Πριν από μερικές δεκαετίες, η λέξη ισλαμοφοβία δεν υπήρχε σε κανένα λεξικό. Σήμερα είναι η κυρίαρχη μορφή του ρατσισμού στην Ευρώπη και όχι μόνο. Η αλλαγή δεν συνέβη τυχαία. Οι κυρίαρχες ιδέες στον καπιταλισμό είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης. Οι ιδέες που διασπάνε τους καταπιεσμένους και οδηγούν σε παραπέρα καταπίεση δεν είναι άυλες οντότητες, αλλά όπλα στα χέρια των ισχυρών.
Το 17ο και το 18ο αιώνα έκανε την εμφάνισή του ο σύγχρονος ρατσισμός γιατί συνόδευσε την τεράστια μεταφορά σκλάβων από την Αφρική προς τις φυτείες της Αμερικής. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ιστορίας του καπιταλισμού, το φόρτωμα έξι εκατομμυρίων σκλάβων μόνο στη διάρκεια του 18ου αιώνα, χρειαζόταν μια ιδεολογία για να το συνοδεύσει και να το εξαγνίσει. Ο ρατσισμός αντιμετώπιζε τους ανθρώπους που έχουν πιο σκούρο δέρμα σαν κατώτερα όντα, τα οποία μπορούν να πωλούνται και να αγοράζονται σαν αντικείμενα, να δουλεύουν σαν ζώα και να πεθαίνουν χωρίς κανείς να τους θρηνεί.
Η ισλαμοφοβία είναι η ανανεωμένη εκδοχή αυτής της ιδεολογίας, εφαρμοσμένη στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που μπήκαν στο στόχαστρο, ιδιαίτερα από τις 11 Σεπτέμβρη του 2001 και έπειτα. Ο στόχος ήταν διπλός. Η ισλαμοφοβία έγινε ιδεολογικό όπλο στα χέρια του ιμπεριαλισμού, για να συνοδεύσει και να δικαιολογήσει τους πολέμους, ξεκινώντας από την επίθεση στο Αφγανιστάν το 2001, στη συνέχεια στο Ιράκ και συνεχίζοντας μέχρι σήμερα στην Παλαιστίνη και στο Ιράν. Ταυτόχρονα, η ισλαμοφοβία έγινε εργαλείο επίθεσης στην εργατική τάξη μέσα στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, στην Ευρώπη, την Αμερική και αλλού, ενάντια στους μετανάστες, τους πρόσφυγες αλλά και τους εργαζόμενους και εργαζόμενες μουσουλμανικής καταγωγής που ζούσαν και ζουν στην Ευρώπη για δεκαετίες και αιώνες.
Ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους το 2001 ονομάστηκε “Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας” και συνοδεύτηκε από μια επιθετική εκστρατεία ταύτισης του Ισλάμ με τη βία και την τρομοκρατία. Πριν από 25 χρόνια, δεν ήταν οι γυναίκες του Ιράν, αλλά οι γυναίκες του Αφγανιστάν οι οποίες θα απελευθερώνονταν από τα βομβαρδιστικά του αμερικάνικου στρατού. Ταυτόχρονα, ο τότε πρόεδρος Μπους πέρασε την έκτακτη νομοθεσία “Patriot” με την οποία μπήκαν στο στόχαστρο οι ελευθερίες όλων μέσα στις ΗΠΑ, αλλά οι μουσουλμάνοι μπήκαν με πολύ συγκεκριμένο τρόπο στο στόχαστρο. Η αστυνομία και οι μυστικές υπηρεσίες πήραν πράσινο φως να παρακολουθούν μουσουλμανικές οργανώσεις, να συλλαμβάνουν “ύποπτους” με μόνη ένδειξη το τζαμί στο οποίο προσεύχονταν ή τις συνήθειές τους. Αν το όνομά σου μοιάζει μουσουλμανικό, οι πιθανότητες να σε σταματήσει η αστυνομία στο αεροδρόμιο πολλαπλασιάστηκαν. Ταυτόχρονα αυξήθηκαν οι ρατσιστικές και φασιστικές επιθέσεις ενάντια σε μουσουλμάνους ενώ τα αφεντικά χρησιμοποιούσαν τον “κίνδυνο της τρομοκρατίας” για να απορρίψουν ή να διώξουν εργαζόμενους που έμοιαζαν ή ήταν μουσουλμάνοι.
Μέσα στα 25 χρόνια που ακολούθησαν η ισλαμοφοβία διογκώθηκε. Νομιμοποιήθηκε και έγινε τμήμα της επίσημης πολιτικής των μεγάλων κομμάτων της Ευρώπης, και της δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας. Ο ρατσισμός κατά των μουσουλμάνων μετατράπηκε σε εργαλείο ενάντια στο αντιπολεμικό κίνημα. Η πλειοψηφία μέσα σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα τάχτηκε και τάσσεται ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, αλλά έχει να αντιμετωπίσει τη συκοφαντία ότι υπερασπίζεται την “καταπίεση”.
