Οι αυτοκτονίες των δύο 17χρονων μαθητριών στην Ηλιούπολη ήταν, ένα ακόμα, συστημικό και κυβερνητικό έγκλημα. Είναι η κυβέρνηση της ΝΔ και το σύστημα που υπηρετεί που «σπρώξανε» τις δύο μαθήτριες στο κενό. Οι τελευταίες λέξεις στο σημείωμα που άφησε πίσω της η μία μαθήτρια είναι αποκαλυπτικές: «αυτός ο κόσμος δεν είναι για μένα». Δεν πρόκειται για μία «προσωπική» διαπίστωση. Η συντριπτική πλειοψηφία των εφήβων και των νέων νοιώθουν ότι ζούνε σε ένα κόσμο που «δεν χωράνε πουθενά».
Γι' αυτό και το κυβερνητικό μπαράζ υποκρισίας σε σχέση με την απαγόρευση της δημοσίευσης του σημειώματος. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Μαρινάκης, πέρα από τις «νουθεσίες» στα ΜΜΕ, ζήτησε και την παρέμβαση της Δικαιοσύνης. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Τζαβέλλας (αυτός που έβαλε στο "αρχείο" την δικογραφία για τις υποκλοπές!) «έτρεξε» να παραγγείλει τη διενέργεια ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης για παραβάσεις που αφορούν την προστασία προσωπικών δεδομένων, τη δημοσιοποίηση ευαίσθητου υλικού και την προσβολή μνήμης νεκρού.
Όμως, ούτε το σημείωμα αποτελεί κάποιο «προσωπικό δεδομένο» και ούτε η δημοσίευση του συνιστά «προσβολή μνήμης νεκρού». Το αντίθετο. Το σημείωμα είναι μία δήλωση - εξήγηση της πράξης που, ναι μεν, απευθύνεται προς τους γονείς της όχι, όμως, σαν τους μοναδικούς «αποδέκτες». Το είχε μαζί στη τσάντα της γιατί ήθελε να ξέρουμε το τι βιώνει ένα παιδί 17 χρονών που φοβάται την αποτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις, που έχει και φοβάται ότι θα συνεχίσει να έχει μία χάλια ζωή. Η «προσβολή μνήμης νεκρού» ανήκει στην κυβέρνηση και στην δικαστική εξουσία που θέλουν να «μπαζώσουν» (και) ότι λέει αυτό το σημείωμα.
Η ψυχική δυσφορία και οι αυτοκτονίες στη νεολαία δεν είναι ούτε «ατομικά περιστατικά», ούτε «περιθωριακά φαινόμενα». Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, περίπου ένα στα επτά παιδιά ηλικίας από 10 έως 17 ετών πάσχει από κάποια ψυχική διαταραχή. Όπως αναφέρει: «η πανδημία επιδείνωσε την ήδη δύσκολη κατάσταση και η ανεπαρκής θεραπεία των προβλημάτων Ψυχικής Υγείας θα οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες και θα επηρεάσει όχι μόνο τη σημερινή ευημερία των παιδιών, αλλά και τις μελλοντικές τους προοπτικές».
Από τα στοιχεία που δημοσιοποίησε το «Χαμόγελο του Παιδιού», η αυτοκτονία αποτελεί την τρίτη συχνότερη αιτία θανάτου για την ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών. Την τελευταία πενταετία καταγράφεται άλμα της τάξης του 31,6% στις απόπειρες και στους αυτοτραυματισμούς. Μόνο κατά το 2025, η οργάνωση κλήθηκε να διαχειριστεί συνολικά 764 σχετικά περιστατικά. Στην Ελλάδα εξακολουθεί να μην υπάρχει ενιαίο σύστημα καταγραφής των αποπειρών αυτοκτονίας που καταλήγουν στα νοσοκομεία. Είναι ωστόσο γνωστό, βάσει επιστημονικών δεδομένων, ότι πίσω από κάθε αυτοκτονία αντιστοιχούν 20 έως 30 απόπειρες. Με στοιχεία του Κέντρου για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας: «ένα ποσοστό που κυμαίνεται από 12% έως 16% στις ηλικίες 14 έως 19 ετών προβαίνει σε αυτοτραυματισμό, ενώ γνωρίζουμε επιστημονικά ότι μέρος αυτού του πληθυσμού είναι πολύ πιθανό να οδηγηθεί μελλοντικά σε αυτοκτονική συμπεριφορά».
