To Σάββατο 21 Μαρτίου ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του ισραηλινού στρατού Εγιάλ Ζαμίρ, ενέκρινε στρατιωτικό σχέδιο ευρείας χερσαίας επίθεσης στον Λίβανο η οποία «πρόκειται να κρατήσει για αρκετές εβδομάδες» και έδωσε την εντολή σε μια μεραρχία να μεταφερθεί από το νότιο στο βόρειο Ισραήλ προκειμένου να ενισχύσει τον ισραηλινό στρατό που επιχειρεί στον Λίβανο ενώ ανατίναξε μια κομβική γέφυρα στον ποταμό Λιτάνι προκειμένου να αποκόψει τους μαχητές της Χεζμπολάχ νοτίως του ποταμού με άγνωστο τον αριθμό των εγκλωβισμένων αμάχων.
Τατυτόχρονα συνεχίζονται οι ανηλεείς ισραηλινοί βομβαρδισμοί σε όλο τον Λίβανο όπου σύμφωνα με το Υπουργείο Υγείας της χώρας οι τρεις πρώτες εβδομάδες από την αρχή των ισραηλινών επιθέσεων έχουν σκοτώσει πάνω από 1.000 ανθρώπους συμπεριλαμβανομένων 79 γυναικών, 118 παιδιών και 40 εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης ενώ περισότεροι από 2.600 έχουν τραυματιστεί. Οι ισραηλινές επιθέσεις συνεχίστηκαν σε κατοικημένες περιοχές αλλά και εναντίον υποδομών καθώς χτυπήθηκε κεντρικός υποσταθμός ηλεκτρικής ενέργειας, στο νότιο Λίβανο.
Η επίσκεψη του γγ του ΟΗΕ Γκουτέρες –ειρηνευτικές δυνάμεις του οποίου δέχτηκαν επίθεση από τον ισρηλινό στρατό- την προηγούμενη εβδομάδα στον Λίβανο περιορίστηκε σε εκκλήσεις για οικονομική και ανθρωπιστική βοήθεια. Ενδεικτικό της απόλυτης ένδοιας στην οποία έχει περιέλθει ο ΟΗΕ είναι το γεγονός ότι στην «επείγουσα έκκληση» της πενιχρής «βοήθειας» των 300 εκατομμύριων δολαρίων που ζήτησε ως έκτακτη ενίσχυση για το 1 περίπου εκτοπισμένων Λιβανέζων, μέρες μετά είχε εξασφαλιστεί μόνο το ένα τρίτο αυτού του ποσού.
Στο μεταξύ καθημερινά οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί στοχοποιούν αμάχους, υγειονομικούς, δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς. Όπως μεταφέρει στο ρεπορτάζ του για την εφημερίδα Socialist Worker o πολεμικός ανταποκριτής και φωτορεπόρτερ Γκάι Σμόλμαν από την Βηρυτό:
«Μία από τις κύριες αίθουσες διαλέξεων του Λιβανικού Πανεπιστημίου στη Βηρυτό γέμισε την Τετάρτη με φοιτητές και εργαζόμενους, σε μια τελετή μνήμης για τους δολοφονημένους καθηγητές Χουσεΐν Μπαζί και Μορτάντα Σρουρ. Το Ισραήλ είχε σκοτώσει και τους δύο σε στοχευμένη επίθεση με drone στον πανεπιστημιακό χώρο την Πέμπτη. Η φοιτήτρια Μαλάκ Χανάουι δήλωσε στο Socialist Worker:
Δειλή επίθεση
“Είμαι στο πρώτο έτος των φυσικών επιστημών. Ο μάρτυρας Δρ Χουσεΐν Μπαζί ήταν ο επιβλέπων καθηγητής μου. Ήταν πρότυπο για όλους μας. Η δειλή επίθεση εναντίον του Δρ Μορτάντα και του Δρ Μπάζι συνέβη σε μια πανεπιστημιούπολη, σε έναν χώρο γνώσης και κατανόησης. Μας συγκλόνισε η αποδοχή αυτού του εγκλήματος ως ‘φυσιολογικού’ τόσο από τα περιφερειακά όσο και από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Οι εχθροί μας χαρακτήρισαν τον γιατρό ως μέλος της αντίστασης και το χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα για να τον σκοτώσουν. Πρόκειται για έναν ακαδημαϊκό που έφευγε από μια συνάντηση όπου οργάνωνε την εξ αποστάσεως πρόσβαση στην εκπαίδευση για τους Λιβανέζους φοιτητές κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου τρομοκρατίας. Θα ακολουθήσουμε το παράδειγμά του, ό,τι κι αν κάνουν οι Ισραηλινοί σε εμάς και στη χώρα μας”.
