Η κάλπη των φετινών εκλογών των δικηγορικών συλλόγων ανέδειξε την ανθεκτικότητα και τις δυνατότητες του ριζοσπαστικού-αντικαπιταλιστικού ρεύματος μέσα στους δικηγόρους. Έθεσε όμως και ζητήματα στα οποία χρειάζεται να σταθούμε και να συζητήσουμε. Η εκ νέου μετά το 2021 υποψηφιότητα εξαίρετων συντρόφων όπως ο Θανάσης Καμπαγιάννης και ο Μπάμπης Κουρουνδής στην κάλπη των υποψηφίων προέδρων συνοδεύτηκε από την προσμονή μιας μεγάλης εκλογικής ανατροπής. Μιας προσμονής που έφτασε μέχρι του σημείου να θεωρείται όχι μόνο εφικτή αλλά και εύλογη η παρουσία μας στον β’ γύρο της προεδρικής κάλπης, αλλά και η κατάκτηση της προεδρίας του ΔΣΑ και κατ’ επέκταση και της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων (άρθρο του Κώστα Παπαδάκη στην Εργατική Αλληλεγγύη Νο1699 αλλά και δήλωση του στις 2 Δεκέμβρη 2025, δήλωση Τάκη Ζώτου 27-11-2025, κ.α.).
Τα εκλογικά αποτελέσματα ανέδειξαν την προσωπική εμβέλεια των δύο συντρόφων, αλλά ταυτόχρονα επιβεβαίωσαν ότι τα όρια επιρροής της δράσης και του λόγου τους καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την ιδεολογικοπολιτική επιρροή των παρατάξεων της Εναλλακτικής που τους ανέδειξαν. Τα αποτελέσματα μας δίνουν τη δυνατότητα να συνεχίσουμε δυναμικά την συνδικαλιστική μας παρέμβαση αλλά και να κάνουμε την απαραίτητη συζήτηση έστω και τώρα, χωρίς τετελεσμένα που θα μας δυσκόλευαν στη διαχείρισή τους.
Η προγραμματική μας κριτική και απόρριψη του προεδροκεντρικού τρόπου εκλογής, με χωριστή από τις παρατάξεις κάλπη για τους προέδρους των δικηγορικών συλλόγων, είναι το πρώτο ζήτημα. Παράλληλα ανακύπτει και το ζήτημα του ρόλου και της ατομικής συμβολής των προσώπων στη συλλογική μας προσπάθεια και μάχη για ανατροπές, δικηγορικές και κοινωνικές. Για την Εναλλακτική Πρωτοβουλία Δικηγόρων Θεσσαλονίκης η κριτική αυτή σήμαινε παλιότερα (μέχρι και το 2010) ότι δεν κατέρχονταν στην προεδρική κάλπη και όταν αποφάσισε τελικά να το κάνει αποσκοπούσε στη μεγαλύτερη διείσδυση και επιρροή των θέσεων της και όχι βέβαια την προβολή κάποιου επίδοξου διαχειριστή του συλλόγου από τις τάξεις μας. Όπως και στα πλαίσια του εργατικού συνδικαλισμού, διεκδικούμε ότι τα πρόσωπα των συνδικαλιστών θα πρέπει να αναδεικνύονται και να λειτουργούν σε ένα συλλογικό πλαίσιο καταρχάς των παρατάξεών τους και στη συνέχεια των εκλεγμένων εκπροσώπων στα διοικητικά συμβούλια. Έτσι, τόσο σε συμβολικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο οι ατομικές προσωπικότητες αποτελούν συνισταμένη και έκφραση συλλογικών δυνάμεων και προσπαθειών και όχι κάποιων ειδικών χαρακτηριστικών και «αδιαβεσολάβητων» σχέσεων. Αν και δεν έχουμε αναγάγει σε ζήτημα αρχής την αποχή μας από την χωριστή κάλπη προέδρων των δικηγορικών συλλόγων, η θέση αυτή αποτελεί και σήμερα βασικό προγραμματικό στοιχείο σύγκρουσής μας με το κυρίαρχο μοντέλο του δικηγορικού συνδικαλισμού και δεν μπορεί να παρακάμπτεται για χάρη οποιασδήποτε προεκλογικής καμπάνιας, η οποία έτσι καταλήγει να είναι αντιφατική και υπονομευτική της συνολικής μας στρατηγικής. Ούτε μπορούμε να ξεχνάμε όλα τα παραπάνω, όταν θεωρούμε ότι αναδείχθηκε στο χώρο μας η «χαρισματική προσωπικότητα» που θα ηγηθεί.
