Στην ταινία «Οι Γενναίοι της Σαμοθράκης» (2003) ένας εκ των πρωταγωνιστών, που υποδύεται ο Ρένος Χαραλαμπίδης, αναφωνεί απογοητευμένος από τις συνθήκες κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, στους φαντάρους με τους οποίους έχει βρεθεί να υπηρετεί μαζί τους στο ακριτικό νησί, τη φράση: «Εγώ είμαι γεννημένος για να διευθύνω μεγάλες ορχήστρες…».
Παρακολουθώντας από τα πρώτα δευτερόλεπτα τη Μεγάλη Έκρηξη που προκάλεσε ο Γιάννης Οικονομίδης στο σκοτεινό σύμπαν των ελληνικών κινηματογραφικών αιθουσών στις αρχές του αιώνα, με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του το 2002 «Σπιρτόκουτο», που έκτοτε διαστέλλεται χαρίζοντάς μας έως σήμερα έξι ταινίες -μαζί με την τωρινή- αναγνωρίζουμε ότι συνεχίζει να χτίζει ως πιστός εργάτης της τέχνης του, τη δική του πρόταση.
Από τον κροκόδειλο στον «Μαχαιροβγάλτη» το 2010, που περιμένει υπομονετικά τις συνθήκες του περιβάλλοντος του να «ωριμάσουν» για να δράσει απελευθερωμένος, στην θαλάσσια χελώνα που «πνίγεται» μέσα στο ενυδρείο της «Σπασμένης Φλέβας» φέτος, ο Γιάννης Οικονομίδης έχει σίγουρα καλύψει μια μεγάλη απόσταση, καταφέρνοντας αυτή τη φορά, σε λιγότερο από ένα μήνα, να τραβήξει στις αίθουσες ένα πάρα πολύ μεγάλο αριθμητικά κοινό για να τη δει.
Σηματοδοτεί όμως κάτι η πορεία του από τον Μικρόκοσμο στα Multiplex; Αναμφίβολα, ναι. Γιατί το μόνο σίγουρο είναι πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί «στον αυτόματο». Χρειάζεται «πυξίδα». «Επτά σε παίρνει αριστερά» και η αλήθεια είναι πως από «Το Μικρό Ψάρι» το 2014 ο Οικονομίδης το ζόρισε, δείχνοντας πως είχε κάνει τις επιλογές του, αποφασίζοντας να βάλει νερό… στον εαυτό του, προκειμένου οι ταινίες του από ατομικές βόμβες που έσκαγαν στα μάτια του κοινού «τραυματίζοντάς» το («με την καλή έννοια» που έλεγε και ο Λαζόπουλος) για ώρες, μέρες και μήνες μετά το τέλος της προβολής, να γίνουν ατομικές μερίδες ευχαρίστησης, χάνοντας την όποια επίδρασή τους μερικές μόνο ώρες αργότερα.
Ο Οικονομίδης διατηρώντας μόνο το κέλυφος του κινηματογραφικού του σύμπαντος, αποκομμένο πλέον από την αρχική του οργανική λειτουργία, πέρασε σε κάτι που θα μπορούσε να αφορά… περισσότερους. Σε «νουάρ» καταστάσεις όπως «Το Μικρό Ψάρι», αλλά και «Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» το 2020, που ναι μεν στεκόντουσαν, αλλά δεν είχαν τίποτε καινούργιο πια να προσφέρουν, όπως είχε το «Σπιρτόκουτο», ή ακόμη περισσότερο «Η Ψυχή στο Στόμα» το 2006. Για να καταλήξουμε στο σήμερα και την ταινία του «Σπασμένη Φλέβα», που κατάφερε να φτάσει επιτέλους σ’ ένα ευρύτατο κοινό, έχοντας όμως ξεμείνει, προκειμένου να το καταφέρει, από κάθε ικμάδα δημιουργικότητας.