Σε άλλη επίθεση ένα ισραηλινό μη επανδρωμένο αεροσκάφος έριξε βλήμα σε πολυκατοικία στη συνοικία Ζουκάκ αλ-Μπλατ, στο κέντρο της Βηρυτού, στις 2 τα ξημερώματα της Τετάρτης, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν ο δημοσιογράφος Μοχάμαντ Σέρι και η σύζυγός του και να τραυματιστούν τα τρία παιδιά τους. Ήταν μια απο τις πολλές επιθέσεις που σημειώθηκαν στο κέντρο της Βηρυτού. Αυτό σηματοδότησε μια αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη πολιτική που αφορούσε το προπύργιο της Χεζμπολάχ στη νότια Βηρυτό η οποία συνεχίζει να δέχεται επιθέσεις κάθε ώρα. Ο πρόεδρος της Ένωσης Δημοσιογράφων του Λιβάνου, Τζόζεφ Ελ-Κοσεΐφι, καταδίκασε την επίθεση ως “δολοφονία”: “Αυτό το έγκλημα προστίθεται στη σειρά εγκλημάτων που έχει διαπράξει το Ισραήλ εναντίον Λιβανέζων δημοσιογράφων και προσωπικοτήτων των μέσων ενημέρωσης, τα οποία έχουν στοιχίσει τη ζωή σε πολλούς από αυτούς” δήλωσε.
Ο Χασάν και η οικογένειά του έχουν εγκαταλείψει τη Νταχίε αλλά νοιώθουν τυχεροί που δεν ζουν στις κατοικίες από καραβόπανο που κατακλύζονται από καταρρακτώδεις βροχές σε όλη την πόλη. Μια επίθεση με drone εναντίον ενός οχήματος, που βρισκόταν ανάμεσα στις σκηνές των εκτοπισμένων, σκότωσε τουλάχιστον 13 άτομα και τραυμάτισε άλλα 30. Μάρτυρες την περιέγραψαν ως “διπλό χτύπημα” την αρχική επίθεση ακολουθήθηκε από μια δεύτερη, με σκοπό να σκοτώσει όσους είχαν φτάσει για να βοηθήσουν».
Η Αντίσταση επιμένει
Οι ενισχύσεις που ζήτησε το ισραηλινό επιτελείο είναι ενδεικτικές της αντίστασης που συναντάει ο ισραηλινός στρατός στο έδαφος του νοτίου Λιβάνου από το οποίο συνεχίζουν να εκτοξεύονται ρουκέτες της Χεζμπολάχ που πέφτουν στο Ισραήλ ενώ αναφέρονται και άμεσα χτυπήματα εναντίον ισραηλινών τεθωρακισμένων.
Σε ανακοίνωσή της το Σάββατο, η Χεζμπολάχ, ανέφερε ότι μόνο μέσα σε μια μέρα πραγματοποίησε 55 ξεχωριστές επιθέσεις εναντίον ισραηλινών στρατευμάτων στο νότιο Λίβανο και το Ισραήλ. Σύμφωνα με τον ανταποκριτή του Al Jazeera στη Βηρυτό «πρόκειται για το μεγαλύτερο κύμα επιθέσεων σε μία ημέρα στην ιστορία της Χεζμπολάχ εναντίον του Ισραήλ». Την επόμενη μέρα ο αριθμός των επιθέσεων ανέβηκε στις 63.
Στο μεταξύ, οι «ειρηνευτικές πρωτοβουλίες» της Γαλλίας παρά τις διαψεύσεις του Μακρόν (ότι δεν ίσχυαν οι διαρροές της περασμένης εβδομάδας για γαλλικό «σχέδιο» αναγνώρισης του Ισραήλ από τον Λίβανο με αντάλλαγμα την απόσυρση του ισραηλινού στρατού από τη χώρα και αφοπλισμό της Χεσμπολάχ) έχουν βαλτώσει. Ο Μακρόν δήλωσε ότι ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ πρέπει να πραγματοποιηθεί από τις λιβανέζικες ένοπλες δυνάμεις και όχι από το Ισραήλ προσθέτοντας ότι «η ισραηλινή χερσαία στρατιωτική επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένων των βομβαρδισμών, είναι ακατάλληλη και ακόμη και απαράδεκτη βάσει του διεθνούς δικαίου».