Μετά τις αυτοκτονίες, η υπουργός Παιδείας, Ζαχαράκη, σε ανάρτησή της στο Χ, ξεπερνά κάθε όριο κυβερνητικού θράσους: «Δεν είναι στιγμή για βιαστικά συμπεράσματα ή εύκολες αναλύσεις. Είναι όμως μια ακόμα υπενθύμιση ότι πολλά παιδιά γύρω μας δίνουν καθημερινά σιωπηλές μάχες, που οι μεγάλοι δεν βλέπουμε πάντα εγκαίρως. Γι' αυτό χρειάζεται να είμαστε περισσότερο παρόντες». Στην πραγματικότητα, προσπαθεί να ρίξει τις ευθύνες στους εκπαιδευτικούς και στους γονείς που, δήθεν, δεν είναι αρκετά «παρόντες» στις «σιωπηλές μάχες» που δίνουν τα παιδιά. Όμως, αν κάποιοι είναι «παρόντες» δίπλα στις «μάχες» που δίνουν τα παιδιά είναι οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί και σε σύγκρουση με την κυβέρνηση που είναι «απέναντι» τους.
Γιατί είναι η κυβέρνηση που έχει μετατρέψει το δημόσιο σχολείο σε «εξεταστικό κέντρο» που η «επιτυχία» για τους μαθητές αλλά και για τους εκπαιδευτικούς, μέσω της «αξιολόγησης» και για την ίδια τη σχολική μονάδα, μέσω της «χρηματοδότησης», κρίνεται, αποκλειστικά, από το ταξικό σφαγείο των πανελλαδικών εξετάσεων. Είναι η κυβέρνηση των Λαζαρίδιδων που αναγκάζει τους γονείς, όσους μπορούν, να πληρώνουν φροντιστήρια για να μπορούν τα παιδιά τους να πάνε στο δημόσιο Πανεπιστήμιο.
Όπως γράφει ο Σεραφείμ Ρίζος στο «Σοσιαλισμός από τα Κάτω»: «... στον φετινό κρατικό προϋπολογισμό... η δαπάνη που προβλέπει για το υπουργείο Παιδείας είναι 6,7 δισ. ευρώ... το 2,66% του ΑΕΠ... μειωμένο σε σχέση με το περσινό (2,76%)... το άμεσο αποτέλεσμα των χαμηλών δημόσιων δαπανών είναι η αύξηση των ιδιωτικών δαπανών, δηλαδή των χρημάτων που βάζουν από την τσέπη τους οι οικογένειες των εργαζομένων. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το 2020 (την τελευταία χρονιά για την οποία υπάρχουν στοιχεία) τα νοικοκυριά ξόδεψαν 3,1 δις € για «αγαθά εκπαίδευσης»… κατά το διάστημα 2021-23, είχαμε αύξηση των φροντιστηριακών δαπανών, κατά 35%... σε συνδυασμό με τη διαρκή υποχρηματοδότηση, τις διαγραφές φοιτητών, τη μείωση των εισακτέων, κατά 20.000 ετησίως, λόγω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, την καθιέρωση στο Λύκειο του Ενιαίου Απολυτηρίου, που θα φέρει τις πανελλαδικές εξετάσεις και στις τρεις τάξεις, θα οδηγήσει στο να μετατραπεί η Τριτοβάθμια εκπαίδευση σε ταξικό προνόμιο λίγων, που κατέχουν πλούτο, για να αγοράζουν, στην ουσία, τίτλους σπουδών».
Η Θεώνη Κουφονικολάκου, τέως Συνήγορος του Παιδιού γράφει στην «Εφ. Συν»: «Το εκπαιδευτικό πλαίσιο... [είναι]... μια φρενήρη κούρσα προς τις πανελλαδικές εξετάσεις, που ξεκινάει ήδη από το νηπιαγωγείο και καθιστά τις μαθήτριες και τους μαθητές δέσμιους του άγχους, της ανταγωνιστικότητας και του ατομικισμού. Στα σχολεία μας, εξάλλου, τα παιδιά με αναπηρίες, ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, διαφορετικού εθνικού ή εθνοτικού προφίλ, ή απλά εκείνα που δεν έχουν να πληρώσουν φροντιστήρια δεν βρίσκουν θέση και ρόλο και έτσι τροφοδοτούνται ένταση, θυμός και η αίσθηση της περιθωριοποίησης…. οι ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί των σχολικών μονάδων αναλαμβάνουν ο καθένας από πέντε σχολεία, συνήθως μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, και δεν έχουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν εκείνες τις πολύτιμες σχέσεις εμπιστοσύνης που θα επέτρεπαν πρακτικά την εκμυστήρευση του φόβου, της τραυματικής εμπειρίας ή της ενδοοικογενειακής βίας. Οι περισσότερες ανάγκες καλύπτονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και επισφαλή (μη βιώσιμα) χρηματοδοτικά προγράμματα. Η χώρα, επίσης, δεν διαθέτει ολοκληρωμένο σύστημα ψυχικής υγείας για παιδιά και εφήβους. Και εδώ οι επαγγελματίες δεν επαρκούν για τη στήριξη παιδιών και οικογενειών σε βάθος χρόνου. Λόγω της έλλειψης κλινών, έφηβοι, σε περίπτωση ανάγκης, νοσηλεύονται ακόμη και στο Δρομοκαΐτειο ή στο Δαφνί". Και έχει απόλυτο δίκιο.
