Η εργατική παράδοση της οργάνωσης από τα κάτω

Παραμένει ανοιχτή η συζήτηση για το πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε όλους αυτούς τους δισταγμούς και τα εμπόδια. Η κοινοβουλευτική Αριστερά, όταν τουλάχιστον δεν συμπράττει με τους γραφειοκράτες, εφαρμόζει τη γραμμή της καταγγελίας. Οι συνδικαλιστές σύμφωνα με αυτή τη λογική είναι ξεπουλημένοι και προδότες, και εκεί οφείλεται η αδράνειά τους. Η ίδια αντιμετώπιση με διαφορετική μέθοδο εκφράζεται στα γιαούρτια και το ξύλο κατά του Παναγόπουλου. Και στις δύο περιπτώσεις, η αντίληψη που βρίσκεται από πίσω είναι ότι μια άλλη, καλύτερη, ηγεσία θα αρκούσε για να οδηγήσει τους αγώνες στη νίκη.

Κι όμως, οι πραγματικοί αγώνες δεν εξελίσσονται ανάλογα με τις ιδέες που έχει στο κεφάλι του ο κάθε αρχισυνδικαλιστής. Αν ήταν έτσι, δεν θα είχε γίνει η τετραήμερη απεργία στα ΜΜΕ τον Απρίλη, αφού πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ ήταν ακόμα ο Σόμπολος. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι φυσικά ο Παναγόπουλος που δεσμευόταν στις αρχές του 2010 ότι δεν θα κάνει καμία απεργία ενάντια στην κυβέρνηση -κι όμως αναγκάστηκε να κηρύξει και να “επικροτήσει” δεκάδες απεργίες.

Ηγεσία και βάση

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πίεση της βάσης από μόνη της είναι παντοδύναμη. Οργή υπάρχει σε πολλούς χώρους, αλλά όταν η οργή δεν παίρνει οργανωμένα χαρακτηριστικά, αν δεν υπάρξουν συγκεκριμένοι άνθρωποι που θα πάρουν πρωτοβουλίες και δώσουν το παράδειγμα για το πώς μπορεί να οργανωθεί ο αγώνας, οι ηγεσίες έχουν πάντα τη δυνατότητα να αφήνουν την οργή να εξατμίζεται.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από την πρόσφατη εμπειρία είναι ότι δεν πρέπει κανείς να περιμένει μια καλύτερη ηγεσία που θα δώσει αγώνες με καλύτερους συσχετισμούς, ούτε βέβαια ότι οι σημερινές ηγεσίες θα πειστούν και θα “βγάλουν συμπεράσματα”. Το σημείο κλειδί είναι πώς μπορούμε σε κάθε χώρο να κινηθούμε με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίσουμε ότι το πάνω χέρι θα το έχει η βάση και όχι η γραφειοκρατία. Έχουμε ήδη παραδείγματα για το πώς πρωτοβουλίες εργαζομένων κατάφεραν να παίξουν ρόλο οργανωτή όταν οι ηγεσίες αποφάσιζαν κινητοποιήσεις, ενώ ταυτόχρονα μπόρεσαν να ξεμπλοκάρουν την κατάσταση όταν βάλτωνε.

Στις συγκοινωνίες ήταν πρωτοβουλίες εργαζομένων σαν κι αυτή που οργάνωσε την κατάληψη των γραφείων του ΟΣΕ στην Καρόλου που πίεσαν και έδωσαν ευκαιρία για κοινές απεργίες με τα υπόλοιπα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Το κύμα των απεργιών στα μπλε λεωφορεία στις αρχές της χρονιάς έγινε ενώ η ηγεσία του συνδικάτου πήγαινε στις συνελεύσεις με προτάσεις κλεισίματος ή περιορισμού των κινητοποιήσεων. Ο πρόεδρος του σωματείου ξηλώθηκε από την ΠΑΣΚΕ όχι γιατί ήταν πολύ μαχητικός, αλλά γιατί δεν κατάφερε να βάλει καπάκι στον κόσμο της συνέλευσης που ψήφιζε απεργία.

Μπορεί αυτά τα συμπεράσματα να είναι πρόσφατα, όμως η συζήτηση για τη σχέση συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και βάσης είναι πολύ βαθιά και πολύ πλούσια. Υπάρχει μια μεγάλη παράδοση στο εργατικό κίνημα και στο Μαρξισμό που στέκεται απέναντι στο γραφειοκρατικό συνδικαλισμό, και στην επίσημη και στην αριστερή εκδοχή του. Είναι η παράδοση των πρωτοβουλιών βάσης και της οργάνωσης από τα κάτω. Σε κάθε ένα από τα προσεχή τεύχη της Εργατικής Αλληλεγγύης θα εξετάζουμε από ένα σημαντικό παραδειγμα όπου η οργάνωση από τα κάτω κατάφερε να ξεπεράσει κάθε είδους εμπόδιο.