Οι μουσουλμάνοι, όπως αντίστοιχα οι Αφρικανοί του 18ου αιώνα, μετατρέπονται σε ανθρώπους που πρέπει να απολογηθούν γι’ αυτό που είναι, για τη θρησκεία των ίδιων ή των προγόνων τους, για το μέρος που γεννήθηκαν, για τη γλώσσα τους και για το χρώμα του δέρματός τους. Η ευρωπαϊκή πολιτική είχε οδηγήσει το ρατσισμό στην πιο ακραία και θανατερή του μορφή, με το ναζισμό, όταν εκατομμύρια άνθρωποι οδηγήθηκαν στο θάνατο επειδή θεωρούνταν φύσει κατώτεροι. Υποτίθεται πως μετά τον πόλεμο, όλα αυτά θεωρήθηκαν μαύρη στιγμή του αιώνα, θα έμεναν πίσω και δεν θα επαναλαμβάνονταν. Τα τελευταία 25 χρόνια αποδεικνύεται το αντίθετο. Τα φασιστικά και ακροδεξιά κόμματα, που πάντα υπερασπίζονταν ανοιχτά ή κρυφά όλη αυτή την παράδοση της μαζικής εξόντωσης των “αδυνάτων”, βγήκαν από τις τρύπες τους και ανέβηκαν στο άρμα της ισλαμοφοβίας που πλέον δεν ήταν περιθωριακό αλλά επίσημη πολιτική των ισχυρών κρατών του πλανήτη.
Στην πρώτη θητεία του, ο Τραμπ, απαγόρευσε την είσοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες σχεδόν σε όλους όσοι προέρχονταν από μουσουλμανικές χώρες. Το ρατσιστικό λεξιλόγιο εκτραχύνθηκε ακόμη περισσότερο. Και όπως πάντα, όταν αγριεύει το λεξιλόγιο, αυτό που ακολουθεί είναι ακόμη πιο άγριες πράξεις.
Πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι την ώρα που εξελισσόταν η γενοκτονική επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα, την ώρα που πέθαιναν παιδιά από πείνα επειδή οι ισραηλινοί στρατιώτες κρατούσαν μπλοκαρισμένα τα τρόφιμα λίγα μέτρα πιο μακριά, οι ηγέτες του “πολιτισμένου” κόσμου έκαναν σχέδια για τη μεταφορά ΟΛΩΝ των κατοίκων της Λωρίδας της Γάζας και τη μετατροπή της σε “Ριβιέρα”. Οι μουσουλμάνοι αντιμετωπίζονται σαν “πληθυσμοί” οι οποίοι μπορούν να μεταφερθούν, σαν αγέλες κατώτερων όντων.
Δηλητήριο
Το Τζούντιθ Μπάτλερ λίγο μετά το ξεκίνημα του “Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας” έκανε την πρόβλεψη γι’ αυτό που θα ακολουθούσε: “Κάποιες ζωές θα είναι αντικείμενα υψηλής προστασίας, και μόνο η επίκληση της ιερότητας τους θα είναι αρκετή για να κινητοποιεί τις δυνάμεις του πολέμου. Άλλες ζωές δεν θα βρίσκουν τέτοια γρήγορη και μανιώδη υποστήριξη και δεν θα αξίζουν ούτε καν να τις θρηνεί κανείς”. Αυτή η πραγματικότητα εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας αυτή τη στιγμή: όταν βομβαρδίζεται από αμερικάνικο πύραυλο ένα σχολείο και σκοτώνονται 150 μικρά κορίτσια, αλλά την ίδια στιγμή η σύζυγος του Αμερικάνου προέδρου κάνει εισήγηση στον ΟΗΕ για τα δικαιώματα των γυναικών σε καιρούς πολέμου. Η ισλαμοφοβία είναι το δηλητήριο που θέλει να μας κάνει να καταπιούμε αυτή τη βαρβαρότητα ως πρόοδο.
