“Τι το κακόν εποιήσαμεν;”

Τόσο φτηνά; Τόσο εμείς είμαστε φτηνοί;

Τι είμαστε;

Εχθροί για τους γονείς μας, εχθροί για τους άρχοντες μας;

Τι είναι αυτή η καρέκλα; Τι είναι η εξουσία;

Σημείο όπου η ψυχή γλιστράει από το σκοπό του ανθρώπου;

Όπλο για να σκοτώνει απλήρωτα χωρίς να λογαριάζει τη ζωή;

Σκοπός που παραμονεύει κάθε φτερούγισμα του νου στην ελευθερία;

Σε τι φταίξαμε; "Τι το κακόν εποιήσαμεν";

Λίγη από την ανάσα της ψυχής μας στην απεραντοσύνη της ζωής, στην ομορφιά του ανθρώπου;

Μόνο ο νους μας ταξιδεύει. Μόνο ο πόθος μάς πυρπολεί για να περπατήσουμε γοργά στο πράσινο της γης μας,

να πετάξουμε σαν το ανάλαφρο πουλί στο γαλάζιο του ουρανού μας.

Κι η φωνή καταντίκρυ: αλήτης ο νους σας,

εφιάλτης ο πόθος σας για γονείς κι αδέλφια, για αγαπημένους και πατρίδα.

Τι κινείτε να τους βγάλετε στο φως και να τρίξει η καρέκλα;

Κι εμείς το πηχτό αίμα, το άνθος της ζωής,

η απαντοχή του τόπου και του ανθρώπου

κυλάμε και σβήνουμε με το όνειρο τούτης της γης.

Η ορμή στα στήθη μας ξεχειλίζει: το νιο βλαστάρι κόβεται πριν τον ώριμο καρπό;

Κι ο τόπος μας πώς θα ζήσει;

Πού το δίκιο και πού η αλήθεια;

Ας ανοίξει ο ουρανός και ας μιλήσει ο Θεός!

Αλ Σμαΐλ Ομάρ, Σύρος μετανάστης, Χανιά