Πολιτική θεμελίωση
Η παραπάνω προγραμματική μας θέση έχει όχι μόνο θεωρητική αλλά και πρακτική-πολιτική θεμελίωση. Η επιλογή μας λογοδοτεί στην πεποίθησή ότι εξαιρετικές προσωπικότητες και ατομικοί ήρωες δεν μπορούν να αλλάξουνε τον κόσμο και τη ζωή μας. Ότι δεν έχει βάση η μεσσιανική πίστη σε κάποιους/ες που μπορούν να υπερβούν συσχετισμούς δύναμης και να ανατρέψουν ταξικές δομές και διαχωρισμούς. Δεν μπορούμε να ευελπιστούμε σε καμιά φωτισμένη διαχείριση ούτε να εμπιστευτούμε και να αναθέσουμε σε κάποιον/α κατάλληλο/η τις τύχες και τα συμφέροντά μας. Η ιστορία των παρελθόντων γενιών υπενθυμίζει ότι μόνο η μαζική, συλλογική οργάνωση από τα κάτω μπορεί να αλλάζει τα πράγματα, να ανατρέπει και να επιβάλει το δίκιο των πολλών. Στην εποχή μας, την εποχή του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, πραγματικό αντίπαλο δέος μπορεί να είναι μόνο ο «συλλογικός ηγεμόνας» του Γκράμσι και μόνη πολιτική-πρακτική εναλλακτική στο σύστημα του ανταγωνισμού και της αγοράς είναι η συλλογική αυτοοργάνωση σε κάθε κοινωνικό πεδίο, με πρωταρχικό το πεδίο της εργασίας.
Οι παραπάνω θεωρητικές και πολιτικές παραδοχές είναι χρήσιμες για τον συνολικότερο προσανατολισμό μας στο δικηγορικό κλάδο και στους επαγγελματικούς μας συλλόγους. Αποτελεί συλλογική μας εκτίμηση και ανάλυση ότι λείπει στο εσωτερικό τους η σχετική κοινωνικοοικονομική ομοιογένεια των εργατικών συνδικάτων και πολύ πιο έντονα και από άλλους μικροαστικούς επαγγελματικούς συλλόγους, οι δικηγορικοί σύλλογοι διατρέχονται από έντονες οικονομικές-ταξικές-κοινωνικές αντιθέσεις. Η σύγκρουση συμφερόντων των αυτοαπασχολούμενων και μισθωτών δικηγόρων και των μεγάλων γραφείων και εταιριών με έντονα καπιταλιστικά-κρατικοδίαιτα χαρακτηριστικά είναι κεντρική στην πολιτική μας, αποτελεί σταθερό σημείο των προγραμματικών μας θέσεων για τον κλάδο και την αναδεικνύουμε σε κάθε ευκαιρία για να χτίσουμε συνείδηση αντίστασης μέσα στα κατώτερα στρώματα της δικηγορίας.
Επιπλέον, η ίδια η θεσμική θέση των Δικηγορικών Συλλόγων ως ΝΠΔΔ και ως εν μέρει συλλειτουργών της δικαστικής εξουσίας, τους καθιστούν μέρος της ευρύτερης κρατικής εξουσίας και όχι καθαρά συλλόγους εκπροσώπησης των επαγγελματικών-ταξικών μας συμφερόντων και επιδιώξεων.
Αριστερά της ανατροπής
Η θεωρητική μας ανάλυση, η οποία καταρρίπτει τη δήθεν ουδετερότητα του αστικού κράτους και του κράτους γενικά και η πολιτική και συνδικαλιστική μας εμπειρία καθιστούν αναγκαίο τον παραλληλισμό με το πεδίο «κοινοβούλιο-κυβέρνηση», όπου η Αριστερά της ανατροπής εμμένει στη στρατηγική της να οργανώνει και να ενισχύει τις θέσεις της ως αντιπολίτευση των από κάτω απέναντι στην οποιαδήποτε κυβερνητική διαχείριση. Παρομοίως η δράση και η εκλογική μας παρουσία στους Δικηγορικούς Συλλόγους πρέπει να αποσκοπεί στην ενίσχυσή μας ως αντιπολίτευσης και την ενεργοποίηση του κλάδου σε μια κινηματική και συμμετοχική μέσω ΓΣ άσκηση της συνδικαλιστικής διεκδίκησης! Είναι λοιπόν αναπόφευκτο να απαντήσουμε αρνητικά και στο ερώτημα εάν προέχει για την ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά να διοικήσει/διαχειριστεί τους δικηγορικούς συλλόγους σαν αναγκαίο ή αναγκαστικό βήμα προς όφελος των συμφερόντων, των στόχων και της προοπτικής που υπηρετεί.