Η δικαιολόγηση των ιμπεριαλιστικών πόλεμων και η ισλαμοφοβία πάτησαν πάνω σε μια παράδοση ρατσισμού. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘90, ο Σάμιουελ Χάντινγκτον, είχε γράψει ένα ανοιχτά ρατσιστικό βιβλίο με τίτλο “Η σύγκρουση των Πολιτισμών”. Οι νεοσυντηρητικοί γύρω από τον Μπους ταυτόχρονα πίεζαν για μια στροφή της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής προς την ανοιχτή επιθετικότητα, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή. Ο στόχος τους ήταν να προλάβουν την ανάδυση άλλων ανταγωνιστικών δυνάμεων στον πλανήτη, την Κίνα, τη Ρωσία, την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ρατσισμός του Χάντινγκτον τους ήρθε πολύ βολικός, γιατί παρουσιαζόταν με “πολιτισμικό” κάλυμμα αντί για “φυλετικό”. Ο Χάντινγκτον έλεγε πως “το βασικό πρόβλημα για τη Δύση δεν είναι ο Ισλαμικός φονταμενταλισμός. Είναι το Ισλάμ, ένας διαφορετικός πολιτισμός του οποίου οι άνθρωποι είναι πεισμένοι για την ανωτερότητα της κουλτούρας τους και είναι εμμονικοί με τη κατωτερότητα της ισχύος τους”.
Κάτι που έχει ξεχαστεί σε ένα βαθμό είναι ότι ο Χάντινγκτον δεν μίλαγε μόνο για τη μάχη με το Ισλάμ, αλλά και με τον “Κομφουκιανισμό” και την “Ισλαμοκομφουκιανική συμμαχία”, στην οποία εντασσόταν η Κίνα με πιθανούς συμμάχους της. 30 χρόνια μετά, είναι προφανές ότι αυτοί οι ρατσιστές είχαν στο μυαλό τους τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και τον έλεγχο των πρώτων υλών, όχι την οποιαδήποτε “απελευθέρωση”.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκμεταλλεύτηκαν το καινούργιο ιδεολογικό πλαίσιο και εξαπέλυσαν πόλεμο κατά των μουσουλμάνων. Η Μεσόγειος μετατράπηκε σε νεκροταφείο χιλιάδων. Το έγκλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανήκει στην ίδια γραμμή εγκλημάτων που ξεκινάει από τις σφαγές της αποικιοκρατίας και περνάει από τις φασιστικές θηριωδίες, αλλά η ισλαμοφοβία θέλει να το σερβίρει ως πολιτισμική “άμυνα”. Πολιτισμική άμυνα ονομάστηκε από τη γαλλική κυβέρνηση ο αποκλεισμός των μουσουλμάνων γυναικών από τη δημόσια ζωή και από τα σχολεία, αν δεν δέχονταν με το ζόρι να βγάλουν τη μαντίλα τους. Ακολούθησαν κι άλλες κυβερνήσεις στην ίδια γραμμή.
Η Ευρώπη νομιμοποιώντας την ισλαμοφοβία στην πολιτική ζωή, αρνιόταν την ίδια της την ιστορία και την πραγματικότητα. Το Ισλάμ έχει μια παρουσία αιώνων στην ήπειρό μας και εξελίχθηκε σε αλληλεπίδραση με όλες τις άλλες παραδόσεις και πολιτισμούς. Τα επιχειρήματα ότι πρόκειται για ιδιαίτερα οπισθοδρομική ή καθυστερημένη θρησκεία δεν έχουν την παραμικρή βάση. Η Ισπανία γνώρισε την πιο ανθηρή της φάση, μέσα στον “Μεσαίωνα”, κάτω από μουσουλμανική κυριαρχία. Οι αριθμοί που χρησιμοποιούμε όλοι μας δεν είναι ούτε οι ρωμαϊκοί, ούτε οι ελληνικοί, αλλά οι αραβικοί. Οι επιστήμες και τα γράμματα της Ευρώπης χρωστάνε πάρα πολλά στους άραβες και μουσουλμάνους επιστήμονες και στις αραβικές μεταφράσεις. Μπορεί ο Χάντινγκτον να ήθελε να μιλήσει για “ιουδαιοχριστιανικό πολιτισμό”, αλλά οι διώξεις κατά των Εβραίων και κατά των μουσουλμάνων στον ευρωπαϊκό μεσαίωνα πήγαν πάντα χέρι-χέρι. Οι σεφαραδίτες Εβραίοι έφτασαν σε αυτό που είναι σήμερα Ελλάδα διωγμένοι μαζί με τους μουσουλμάνους συντοπίτες τους.
Η πάλη ενάντια στην ισλαμοφοβία δεν είναι μια ξεχωριστή μάχη για ένα επιμέρους ζήτημα. Είναι πάλη ενάντια στο ιδεολογικό εργαλείο που έχει διαλέξει ο αντίπαλος για να μας διασπάσει ενώ μας εξοντώνει. Με τους μουσουλμάνους αδερφούς και αδερφές μας μοιραζόμαστε την ίδια κουλτούρα, την κουλτούρα της αντίστασης απέναντι σε ένα σύστημα που μας βλέπει και θέλει να μας μετατρέψει όλους σε νεκρούς εν αναμονή.