Κόλαση
Οι τελευταίες μέρες της καθόδου του Θωμά Αλεξόπουλου (που υποδύεται αρκετά πειστικά ο Βασίλης Μπισμπίκης) στην κόλαση, από τον επίπλαστο παράδεισο που είχε ο ίδιος φτιάξει και ζούσε, ιδίως στην τωρινή ελληνική πραγματικότητα, αφορά πολύ λίγους έως κανέναν. Ο θάνατος του «παλιού ορθόδοξου ΠΑΣΟΚου» εμποράκου είναι πλέον γεγονός εδώ και δεκαετίες και ανάσταση δεν προβλέπεται. Το είδος αυτό των δεινοσαύρων έχει οριστικά εκλείψει και στη θέση τους πλέον ανοίγουν μόνο κάτι χασαποταβέρνες και ευδοκιμούν κάτι φραπέδες της σιωπής. Το προσωπικό δράμα ενός ματσό μαλάκα επί δύο ώρες στην οθόνη που όχι μόνο δεν μαθαίνει από τα λάθη του, αλλά τα επαναλαμβάνει κιόλας με άποψη, προσφέρουν χώρο μόνο για να ξεδιπλώσει ο Οικονομίδης την πραμάτεια του. Σαν τα είδη υγιεινής και τα πλακάκια που εμπορεύεται ο πρωταγωνιστής του. Μόνο που είναι παλιά τα σχέδια και ο Αλεξόπουλος στο μαγαζί του δεν έχει πια «ό,τι θέλεις».
Όλα τα επιμέρους συστατικά της ταινίας τα έχουμε δει στις προηγούμενες. Δεν υπάρχει το στοιχείο κάποιας έκπληξης. Αντίθετα υποβιβάζονται σε μανιέρα. Η δε σκηνή, όπου η γυναίκα του Θωμά ανακαλύπτει ότι έχει υποθηκευτεί το σπίτι τους σε τοκογλύφο, είναι απλά μια ευκαιρία για να ξεδιπλωθεί ένα ακόμη Οικονομίδειο βρισίδι, χωρίς όμως να υποστηρίζεται σεναριακά. Αυτό που έγινε με την σκηνή από την ταινία «Το Μικρό Ψάρι» και την cult πια ατάκα: «Πως τους πετσόκοψες έτσι;» του Γιώργου Γιαννόπουλου στον Βαγγέλη Μουρίκη, η οποία δεν έγινε γνωστή από την προβολή της ταινίας, αλλά αργότερα viral, από την αναπαραγωγή της μεμονωμένα στο διαδίκτυο, υιοθετήθηκε εδώ εξαρχής ως συστατικό μέρος της ταινίας: Βρίσε, βρίσε όλο και κάποιος θα «τσιμπήσει» κι ας μην βγάζει νόημα.
Τέλος, η προσπάθεια κορύφωσης της υπόθεσης με στοιχεία αρχαίας τραγωδίας είναι… απλώς ένα δράμα! Η προσωπική απώλεια για τον Θωμά Αλεξόπουλο, εδώ λειτουργεί περισσότερο ως ένα εξισορροπητικό αντίβαρο για το χάπι-εντ -που ναι, δίνεται τελικά- παρά ως μια περαιτέρω δραματοποίηση της έντασης που βιώνει ο ίδιος. Ένταση που άλλωστε κόβεται μ’ ένα ωραιότατο «μαύρο», αφήνοντας τα υπόλοιπα στη φαντασία και ερμηνεία των θεατών. Αντίθετα δηλαδή, με την κάθαρση που επέρχεται στη σκηνή της ταινίας «Ψυχή στο Στόμα» όπου ο Τάκης (Ερρίκος Λίτσης) σκοτώνει με κατσαβίδι τον Περικλή (Βαγγέλης Μουρίκης) μέσα στο αυτοκίνητο, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να επουλώσει τον τραυματισμένο αυτοσεβασμό του, μιας και «η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο ξεκίνημα της «Σπασμένης Φλέβας».