Συμπυκνώνοντας τις παραπάνω θέσεις στη σημερινή συνδικαλιστική συγκυρία αναδεικνύεται ακόμη πιο έντονα το λάθος της διεκδίκησης της προεδρικής διαχείρισης. Οι δυνάμεις της νεοφιλελεύθερης συντήρησης και συναίνεσης διατηρούν τον έλεγχο τους, οι δυνάμεις της Εναλλακτικής κινούνται εκλογικά στο 5-10% με 1-3 στις 24 έδρες και μαζί με τις άλλες δυνάμεις της ρεφορμιστικής-διαχειριστικής Αριστεράς δεν ξεπερνάνε σε επιρροή το 15%-25% των συλλόγων Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Κι αυτά συμβαίνουν ενώ έχει προηγηθεί μια μνημονιακή δεκαπενταετία και μια εξαετία με σκληρές επιθέσεις της ΝΔ στους δικηγόρους, στη δικαιοσύνη και σ’ ολόκληρη την κοινωνία.
Μέσα σε έναν τέτοιο συσχετισμό δεν εξυπηρετεί με κανέναν τρόπο την συλλογική μας προσπάθεια και στρατηγική να «χαρίσουμε» στην προεδρία του ΔΣΑ και της Ολομέλειας έναν δικό μας. Όσο εξαίρετος και ικανός κι αν είναι, δεν θα μπορούσε να υπερβεί τα όρια και τους περιορισμούς αυτών των συσχετισμών, δεν θα μπορούσε εκ της θέσεως του να αφυπνίσει, να κινητοποιήσει χιλιάδες συναδέλφους να πάρουν τον έλεγχο μέσω Γενικών Συνελεύσεων ή να επιβάλλει τα προγραμματικά μας αιτήματα για τη δικηγορία και την κοινωνία.
Αντίθετα, είναι απόλυτα βάσιμο να προβλέψουμε ότι κάτω από τους σημερινούς όρους και συσχετισμούς, ένας πρόεδρος της Εναλλακτικής θα βρισκόταν δέσμιος πολιτικών δυνάμεων και συμφερόντων που θα του επέβαλαν οδυνηρούς συμβιβασμούς και ταπεινώσεις. Και η θέση της ίδιας της Εναλλακτικής απέναντι σε μια τέτοια ναρκοθετημένη διαχείριση θα σήμαινε αναπόφευκτα ρήξη και σύγκρουση για να υπερασπιστούμε ως αντιπολίτευση τους στόχους και το πρόγραμμα μας, που είναι πρόγραμμα ανατροπής και όχι διαχείρισης για «κάποια συγκεκριμένα και ρεαλιστικά αιτήματα». Μοιάζει σχεδόν μοιραίο ότι θα βρισκόμασταν να ξαναζούμε με νέο σενάριο το γνωστό έργο της απογοήτευσης, της σύγχυσης και της αποστράτευσης δυνάμεων της αντίστασης, αλλά αυτή τη φορά από τις τάξεις μας.
Επιπλέον δεν μπορούμε να ξεχνάμε και τη συνολική εικόνα. Σε μια εποχή που η ακροδεξιά και οι φασίστες καιροφυλακτούν (με τελευταίο τους χτύπημα στη Χιλή), θα ήταν ολέθριο ένα πρόσωπο-σύμβολο σαν τον Θανάση Καμπαγιάννη να μετατραπεί από ηγέτης μιας ανατρεπτικής αντιπολίτευσης σε διαχειριστή σε τούτη την εποχή των τεράτων.
Ο πειρασμός γρήγορων εκλογικών παρακάμψεων είναι συνεχής, αλλά θα πρέπει να μείνουμε σταθεροί στη θέση μας ότι δεν υπάρχουν τέτοιες ευκολίες για όσους αποσκοπούν σε πραγματικές αλλαγές και ανατροπές. Η πανουργία της ιστορίας (αλλά και της κάλπης) έρχεται πάντα να το υπενθυμίσει. Ο δρόμος που έχουμε μπροστά μας είναι να χτίσουμε συλλογικά έναν άλλο συσχετισμό δυνάμεων, να δυναμώσουμε την αντιπολίτευση των από κάτω, να χτίσουμε «Εναλλακτικές» του 30% και 40% για να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε αντίστοιχες θεσμικές υπερβάσεις και νίκες!