Στα πρώτα του βήματα το εργατικό κίνημα δεν συνάντησε το εμπόδιο της γραφειοκρατίας. Η ίδια η ίδρυση εργατικών συνδικάτων και η κήρυξη των πρώτων απεργιών ήταν πράξεις επαναστατικές στις οποίες η βάση και έπαιρνε τις αποφάσεις και τις υλοποιούσε. Η Γενική Απεργία του 1842 στην Αγγλία και την Ουαλία ήταν η μεγαλύτερη ολόκληρου του 19ου αιώνα. Πήραν μέρος μέχρι και 500 χιλιάδες εργάτες.

Δεν υπήρχε κανένα ενιαίο κέντρο οργάνωσης, αλλά οι εργάτες σε κάθε ένα εργοστάσιο που αποφάσιζαν απεργία πήγαιναν οργανωμένα στα κοντινά εργοστάσια και καλούσαν έξω τους συναδέλφους τους. Ήταν η αυθόρμητη εφεύρεση της μετακινούμενης απεργιακής φρουράς. Στο Μάντσεστερ κατάφεραν να συντονιστούν με ένα συνέδριο που όχι μόνο οργάνωσε τη μάχη αλλά σύμφωνα με έναν ιστορικό: “οργάνωνε και διοικούσε τις κοινότητες, υπερκέρασε τους τοπικούς δικαστές και τους στρατιωτικούς διοικητές, έδινε άδειες εργασίας, εξασφάλιζε την αστυνόμευση και τη διανομή φαγητού”.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν ο καπιταλισμός χρειάστηκε να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι τα συνδικάτα δεν θα εξαφανιστούν. Αυτό σήμανε πως οι ηγεσίες των συνδικάτων συμβιβάζονταν με την ιδέα ότι θα συγκατοικήσουν με τον καπιταλισμό. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία αναδείχθηκε ως ξεχωριστό στρώμα που έβλεπε την επιβίωσή του στις ειρηνικές διαπραγματεύσεις ή το πολύ πολύ στη χρήση του αγώνα ως διαπραγματευτικού όπλου. Αντί να αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα της εργατικής τάξης ως συνόλου, επικέντρωνε στα επί μέρους και έδινε δυνατότητες για διάσπαση.

Διαχωρισμοί

Τα συνδικάτα της AFL στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα είχαν οργανωθεί με βάση τις επαγγελματικές ειδικότητες και όχι το χώρο δουλειάς. Διαχώριζαν τους ειδικευμένους από τους ανειδίκευτους, διαχώριζαν τους μαύρους και τους καινούργιους μετανάστες που “έριχναν τα μεροκάματα”. Τα αφεντικά αντάμειψαν εκείνες τις ηγεσίες με συνεργασία και παχυλούς μισθους. Ενα τεράστιο απεργιακό κίνημα που οργανώθηκε από τα κάτω κατάφερε να στριμώξει τη γραφειοκρατία.

Το 1909 στην υφαντουργία της Νέας Υόρκης ξέσπασε η λεγόμενη “εξέγερση των 30 χιλιάδων” και στην καρδιά της ήταν Εβραίες και Ιταλίδες μετανάστριες που η AFL θεωρούσε αδύνατον να οργανωθούν. Στα ορυχεία του Κολοράντο η απεργία του 1913-14 είχε επικεφαλής τον Λούη Τίκα και άλλους έλληνες μετανάστες που έφτασαν να συγκρουστούν ένοπλα με την Εθνοφρουρά. Το 1905 όλες αυτές οι πρωτοβουλίες κατέληξαν στην ίδρυση των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW) που με κέντρο τους “λαθρο”μετανάστες της εποχής οργάνωσαν από τα κάτω και έφτιαξαν πραγματικό συνδικαλισμό και Αριστερά στις ΗΠΑ.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν η πρώτη που ανέδειξε την προτεραιότητα της οργάνωσης από τα κάτω και σε θεωρητικό επίπεδο. “Η άκαμπτη και μηχανιστική αντίληψη της γραφειοκρατίας”, έγραφε στο βιβλίο της Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα, “δέχεται την πάλη μόνο σαν αποτέλεσμα της οργάνωσης που έχει ήδη φτάσει σε έναν ορισμένο βαθμό της δύναμής της. Η ζωντανή διαλεκτική εξήγηση, αντίθετα, βλέπει την οργάνωση να γεννιέται σαν προϊόν της πάλης.” Η Ρόζα έγραψε αυτό το βιβλίο μέσα από την εμπειρία των γενικών απεργιών στη Ρωσία το 1903-1906.

Περιγράφει με έναν συγκλονιστικό τρόπο πώς η γερμανική συνδικαλιστική γραφειοκρατία που είχε στον έλεγχό της τεράστιους μηχανισμούς και εκατοντάδες χιλιάδες μέλη, σε κάθε κρίσιμη στιγμή έλεγε ότι “τα πράγματα δεν είναι ακόμα έτοιμα για σύγκρουση”. Κι όμως, η ρώσικη εργατική τάξη με εντελώς αδύναμη συνδικαλιστική οργάνωση και όχι σπουδαίες εμπειρίες, κατάφερε να διδάξει πώς γίνονται οι επαναστάσεις.

