Ομως, παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί αυτή η εκστρατεία ως ένα γνήσιο αυθόρμητο μαζικό φαινόμενο η αλήθεια είναι ότι η πρωτοβουλία ήρθε από τα πάνω. Οι δήμαρχοι έκλεισαν τους δήμους, τα σχολεία οδηγήθηκαν με επίσημη “ενθάρρυνση” στα συλλαλητήρια, οι επιχειρηματίες “ενθάρρυναν” κι αυτοί πατριωτικά τους εργαζόμενούς τους να συμμετέχουν. Οπως άλλωστε αποκάλυψε μερικά χρόνια αργότερα ο Ν. Μέρτζος -σύμβουλος του Μητσοτάκη και αντιπρόεδρος της “Συμβουλευτικής” του Παπαδόπουλου επί χούντας- τα μέλη του Εμπορικού Βιομηχανικού Επιμελητήριου Θεσσαλονίκης κάλυψαν τον “προϋπολογισμό” του συλλαλητήριου με το ευτελές ποσό των 180 εκατομμυρίων δραχμών. Ο τότε Μητροπολίτης Παντελεήμων έσπευσε να προσφέρει το βάρος και τα πενιχρά οικονομικά της Εκκλησίας.
Ενορχηστρωτής της εθνικιστικής εκστρατείας ήταν η κυβέρνηση που πίσω της είχε ολόκληρη την άρχουσα τάξη. Δεν ήταν μια οποιαδήποτε κυβέρνηση. Μιλάμε για την κυβέρνηση του Μητσοτάκη με υπουργό Εξωτερικών τον Σαμαρά, τον σημερινό αρχηγό της ΝΔ. Η εκστρατεία εξυπηρετούσε στόχους τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική πολιτική της.
Το φόντο της ήταν η κρίση που διέλυε την ενιαία τότε Γιουγκοσλαβία. Η χώρα με επικεφαλής τον Τίτο ανήκε μεν στο λεγόμενο “σοσιαλιστικό στρατόπεδο” αλλά από τα τέλη της δεκαετίας του '40 ακολουθούσε μια πολιτική ανεξάρτητη από τη Ρωσία. Στις δεκαετίες του '60 και του '70 το “γιουγκοσλάβικο μοντέλο” με τα ανοίγματά του στην αγορά και στη Δύση έμοιαζε να είναι εγγύηση επιτυχίας.
Ομως, στη δεκαετία του '80 η Γιουγκοσλαβία δεν γλύτωσε από την κρίση όλων των καθεστώτων του κρατικού καπιταλισμού. Η οικονομική κρίση βάθαινε, η ζωή χειροτέρευε, η κοινωνική δυσαρέσκεια φούντωνε. Το γνωστό ΔΝΤ είχε δώσει δάνεια και απαιτούσε προγράμματα λιτότητας και κλεισιμάτων επιχειρήσεων. Σε δυο χρόνια, οι 600.000 από τα 2.700.000 βιομηχανικούς εργάτες βρέθηκαν στις ουρές των ανέργων.
Ο Μιλόσεβιτς ήταν ο κεντρικός τραπεζίτης της χώρας και το 1987 είχε αναλάβει τα ηνία της ομόσπονδης ακόμα τότε Σερβίας. Είχε μια συνταγή: νεοφιλελευθερισμός στην οικονομία και έξαλλος εθνικισμός. Το παράδειγμά του το μιμήθηκαν και οι ηγεσίες της Κροατίας και της Σλοβενίας. Το 1991 ξεκίνησε η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Οταν οι Μεγάλες Δυνάμεις διαπίστωσαν ότι η ενιαία Γιουγκοσλαβία δεν σώζεται έσπευσαν να παρέμβουν για να εξασφαλίσουν την επιρροή τους στα κομμάτια της. Οι επεμβάσεις τους έκαναν την κρίση χειρότερη. Ο πόλεμος από το 1992 πήρε τραγικές διαστάσεις. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη βυθίστηκε σε ποταμούς αίματος, καθώς σέρβικοι, κροάτικοι και μουσουλμανικοί στρατοί συγκρούονταν.
Προπαγάνδα
Η Δημοκρατία της Μακεδονίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της στα τέλη του 1991. Η εθνικιστική προπαγάνδα εδώ έλεγε ότι ήταν ένα “τεχνητό μόρφωμα” -”χυλός” κατά τον Παπαθεμελή- του Τίτο για να στηρίξει τις βλέψεις του. Η αλήθεια είναι ότι οι Μακεδόνες είχαν παλέψει ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου είχαν πολεμήσει ενάντια και στους Γερμανούς και τους Βούλγαρους.