Για να έχουμε μία εικόνα, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του Υπουργείου Παιδείας, για το σχολικό έτος 2025-2026, για τους Ψυχολόγους προβλέπονται 279 θέσεις στην Πρωτοβάθμια και 205 θέσεις στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και για τους Κοινωνικούς Λειτουργούς 163 θέσεις στην Πρωτοβάθμια και 53 θέσεις στη Δευτεροβάθμια. Ακόμα και αυτές οι θέσεις συνοδεύτηκαν με την επίθεση στη νεολαία για την δήθεν «παιδική παραβατικότητα».
Η κατάσταση στο ΕΣΥ όσο αφορά (και) την Ψυχική Υγεία των Παιδιών και των Εφήβων είναι τραγική. Σε ρεπορτάζ, τον Δεκέμβριο του 2023, στο «Βήμα», διαβάζουμε: «Σήμα κινδύνου εκπέμπουν οι Παιδοψυχιατρικές κλινικές του ΕΣΥ ανά την επικράτεια εξαιτίας των ελλείψεων σε προσωπικό (ιατρικό και νοσηλευτικό) αλλά και κλίνες. Μοιραία, έφηβοι που έχουν κάνει απόπειρα αυτοκτονίας στερούνται, εν έτει 2023, νοσηλευτικής φροντίδας λόγω ένδειας διαθέσιμων κλινών ή παραπέμπονται αναγκαστικά σε ψυχιατρικές δομές ενηλίκων, καθώς το σύστημα αδυνατεί να τους περιθάλψει. Υπό τις συνθήκες αυτές εξουθένωση και ματαίωση βιώνουν και οι ίδιοι οι παιδοψυχίατροι που εργάζονται στα δημόσια νοσοκομεία, με συνέπεια να εντείνεται το κύμα φυγής προς τον ιδιωτικό τομέα ή το εξωτερικό…τη διετία 2021-2023 από το ΕΣΥ αποχώρησαν, όπως προκύπτει από τα σχετικά εκδοθέντα ΦΕΚ, τουλάχιστον 22 παιδοψυχίατροι… στο ΕΣΥ, σύμφωνα με τον διευθυντή του Τμήματος Ψυχιατρικής Παιδιών και Εφήβων του Νοσοκομείου Ασκληπιείο Βούλας Μάνο Τσαλαμανιό, υπηρετούν περί τους 60 με 70 παιδοψυχιάτρους ενώ με συντηρητικούς υπολογισμούς χρειάζονται τουλάχιστον 200... το οξύμωρο, δε, είναι πως ενώ τα επιστημονικά δεδομένα μαρτυρούν το εξελισσόμενο πρόβλημα που αφορά την αύξηση του αριθμού και της βαρύτητας των περιστατικών, η υποβάθμιση των αντίστοιχων υπηρεσιών δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο που επιδεινώνει διαρκώς το επίπεδο ψυχικής υγείας».
Σήμερα η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Ο, υπόδικος για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, Βαρτζόπουλος, όταν ήταν υφυπουργός Υγείας «φρόντισε», να διαλύσει την ήδη υποβαθμισμένη δημόσια Ψυχική Υγεία με την κατάργηση, το 2024, των ψυχιατρικών νοσοκομείων ως αυτοτελή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και το πέταγμά τους στις ΔΥΠΕ, μαζί με όλες τις ψυχιατρικές κλινικές των δημόσιων νοσοκομείων. Για τις Παιδοψυχιατρικές κλινικές αυτό ήταν το «κύκνειο άσμα».
Σήμερα, στα περισσότερα δημόσια νοσοκομεία της περιφέρειας δεν υπάρχει παιδοψυχίατρος ενώ στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη είναι ελάχιστοι, όπως ελάχιστες είναι και οι κλίνες. Έτσι, η προσφυγή στον «ιδιωτικό τομέα», που «θησαυρίζει», αποτελεί για πολλές οικογένειες μονόδρομο, με το κόστος για επισκέψεις, θεραπείες και υποστήριξη να είναι ιδιαίτερα υψηλό καθιστώντας την πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας άνιση και συχνά απαγορευτική για όσες οικογένειες δεν μπορούν να το αντέξουν οικονομικά ακόμα και αν αφορά τα παιδιά τους.
Η αυτοκτονία των δύο κοριτσιών μας γεμίζει θλίψη και οργή. Να κάνουμε την οργή μας αγώνα για το καθολικό δικαίωμα πρόσβασης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης χωρίς φραγμούς και εξετάσεις, για το καθολικό δικαίωμα στην αξιοπρεπή εργασία και ζωή, για να γκρεμίσουμε την κυβέρνηση που σκοτώνει 17χρόνα στην Ηλιούπολη, μανάδες εργαζόμενες στα Τρίκαλα, φοιτητές και φοιτήτριες στα Τέμπη, πρόσφυγες στη Πύλο και στο Αιγαίο, για να γκρεμίσουμε αυτό το βάρβαρο σύστημα και να φτιάξουμε έναν κόσμο που θα «είναι για όλους μας».