Εργοστάσιο το εργοστάσιο, οι εργάτες και οι εργάτριες ανακάλυψαν πώς οργανώνεις όχι μόνο απεργία, αλλά και την πάλη ενάντια στον Τσάρο. Η εμπειρία της δύναμης να παίρνεις τα πράγματα στα χέρια σου μέσα στον εργατικό χώρο έφτασε ως την ίδρυση του πρώτου Σοβιέτ στην Πετρούπολη με τους εργάτες να διεκδικούν ότι θα πάρουν στον έλεγχό τους ολόκληρη την κοινωνία.

Στην “Κόκκινη Διετία” της Ιταλίας, το 1919-20, 500 χιλιάδες εργάτες έφτασαν να έχουν στον έλεγχό τους τα εργοστάσια στο Βορρά. Ένας αντιπρόσωπος εκλεγόταν για κάθε 15-20 εργάτες και έτσι συγκροτούσαν ένα εργοστασιακό συμβούλιο. Ο Αντόνιο Γκράμσι έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σε εκείνο το κίνημα. Σε ένα άρθρο του για την “Κόκκινη Κυριακή” το Σεπτέμβρη του 1920, τόνιζε πόσο διαφορετικοί είναι οι αγώνες από τα κάτω:

“Όσο οι εργάτες πάλευαν για τη βελτίωση της οικονομικής τους θέσης μέσα από απεργίες, ο ρόλος τους στον αγώνα περιοριζόταν στο να εμπιστεύονται τους απομακρυσμένους ηγέτες. Περιορίζονταν στην αλληλεγγύη και την αντίσταση, στο πλαίσιο όμως αυτής της γενικής εμπιστοσύνης. Ωστόσο, στην πορεία του αγώνα, καθώς οι εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσια με πρόθεση να συνεχίσουν την παραγωγή, η ηθική θέση των μαζών παίρνει μεμιάς διαφορετική μορφή και αξία. Οι ηγέτες των συνδικάτων δεν μπορούν πλέον να ηγούνται εξαφανισμένοι μέσα στο πλήθος των μελών τους. Οι ίδιες οι μάζες έχουν πλέον να λύσουν τα προβλήματα του εργοστασίου, με τις δικές τους δυνάμεις και τους δικούς τους ανθρώπους.”

Μέσα στις άγριες συνθήκες της κρίσης του '30, η οργάνωση από “από τα κάτω” έδωσε τη δυνατότητα στην εργατική τάξη να αντεπιτεθεί. Στα αμερικάνικα εργοστάσια, επιτροπές βάσης κατάφεραν να οργανώσουν απεργίες, καταλήψεις, περιφρούρηση απέναντι στην αστυνομία, δίκτυα για την εξασφάλιση της επιβίωσης των εργατών και των οικογένειών τους. Ήταν τέτοια η μαχητικότητα των απεργιακών επιτροπών που αναγκάζονταν και οι ηγεσίες της AFL να μπαίνουν στη μάχη.

Μεταπολίτευση

Η εργατική τάξη ξαναανακάλυψε την οργάνωση από τα κάτω με το παγκόσμιο κύμα αγώνων του Μάη του '68. Στην Ελλάδα, η Μεταπολίτευση ήταν η έκρηξη των αγώνων της βάσης. Τα εργοστασιακά σωματεία φτιάχτηκαν από κόσμο που δεν είχε συνδικαλιστική εμπειρία, αλλά πολλή όρεξη για σύγκρουση με τα αφεντικά. Σε πείσμα των ηγεσιών της Αριστεράς που ήθελαν την οικοδόμηση μιας τακτοποιημένης και καλά ελεγχόμενης συνδικαλιστικής εκπροσώπησης κατά κλάδο, νέοι εργάτες και εργάτριες μετέτρεψαν σε μικρά Πολυτεχνεία, εργοστάσια σαν τον Πίτσο, την Ιζόλα και τη ΜΕΛ. Από τα κάτω οργανώθηκαν και οι προσπάθειες συντονισμού ανάμεσα στους αγώνες ή και πρωτότυπες για την Ελλάδα μορφές όπως η έκδοση εφημερίδας των απεργών της ΜΕΛ.

Η κρίση κάνει όλα αυτά τα παραδείγματα πολύ επίκαιρα. Όχι μόνο σαν μαθήματα για το πώς οργανώνουμε καλύτερα τους αγώνες. Αλλά γιατί η οργάνωση από τα κάτω είναι πλέον απαραίτητο βήμα για να μπορούν οι αγώνες να έχουν προοπτική. Κανείς δεν έχει την αυταπάτη πια ότι η όποια συνδικαλιστική ηγεσία θα μπορέσει να οδηγήσει σε έναν καλό συμβιβασμό. Οι καταλήψεις στους χώρους δουλειάς, από τις τράπεζες και τις συγκοινωνίες μέχρι τα εργοστάσια είναι το πρόπλασμα της συνολικής λύσης απέναντι στον καπιταλισμό -της εργατικής εξουσίας, όπου οι “από κάτω” θα πάρουμε τον συνολικό έλεγχο του πλούτου, της παραγωγής, για χάρη των αναγκών ολόκληρης της κοινωνίας.