Το επιχείρημα ότι τα “Σκόπια” αποτελούσαν απειλή για την Ελλάδα ήταν και είναι γελοίο. Η σύγκριση σε πληθυσμό, στρατιωτική και οικονομική ισχύ ήταν συντριπτική. Ούτε στέκει ο ισχυρισμός ότι η γειτονική Δημοκρατία ήταν “πιόνι” π.χ. των ΗΠΑ. Ο Μητσοτάκης ήταν πιστός σύμμαχος του (πατέρα) Μπους, είχε στείλει φρεγάτες στον Κόλπο και οι φωτογραφίες τους να αρμενίζουν χαρωποί κι ηλιοκαμένοι στη θαλαμηγό του Λάτση έκαναν τον γύρο του κόσμου.
Η κυβέρνηση της ΝΔ ακολουθούσε μια επιθετική πολιτική. Ηθελε να επιβάλει σε μια άλλη χώρα το όνομά της. Πίσω από αυτό, ήταν η φιλοδοξία της άρχουσας τάξης να πάρει μέρος στη μοιρασιά όχι μόνο της πρώην Γιουγκοσλαβίας αλλά όλων των Βαλκανίων. Οι καλές σχέσεις με τον Μιλόσεβιτς ήταν ατού σ' αυτά τα παζάρια. Αλλωστε Σαμαράς και Μητσοτάκης συζήτησαν με τον Μιλόσεβιτς την πιθανότητα διαμελισμού της γειτονικής Δημοκρατίας. Τελικά δεν χρειάστηκαν τέτοια δραστικά μέσα. Ακόμα και η σχέση με τους “αδελφούς Σέρβους” έγινε λιγότερο έντονη. Τα επόμενα χρόνια πράγματι η περιοχή θα γινόταν το “Βαλκανικό Ελντοράντο” των ελληνικών τραπεζών και επιχειρήσεων και ελληνικά στρατιωτικά τμήματα θα βρεθούν στην Βοσνία, την Αλβανία, το Κόσοβο και τη Δημοκρατία της Μακεδονίας υπό την αιγίδα (και τις βόμβες) του ΟΗΕ του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
Ο Μητσοτάκης είχε και ένα δεύτερο στόχο. Ηταν μια κυβέρνηση που είχε ήδη γίνει μισητή στην εργατική τάξη. Το 1992 δεν ήταν μόνο η χρονιά των εθνικιστικών συλλαλητηρίων. Ηταν η χρονιά των μεγάλων εργατικών αγώνων, από τις “προβληματικές” που πάλευαν ενάντια στα κλεισίματα, τη ΔΕΗ που πάλευε ενάντια στην ιδιωτικοποίηση. Ηταν η χρονιά που ξεκίνησε η ηρωική απεργία των εργαζόμενων στην τότε ΕΑΣ, τη σημερινή ΕΘΕΛ. Μια κυβέρνηση βουτηγμένη στα σκάνδαλα των ιδιωτικοποιήσεων (η υπόθεση ΑΓΕΤ-Ηρακλής/Καλτσεστρούτσι), με το αίμα του καθηγητή Τεμπονέρα στα χέρια της, με την εργατική αντίσταση να παίρνει γιγάντιες διαστάσεις, αποφάσισε να απαντήσει με μια εθνικιστική εκστρατεία που θα απομόνωνε το κίνημα και θα την αναβάπτιζε στην “εθνική συναίνεση”.
Αργότερα ο Σαμαράς θα έχτιζε την πολιτική του καριέρα στη σύγκρουση με τον Μητσοτάκη που οδήγησε την αποπομπή του από την κυβέρνηση τον Απρίλη του 1992. Αν ο Μητσοτάκης ήταν κυνικός και αδίστακτος, ο Σαμαράς ήταν άξιος μαθητής του. Γόνος παλιού τζακιού της δεξιάς και της καλής κοινωνίας, γαμπρός του βιομήχανου Κρητικού, της “Κύκνος”, ο Σαμαράς έγινε υπουργός το 1989 στην “Οικουμενική” και έβαλε πλώρη για ακόμα πιο ψηλά. Οπως θύμιζε ένα λαϊφστάιλ περιοδικό όταν ο Σαμαράς έγινε αρχηγός της ΝΔ, το 1990 “η Πύλος 'βουλιάζει' από τον κόσμο που έχει καταφθάσει για το γάμο του νέου, λαμπερού υπουργού Εξωτερικών – ανάμεσά τους φυσικά ο πρωθυπουργός, πολιτικοί, επιχειρηματίες, όλοι οι βουλευτές της ΝΔ... Το γαμήλιο γλέντι στην Καλαμάτα θα γίνει την επομένη, με ανοιχτή πρόσκληση προς όλους τους Μεσσήνιους. Πάνω από 10.000 άνθρωποι ξεφαντώνουν στο ολονύχτιο πάρτι που έχει στηθεί στο ξενοδοχείο Filoxenia, υπό τους ήχους του Ζαμπέτα, με τη «φιλική» συμμετοχή της Μαρινέλλας, του Μανώλη Μητσιά, της Κωνσταντίνας, του Χάρρυ Κλυνν”.