Οι «διαπραγματεύσεις» που ζητάει ο Μακρόν για τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και της λιβανέζικης αντίστασης (τον οποίον έχει θέσει σαν στόχο ο πρόεδρος Τραμπ) από την κυβέρνηση του Λιβάνου εν μέσω της κλιμακούμενης επίθεσης του Ισραήλ, δεν έχουν ως στόχο την «ειρήνη».
Στην πράξη οδηγούν σε εμφύλιο πόλεμο στον Λίβανο. Επιπλέον είναι ανεδαφικές. Όχι μόνο λόγω της εύλογης άρνησης της Χεζμπολάχ να αφοπλιστεί αλλά λόγω της στάσης του Ισραήλ, καθώς όπως δήλωσε ο πρόεδρος του Λιβάνου Αούν «η συνεχιζόμενη στρατιωτική κλιμάκωση εμποδίζει την έναρξή της πρωτοβουλίας που ανακοίνωσε για άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ Λιβάνου-Ισραήλ».
Οι ΗΠΑ «χαιρέτησαν» μεν την πρόταση του Αούν αλλά στην πράξη προχωράνε σε ακόμη πιο επικίνδυνους σχεδιασμούς από τη Γαλλία. Σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερς, αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και στον Λίβανο, Αμερικάνοι διπλωμάτες ξεκίνησαν συνομιλίες με το καθεστώς του Αλ Σάραα στη Συρία για να εξασφαλίσουν τη στήριξή του προκειμένου να βοηθήσει στον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Ο Αλ Σάραα έχει προχωρήσει σε συγκέντρωση χιλιάδων μαχητών στα σύνορα με τον Λίβανο με αφορμή κάποιες αδέσποτες ρουκέτες που έπεσαν στο έδαφος της Συρίας, ανακοινώνοντας όμως ότι βρίσκονται εκεί μόνο για «αμυντικούς σκοπούς».
Εντάσεις
Οι αμερικανικές προτάσεις συναντάνε προβλήματα: «Η Δαμασκός διστάζει να αναλάβει μια τέτοια αποστολή, φοβούμενη ότι θα εμπλακεί στον ευρύτερο πόλεμο της Μέσης Ανατολής και ότι αυτό θα πυροδοτήσει εντάσεις στο εσωτερικό της» ανέφερε το Ρόιτερς που επικοινώνησε με δέκα συριακές, αμερικανικές και λιβανάζεικες πηγές -ενώ το State Department υποβάθμισε την είδηση των συνομιλιών κάνοντας λόγο για «προσωπικές διπλωματικές επικοινωνίες».
Επιπλέον μια νέα στρατιωτική εμπλοκή της Συρίας στον Λίβανο (ο στρατός του πατέρα Άσαντ είχε εισβάλει στον Λίβανο το 1976 για να αποσυρθεί εντελώς το 2005) απαιτεί τη στήριξη της λιβανέζικης κυβέρνησης αλλά και τη συμφωνία του Ισραήλ το οποίο έχει εισβάλει στη Συρία και αυτές τις μέρες βομβάρδισε εκεί ξανά στρατιωτικές εγκαταστάσεις επικαλούμενο ότι προστατεύει τους Δρούζους της Συρίας από τις δυνάμεις του Αλ Σάραα.
Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ βολιδοσκοπούν και προσεγγίζουν τους Κούρδους στο Ιράν και στο Ιράκ και τον -μέχρι πρότινος «τρομοκράτη» Αλ Σάραα- στη Συρία, προκειμένου να αποκτήσουν συμμάχους «στο έδαφος» είναι ακόμη μια απόδειξη της αδυναμίας τους μαζί με το Ισραήλ να επιβάλουν τους στόχους τους στο Ιράν και στον Λίβανο. Αν οι ΗΠΑ επιμείνουν σε αυτά τα σχέδια, ο πόλεμος απειλεί να κλιμακωθεί, πέρα από τον Λίβανο, το Ιράν και τις χώρες του Κόλπου, και στο Ιράκ και στη Συρία, με ανυπολόγιστες, ακόμη χειρότερες συνέπειες από αυτές της αμερικανικης επέμβασης στο Ιράκ του 2003.

