Αυτή ήταν η πικρή εμπειρία από την Δεύτερη Διεθνή. Αντίθετα, η Κομιντέρν και τα τμήματά της έπρεπε να είναι το «γενικό επιτελείο της προλεταριακής επανάστασης». Όμως, τι είδους επιτελείο θα ήταν αυτό αν στις πιο κρίσιμες θέσεις υπήρχαν άνθρωποι και ομάδες που μόλις πριν ένα με δυο χρόνια, στήριζαν την κυρίαρχη τάξη της πατρίδας τους στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο; Τα περισσότερα από τα κόμματα που χτυπούσαν την πόρτα της Κομιντέρν δεν ήταν επαναστατικά, αλλά «κεντριστικά» όπως τα ονομάτιζαν ο Λένιν, ο Τρότσκι κι οι μπολσεβίκοι. Επαναστατικά στα λόγια, παθητικά στην πράξη.

Οι μπολσεβίκοι είχαν τρεις επιλογές. Η πρώτη ήταν να κάνουν τα στραβά μάτια στο όνομα της «ενότητας». Η δεύτερη, ήταν απλά να καταγγείλουν τις υποκριτικές ή πουλημένες ηγεσίες. Και στις δυο περιπτώσεις θα χάριζαν σ’ αυτές τις ηγεσίες εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες με γνήσιες επαναστατικές διαθέσεις αλλά που δεν μπορούσαν να διακρίνουν τις διαφορές. Προτίμησαν έναν τρίτο και πιο δύσκολο δρόμο: ενωτικό αλλά ανυποχώρητο στις αρχές, με βάση το κριτήριο της πράξης. Προϊόν αυτής της προσπάθειας ήταν οι περίφημοι «21 όροι για την ένταξη στην Κομμουνιστική Διεθνή».

Οι 21 όροι

Από τότε πολλοί έχουν βρει τη ρίζα των γραφειοκρατικοποίησης της Κομιντέρν σε αυτούς τους όρους. Την έκαναν, ισχυρίζονται αυτές οι απόψεις, ρώσικο παράρτημα. Δεν είναι έτσι. Αν εξετάσει κανείς τους «Όρους», θα βρει πράγματα που κανονικά θα έπρεπε να είναι «αλφαβήτα» κάθε σοβαρού επαναστατικού κόμματος. Τα κομμουνιστικά κόμματα έπρεπε να υποστηρίζουν, για παράδειγμα, χωρίς δισταγμό και με όλες τους τις δυνάμεις τα απελευθερωτικά κινήματα των αποικιών, ιδιαίτερα εκείνων που ανήκαν στο κράτος «τους». Έπρεπε να κάνουν επαναστατική δουλειά στο στρατό, στα συνδικάτα. Οι βουλευτές, δήμαρχοι, σύμβουλοι κλπ υποτάσσονταν πλήρως στις αποφάσεις των οργάνων του κόμματος. Δεν θα υπήρχε πλέον χώρος για «κοινοβουλευτικούς αστέρες» και τα παζάρια τους. Το ίδιο ίσχυε για τις εφημερίδες, τα περιοδικά, τους εκδοτικούς οίκους. Στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τα έλεγχαν οι γραφειοκράτες ή όσοι είχαν την υλική υποδομή (δηλαδή το χρήμα). Πάλι η θέληση της βάσης πνιγόταν στο όνομα του πλουραλισμού.

Τέτοιοι όροι προκαλούσαν θύελλα διαμαρτυριών, για «έλλειψη εμπιστοσύνης» ή «ωμή επέμβαση» από διάφορες ηγεσίες. Αρχικά οι όροι ήταν 19, αλλά στις παραμονές του συνεδρίου οι μπολσεβίκοι πρόσθεσαν άλλους δυο, που «πονούσαν» ακόμα περισσότερο: μέσα σε έξι μήνες, η ηγεσία των κομμάτων έπρεπε να περάσει στα χέρια όσων είχαν παλέψει από την αρχή για ένταξη στην Κομιντέρν. Επίσης, για να γίνουν δεκτά αυτά τα κόμματα, έπρεπε να διαγράψουν τους «σοσιαλπατριώτες», τη δεξιά τους πτέρυγα που είχε στηρίξει τον πόλεμο και τώρα επιδίωκε τη σταθεροποίηση του καπιταλισμού.

Το Δεύτερο Συνέδριο ενέκρινε τους ‘Όρους», με τον Ζινόβιεφ να διατυπώνει την ελπίδα ότι η καμήλα θα περνούσε ευκολότερα από το κεφάλι της βελόνας παρά οι κεντριστικές, μισορεφορμιστικές ηγεσίες από την πόρτα της Κομιντέρν. Όπως σε πολλά άλλα, ο Ζινόβιεφ βιάστηκε να μιλήσει –τελικά πολλές κεντριστικές καμήλες όχι μόνο μπήκαν αλλά και στρογγυλοκάθισαν στην Κομιντέρν. Όμως, χίλιες φορές μεγαλύτερη σημασία είχε το γεγονός ότι η συζήτηση για την αποδοχή ή μη των «21 όρων» κέρδισε εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες στις γραμμές των επαναστατικών, κομμουνιστικών κομμάτων. Στην Γερμανία τον Σεπτέμβρη το συνέδριο του USPD αποφάσισε την αποδοχή των όρων, ύστερα μάλιστα από μια τετράωρη ομιλία του ίδιου του Ζινόβιεφ που εμφανίστηκε ξαφνικά στο συνέδριο. Η δεξιά πτέρυγα αποχώρησε, και η πλειοψηφία προχώρησε την ενοποίηση με το KPD. Προέκυψε ένα νέο κομμουνιστικό κόμμα με 400.000 μέλη. Παρόμοιες εξελίξεις, αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο επιτυχημένες, σημειώθηκαν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Μέχρι τότε, οι ρεφορμιστικές ηγεσίες αντιμετώπιζαν αφ’ υψηλού τους μπολσεβίκους ως μια μισο-αναρχική παρέκκλιση από τον «ορθόδοξο μαρξισμό» προϊόν της καθυστερημένης, ασιατικής Ρωσίας. Το Δεύτερο Συνέδριο και οι εξελίξεις που πυροδότησε απέδειξαν ότι η επανάσταση, το όραμα της δημοκρατίας της εργατικών συμβουλίων, ο διεθνισμός, μπορούσε όχι μόνο να φλογίσει τις καρδιές αλλά και να κερδίσει το νου των «καθώς πρέπει» εργατών της Δύσης.