Τα κονδύλια του Σαμαρά
Επί των ημερών του στο υπουργείο Εξωτερικών τα “μυστικά κονδύλια” του υπουργείου εκτινάχθηκαν στα ουράνια. Από 194 εκατομμύρια δρχ. το 1990 σε 714 εκατομμύρια το 1991 και σε 290 κατά το πρώτο τρίμηνο του 1992. Ενα μεγάλο μέρος πήγε στο “τάισμα” μεγαλο-δημοσιογράφων και άλλων “εθνικώς σκεπτομένων” διανοούμενων για το μπαράζ προπαγάνδας. Ως γνωστόν η εθνικοφροσύνη και το -πολύ βρόμικο- χρήμα είναι πράγματα αξεχώριστα, όπως άλλωστε δείχνει και ο πασίγνωστος πλέον στο πανελλήνιο Καραμπέρης, του ΛΑΟΣ και του Βελόπουλου. Ενα άλλο τμήμα πρέπει να πήγε για τη χρηματοδότηση του προσωπικού μηχανισμού του Σαμαρά.
Κάτω από τις φτερούγες του Σαμαρά -και του Μητσοτάκη- βρήκαν χώρο να σηκώσουν κεφάλι και οι καθαρόαιμοι φασίστες. Κεντρική θέση στα συλλαλητήρια είχαν οι συμμορίες της “Χρυσής Αυγής”, του “Στόχου” και κάθε λογής νοσταλγοί του Χίτλερ και της χούντας. Οι κραυγές τους ενάντια στα “σκοπιανά σκυλιά” συνόδευαν τις επιθέσεις τους ενάντια σε αγωνιστές της αριστεράς. Σήμερα οι ναζί της “Χρυσής Αυγής” παριστάνουν τους “αγανακτισμένους κατοίκους” του Αγ. Παντελεήμονα στην Αχαρνών, τον Δεκέμβρη του 1992 πήραν το ρόλο των “αγανακτισμένων πατριωτών” που έκαναν έφοδο λίγες εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα, στην κατάληψη της ΑΣΟΕΕ στην Πατησίων. Αλλωστε, το εμετικό τους σύνθημα “στα όπλα, στα όπλα να πάρουμε τα Σκόπια” το επαναλάμβαναν πιο περιφραστικά παράγοντες όπως ο Χρύσανθος Λαζαρίδης που εξακολουθεί να είναι σήμερα δεξί χέρι του Σαμαρά.
Τελικά, η εθνικιστική εκστρατεία για το “όνομα της Μακεδονίας” δεν έσωσαν τον Μητσοτάκη και την ΝΔ, παρά την απλόχερη συναίνεση που του έδωσε ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ. Οι εργατικοί αγώνες δεν κάμφθηκαν. Η κυβέρνηση έγινε ακόμα πιο μισητή και απομονωμένη την επόμενη χρονιά ώσπου κατέρρευσε. Οι ταξικοί αγώνες αποδείχτηκαν πιο δυνατοί από τις εθνικιστικές προπαγάνδες.
Η ΟΣΕ (η οργάνωση από την οποία προέρχεται το ΣΕΚ) έδωσε τη μάχη ενάντια σε εκείνη την εθνικιστική εκστρατεία. Τα μέλη της ΟΣΕ βγήκαν ανοιχτά με την “Εργατική Αλληλεγγύη” σε χώρους δουλειάς και πλατείες ενάντια στα εθνικιστικά συλλλαλητήρια. Τον Μάρτη του 1992 πέντε μέλη της σύρθηκαν στα δικαστήρια κατηγορούμενα, με βάση νόμους της δικτατορίας του Μεταξά, για τη συγγραφή και τη διακίνηση του βιβλίου “Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η Εργατική Τάξη”. Μετά από μήνες, οι “πέντε της ΟΣΕ” αθωώθηκαν. Ηταν νίκη ενός μεγάλου κινήματος συμπαράστασης που απέκτησε ρίζες μέσα στους εργάτες που πάλευαν ενάντια στον Μητσοτάκη. Ενα μεγάλο κομμάτι των χιλιάδων υπογραφών συμπαράστασης που συγκεντρώθηκαν προερχόταν από τους απεργούς της ΕΑΣ. Οι σύντροφοι της ΟΣΕ ήταν οι καλύτεροι συμπαραστάτες στον αγώνα τους.
Σήμερα η κυβέρνηση του Παπαδήμου διεκδικεί τον τίτλο της πιο μισητής κυβέρνησης από την εποχή του Μητσοτάκη. Οταν οι Σαμαράδες και οι Καρατζαφέρηδες παριστάνουν τους “φιλολαϊκούς” δεν πρέπει να ξεχνάμε πού ήταν και τι έκαναν στις αρχές της δεκαετίας του '90. Η αντικαπιταλιστική αριστερά, η αριστερά της επανάστασης και του διεθνισμού, είναι πολύ πιο δυνατή από τότε. Αυτή είναι η ελπίδα.

